Θεοκρατία τοῦ Κοσμικοῦ Κράτους
Λέων Μπράνγκ
Δρ. Θεολογίας
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ 30-06-24 ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ: Ἐκκλησία καί Πολιτεία στήν ἐποχή τῆς Μεγάλης Ἐπανεκκίνησης
Πριν εισέρθω στο θέμα μου υπό το ειδικό πρίσμα του τίτλου της εισήγησής «Η "Θεοκρατία" του Κοσμικού Κράτους», ας δούμε πρώτα μαζί το για μας τους Ορθόδοξους Χριστιανούς φυσικό πολίτευμα. Το λέω φυσικό με την έννοια, ότι έχει ως πηγή τον ίδιο τον Θεό, τον δημιουργό μας και άρα ανταποκρίνεται στη φύση μας ως ανθρώπων που ζούμε στον κόσμο αυτό. Αυτό το πολίτευμα διαγράφηκε ήδη από την αποστολική εποχή και διαμορφώθηκε πλήρως στη δική μας ιστορία της Ρωμιοσύνης.
Στην αρχή της καθημερινής ακολουθίας του Όρθρου παρακαλούμε τον Κύριο και Θεό μας: «το σον φυλάττων, διά του Σταυρού σου πολίτευμα». Στο Δοξαστικό αμέσως παρακάτω ζητάμε από τον Χριστό να χαρίσει τους οικτιρμούς του στη δική τουεπώνυμο και καινή πολιτεία, να συμμαχήσει μ’ αυτήν και να παρέχει νίκες στους πιστούς βασιλείς αυτής της πολιτείας και στη συνέχεια πάλι στο Θεοτοκίο στρεφόμαστε στη Παναγία για τη στήριξη της πολιτείας των ορθοδόξων, με το να παραχωρεί νίκη σ’ αυτούς που εκείνη κάλεσε να βασιλεύουν[1]. Το δια του σταυρού πολίτευμα επομένως και η χριστιανική πολιτεία αποτελεί απόλυτα κεντρικό θέμα για τους πιστούς. Είναι αυτό το πολίτευμα, αυτή η πολιτεία, η οποία θέτει στόχο να πραγματοποιήσει το αίτημα της Κυριακής Προσευχής «γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν ουρανώ και επί της γης». Θέλει να κάνει την Πολιτεία του Χριστού, την πολιτεία των Ορθοδόξων επί της γης, ιστορική πραγματικότητα, όσο αυτό είναι δυνατό στην κάθε εποχή. Είναι προφανές, ότι αφορά στη ζωή μας σε όλες τις εκδηλώσεις της.
Ποιο είναι αυτό το «δια του Σταυρού Πολίτευμα», ποια είναι αυτή η καινή, η καινούργια πολιτεία, στην οποία γίνεται τόσο κεντρική αναφορά στην αρχή της καθημερινής ακολουθίας του Όρθρου και για την οποία ζητούνται πιστοί βασιλείς και νίκες εναντίον των πολεμίων;
Αυτό το ιδανικό πολίτευμα θεμελιώνεται στον Θεάνθρωπο Χριστό, στον οποίο «εδόθη … πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης»[2]. Αυτήν την πάσα εξουσία του Χριστού επί της γης ορίζουν οι Άγιοι Απόστολοι με τη μορφή δύο διακονιών, της διακονίας του Λόγου, που κράτησαν για τον εαυτό τους, και της διακονίας των τραπεζών, των βιοτικών αναγκών, που δόθηκε στους επτά Διακόνους[3]. Εφόσον για τους Αγίους Αποστόλους ήταν αδύνατο παράλληλα με τη διακονία του Λόγου του Θεού να αναλάβουν και την μέριμνα για τις βιοτικές ανάγκες των χριστιανών, ανέθεσαν στους πιστούς να επιλέγουν ανθρώπους ειδικά για το έργο αυτό. Έθεσαν όμως ως προϋπόθεση για την επιλογή των κατάλληλων ανθρώπων να μη έχουν απλώς κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά να είναι «πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας»[4], δηλ. όχι απλώς πιστοί αλλά πνευματοφόροι. Επομένως, όχι μόνο οι άνθρωποι της πνευματικής διακονίας που είχαν την ευθύνη του κηρύγματος αλλά και οι διάκονοι των υλικών αναγκών της κοινότητας, όφειλαν να είναι φορείς της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Σ’ αυτό το ύψος ανεβάζει εξ αρχής ο Χριστιανισμός την πολιτική διακονία, διότι μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις οι πολιτικοί θα είναι σε θέση με πληρότητα να ανταποκρίνονται στο αξίωμά τους.
Έπειτα οι Άγιοι Απόστολοι τούς εγκαθιστούν στο έργο τους, παρέχοντάς τους με προσευχή και επίθεση χειρών την ειδική χάρη για την αποστολή αυτή. Ποιμαινόμενοι λοιπόν από τους Αγίους Αποστόλους, αυτοί οι πρώτοι πολιτικοί της Εκκλησίας, φρόντιζαν την οριζόντια διάσταση του βίου, τις βιοτικές ανάγκες των πιστών, έτσι ώστε ολόκληρη η ζωή σε όλες τις διαστάσεις της να τρέφεται από την Εκκλησία και να βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα της ζωής, που εγκαινίασε ο Χριστός και αναδύεται εδώ ως «καινή κτίση», ως η νέα κοινωνία των εν Χριστώ αναγεννημένων ανθρώπων. Απολύτως τίποτα δεν μένει έξω από αυτή τη νέα πραγματικότητα της ζωής που εγκαθίσταται στον κόσμο, «ιδού γέγονε καινά τα πάντα»[5].
Τι όμως εννοείται με τον όρο «δια του Σταυρού πολίτευμα»; Με τον Μέγα Κωνσταντίνο ψυχή και σώμα, πνευματικές και βιοτικές ανάγκες και οι αντίστοιχες διακονίες αυτών των αναγκών, συνδέονται μέσω του Σταυρού μεταξύ τους στην καινή πολιτεία του Χριστού. Οι δύο εξουσίες-διακονίες που καλούνται να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται για το καλό του λαού της Αυτοκρατορίας ονομάζονται ΙΕΡΟΣΥΝΗ (η πνευματική εξουσία-διακονία) και ΒΑΣΙΛΕΙΑ (η κοσμική εξουσία-διακονία). Δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστά και αυτόνομα μεγέθη, όπως εκλαμβάνονται σήμερα η Εκκλησία και η Πολιτεία, αλλά και οι δύο έχουν την πηγή τους στον Χριστό.
Εξαίροντας την απόλυτη Χριστοκεντρικότητα αυτής της νέας πραγματικότητας ο μακαριστός π. Βασίλειος Βολουδάκης ανάγει την αρμονική ένωση και σχέση των δύο εξουσιών και διακονιών, της Ιεροσύνης και της Βασιλείας, στην ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση των δύο φύσεων εν Χριστώ και καταλήγει ως εκ τούτου, ότι και εκεί πρόκειται για ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση[6]. Αυτά που καθιέρωσαν οι Άγιοι Απόστολοι στην πρώτη Εκκλησία, παίρνουν μέσω των Αγίων Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου και Ιουστινιανού ιστορική σάρκα και οστά[7]. Στην Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης ο Άγιος Ιουστινιανός χαρακτηρίζει την Ιεροσύνη και τη Βασιλεία ως «μέγιστα δώρα» του Θεού, από την αγαθή συνεργασία των οποίων θα προκύψει «γενική αρμονία … και κάθε τι ωφέλιμο … στην ανθρωπότητα» [8].
Είναι προφανές, ότι ο Άγιος Ιουστινιανός διέσωσε τη βασική προϋπόθεση που έθεσαν οι Άγιοι Απόστολοι για το αξίωμα των Επτά Διακόνων, δηλ. της Βασιλείας, το να είναι οι φορείς αυτού του αξιώματος «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Το μαρτυρεί πρώτα απ’ όλα η αγία ζωή του, η υπέροχη θεολογική του κατάρτιση, αλλά και ιδιαίτερα ο τονισμός της φροντίδας των αυτοκρατόρων για την «αξία των ιερέων», ώστε να είναι πνευματοφόροι και έτσι να εξασφαλίζεται η όντως πνευματική καλλιέργεια του Λαού του Θεού και όλη η «ευημερία» της Αυτοκρατορίας. Και πράγματι, όπως μαρτυρεί αψευδώς η ιστορία, η πνευματικότητα ιδίως της ηγεσίας της Εκκλησίας εξαρτάται σε ύψιστο βαθμό από την κοσμική εξουσία.
Στη χριστιανική Δύση, αντίθετα, είχε εγκατασταθεί ένα απόλυτο κέντρο εξουσίας στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, του Πάπα Ρώμης, ο οποίος το αργότερο από τον 11ο αιώνα[9] προέβαλε τη απόλυτη αξίωση για την πάσα εξουσία του Χριστού επί γης, πνευματικής όπως και κοσμικής. Μάλιστα αυτή η αξίωση θεωρήθηκε απόλυτα φυσική εκ μέρους του, αφού εκείνος εμφανιζόταν και εμφανίζεται μέχρι σήμερα ως ο vicarius christi, ως o μόνος αντιπρόσωπος του Χριστού επί γης. Στο πρόσωπό του ενσαρκώνεται [Με το πρόσωπό του ταυτίζεται] η ύψιστη εξουσία (potestas suprema)[10], η πλήρης εξουσία (potestas plena) ή πληρότητα της εξουσίας (plenitudo potestatis)[11], η άμεση εξουσία (potestas immediata)[12], η οικουμενική εξουσία (potestas universalis)[13]. Δεσμεύεται μόνο από το θείο δίκαιο (ius divinum) και φυσικά δεν μπορεί να δικάζεται και να κρίνεται από κανέναν. Στον αγώνα ενάντια σ’ αυτή την απολυταρχία του Παπισμού η Μεταρρύθμιση, αρνούμενη στο πρόσωπο του Μαρτίνου Λουθήρου (1483-1546) και όλων που τον ακολούθησαν την ταύτιση της πληρότητας της εξουσίας με το πρόσωπο του Πάπα, κατέληξε στην κατάργηση της πνευματικής εξουσίας, της Ιεροσύνης[14]. Αλλά και η κοσμική εξουσία, η Βασιλεία, αποδεσμεύτηκε από την μετάδοσή της μέσω του Ποντίφικα της Ρώμης. Οι φορείς της θεωρήθηκαν πλέον ως απευθείας εγκατεστημένοι από τον Θεό και ο έλεγχος της Εκκλησίας παραδόθηκε στα χέρια των κοσμικών αρχόντων[15]. Έτσι ο Λούθηρος ως βασικός εκπρόσωπος της Μεταρρύθμισης καταλήγει να προβάλλει την παγκυριαρχία της κοσμικής εξουσίας. Με την κατάργηση της πνευματικής εξουσίας ο Λούθηρος ανέδειξε την κοσμική εξουσία σε απόλυτο ρυθμιστή της γήινης πραγματικότητας και έγινε με τον τρόπο αυτό ο θεμελιωτής μιας νέας παγκόσμιας τάξης. Ο Χριστός, παρατεινόμενος εις τους αιώνας, υποβιβάζεται σε εξάρτημα του κράτους, που ελέγχεται απόλυτα από την κοσμική εξουσία, υποβιβάζεται σε φορέα, στην ίδια θέση και αξία όπως όλοι οι άλλοι φορείς. Με αυτήν τη νέα τάξη όλης της ζωής η Δύση περνάει τελικά από την απολυταρχία και τον ολοκληρωτισμό του Παπισμού στο τερατώδες δημιούργημα του Λουθήρου, στον πολιτικό ολοκληρωτισμό, ο οποίος μέχρι περίπου το τέλος του 18ου αιώνα διατηρούσε ακόμα κάποια έστω αναφορά στον Θεό. Έπειτα όμως όλο και περισσότερο φανέρωσε το απεχθές πρόσωπο του πλήρως θεοποιημένου δυτικού ανθρώπου. Από το αλάθητο του Πάπα μέσω του Λουθήρου φθάνουμε στο αλάθητο του κάθε πιστού, ο οποίος με τη δική του ατομική πίστη γίνεται ο ίδιος το κέντρο της απευθείας αναφοράς στον Θεό. Έτσι ο επαρμένος άνθρωπος της Δύσεως που ζει στη ζάλη της αυτονομίας του είναι η συνεπής μετεξέλιξη του λουθηρανού αλάθητου ανθρώπου με την έννοια, ότι από τον Θεό των προδιαγραφών του Λουθήρου φθάνει τελικά, να θεωρεί τον εαυτό του ως ύψιστη θεότητα. Αυτό το νέο επαναστατικό βήμα πραγματοποιείται στη Δύση με την επικράτηση του Διαφωτισμού που παύει τελικά τη σύνδεση της κοσμικής εξουσίας με τον Θεό, ο οποίος ή καταργείται παντελώς ή μέσω του φιλοσοφικού κινήματος του Δεϊσμού μετατρέπεται σε ένα Ανώτατο Ον. Δηλαδή τοποθετείται ως αρχική αιτία της ύπαρξης του κόσμου στην έναρξη της ιστορίας, χωρίς όμως στη συνέχεια να επεμβαίνει σ’ αυτήν. Ο Γερμανός φιλόσοφος Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς (1646-1716) παρομοιάζει αυτό το Ανώτατο Ον με ωρολογοποιό, που βάζει σε κίνηση τον μηχανισμό του ωρολογίου, το οποίο από εκεί και έπειτα κινείται μόνο του. Έτσι ως πηγή της εξουσίας ορίζεται πλέον ο αυτόνομος άνθρωπος. Η διαδικασία είναι απλή, μας την περιγράφει ο φιλόσοφος Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (1712-1778). Στο παιδαγωγικό έργο του «Αιμίλιος, ή Περί Αγωγής» (1762) εκφράζει μέσα από την «ομολογία πίστης του εφημερίου της Σαβοΐας» την απόλυτη πίστη του στο μόνο πραγματικά αξιόπιστο βιβλίο που είναι εκείνο της φύσης και ιδίως της ανθρώπινης φύσης ως τέλειου δημιουργήματος του Ανώτατου Όντος. Μέσω της φωτισμένης λογικής του ο άνθρωπος διδάσκεται τις αιώνιες αλήθειες και όλα τα καθήκοντά του πάνω στη γη. Δεν του χρειάζεται καμία αποκάλυψη ή θαύματα, αντίθετα όλα αυτά τον υποβιβάζουν[16].
Η ίδια φωτισμένη ανθρώπινη λογική αποτελεί και το θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης των ανθρώπων. Χρειάζεται απλώς ένα κοινωνικό συμβόλαιο, όπως γράφει ο Ρουσσώ στο έργο του «Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου»[17]. Με βάση την κοινή θέληση όλων, που αποβλέπει στο κοινό αγαθό και άρα συμπίπτει με τη δικαιοσύνη, συνάπτεται αυτό το συμβόλαιο. Το κοινό αγαθό ορίζεται ως αλήθεια και απόλυτο, στο οποίο όλοι οφείλουν υποταγή. Η δημόσια ομολογία αυτού του απόλυτου και της αλήθειας εκ μέρους του πολίτη και στη συνέχεια η καταστρατήγησή τους επισύρουν απαραίτητα τη θανατική ποινή. Ρυθμιστική αρχή, υπεύθυνη για την τήρηση αυτού του κοινωνικού συμβολαίου, είναι ο "Κυρίαρχος", ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα να υποτάξει στο κοινό αγαθό τα μέλη εκείνα που θέλουν να απολαύσουν δικαιώματα, χωρίς να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
Ο Ρουσσώ ως βασικός θεωρητικός θεμελιωτής προβάλλει επομένως έναν πολιτικό ολοκληρωτισμό παρόμοιο με τον παπικό. Εφόσον επιβάλλεται η υποταγή σε ένα απόλυτο, που θεωρείται ως μόνο αληθινό, στην ουσία αυτό θεοποιείται και συνεπώς πρόκειται για θεοκρατικό καθεστώς, άσχετα αν ονομάζεται δημοκρατία[18]. Σε μια περίληψη της περιλήψεως θα λέγαμε, ότι η όντως θεοκρατία του μόνου αληθινού Τριαδικού Θεού ως ανταπόκριση στο αίτημα της Κυριακής Προσευχής μεταβάλλεται στη Δύση στη "θεοκρατία" του παπικού ολοκληρωτισμού, η οποία βασίζεται στον αλλοιωμένο Θεό της μεσαιωνικής δυτικής θεολογίας. Προοδευτικά μέσω της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού η Δύση καταλήγει στη "θεοκρατία" του κοσμικού κράτους που στήνεται στον θεοποιημένο άνθρωπο και τις φυσικές του ιδιότητές. Ό, τι έρχεται σε αντίθεση με τα πολιτικά δόγματα και πιστεύω αυτού του κράτους, δηλ. τυχόν θρησκευτικές πεποιθήσεις, πρέπει να διώκονται. Μάλιστα το κοσμικό κράτος μέσω των ελίτ που τον κατευθύνουν αξιώνει, ει δυνατόν, να ελέγχει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ανθρώπου. Του διαφεύγει φυσικά η εσωτερική συνείδηση των ανθρώπων, όπου εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να ασκήσει απόλυτη κυριαρχία. Πάρα ταύτα συνεχές μέλημά του είναι να επεμβαίνει με "πλύση εγκεφάλου" ακόμα και στη συνείδηση εκείνων των πολιτών, που δεν την έχουν διαμορφώσει με ωριμότητα. Ζητάει να επιβάλλει με όλα τα μεέσα που διαθέτει εκείνο που θεωρείται ως πολιτικώς ορθό.
Θα δώσω σύντομα δύο παραδείγματα από την ιστορία για τη θεμελίωση της "θεοκρατίας" του κοσμικού κράτους: Το πρώτο προέρχεται από την Γαλλία. Εκεί παρατηρούμε μετά τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» στις 26 Αυγούστου του 1789 τη ριζική ανατροπή όλου του ως τότε εκκλησιαστικού καθεστώτος της Γαλλίας: Έχουμε την κρατικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, το κλείσιμο των μοναχικών ταγμάτων και τον εξαναγκασμό των κληρικών, επισκόπων και ιερέων, με όρκο να γίνουν πιστοί υπηρέτες του νέου πολιτικού συστήματος που είχε προκύψει με την επανάσταση. Εάν αρνούνταν –περίπου το 45% του ενοριακού κλήρου– τους περίμεναν φυλάκιση και εκτελέσεις ή αναγκαστική φυγή από τη Γαλλία. Μετά την επίσημη εκθρόνιση του Βασιλιά στις 21 Σεπτεμβρίου του 1792 προκηρύχθηκε την επόμενη μέρα η Πρώτη Γαλλική Δημοκρατία. Η νέα εποχή για την ανθρωπότητα που ξεκίνησε την 22α Σεπτεμβρίου στέφτηκε με ένα νέο ημερολόγιο. Εφαρμόστηκε το δεκαδικό σύστημα στον προσδιορισμό του χρόνου, το οποίο θεωρήθηκε ως συμβολή στη βίωση του χρόνου με βάση τη νέα "θεία" αρχή της λογικής[19]. Ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικού αποχριστιανισμού της Γαλλίας, το οποίο σ’ αυτή τη μορφή κράτησε μέχρι το θάνατο του Ροβεσπιέρου. Το μίσος των ριζοσπαστικών Ιακωβίνων εναντίον της χριστιανικής παράδοσης στη Δύση εκφράστηκε το φθινόπωρο σε διάφορες εκδηλώσεις καρναβαλιού με περιφορά εκκλησιαστικών σκευών, με σύληση ναών, καταστροφή έργων εκκλησιαστικής τέχνης κ.ά., που οργάνωναν μέλη της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης. Τον Οκτώβριο απαγορεύτηκε από την κομμούνα των Παρισίων κάθε θρησκευτική ιεροτελεστία και στις 10 Νοεμβρίου, την πρώτη επίσημη γιορτή της νέας θρησκείας Raison – Λογική, εγκαταστάθηκε στο πρόσωπο μιας γυμνής πόρνης η θεά Raison στην αγία Τράπεζα της Παναγίας των Παρισίων. Με νόμο στις 27 Νοεμβρίου όλοι οι ναοί στο Παρίσι παραδόθηκαν στη νέα θρησκεία και κάθε Δεκάτη (δέκατη μέρα) του νέου επαναστατικού ημερολογίου καθιερώθηκε ως «Γιορτή της Λογικής». Με την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, στην οποία ο Μαξιμιανός Ροβεσπιέρος (1758-1794) ανέλαβε το καλοκαίρι του 1793 τον έλεγχο της χώρας, ξεκίνησε η περίοδος της τρομοκρατίας. Περίπου 35.000-40.000 άνθρωποι κατέληξαν στο διάστημα περίπου ενός χρόνου, μέχρι τον Ιούλιο του 1794, στη λαιμητόμο με ένα από τα τελευταία θύματα τον ίδιο τον Ροβεσπιέρο και είκοσι έναν συνεργάτες του.
Το δεύτερο ιστορικό παράδειγμα, οπού το εγχείρημα της θεμελίωσης της "θεοκρατίας" του κοσμικού κράτους λαμβάνει σάρκα και οστά, είναι το καθαρά κοσμικό Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών του 1787, το οποίο συμπληρώνεται το 1791 με το εξής πρώτο άρθρο Τροπολογίας: «Το Κογκρέσο δεν θα εγκρίνει νόμο που θα υποστηρίζει την εγκαθίδρυση θρησκείας ή που θα απαγορεύει την ελεύθερη θρησκευτική λατρεία…»[20]. Δηλαδή απαγορεύεται η έκδοση νόμου που θα ορίσει μια κρατική θρησκεία, μια θρησκεία που με την αντίληψη που έχει για τον Θεό, τον κόσμο, την αξία και τον προορισμό του ανθρώπου κ.ά. θα μπορούσε να αποκτήσει σημασία για την κοινή ζωή και τη διαμόρφωσή της. Ταυτόχρονα εγγυάται στη συνέχεια την προστασία της κάθε θρησκευτικής λατρείας, εκφράζοντας με συνέπεια τη βασική θέση του Προτεσταντισμού, ότι ο κάθε πιστός ανάγεται σε κριτήριο της αλήθειας του Θεού. Άρα δεν υπάρχει όντως η αλήθεια, δεν υπάρχει όντως ο Θεός. Ο Λαός των Ηνωμένων Πολιτειών επομένως αφήνει στο κάθε μέλος αυτής της κοινωνίας, να εκφράζει ελεύθερα την ιδιοτροπία του, να ζει στον κόσμο του, όσον αφορά στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής. Όσον αφορά στη δημόσια σφαίρα επικρατεί η αθεΐα ως θεμέλιο της κοινωνικής συμβίωσης. Αφού δεν υπάρχει η αλήθεια, μία μόνο αλήθεια επικρατεί: ότι δεν υφίσταται τίποτε πέρα από την κοσμική πραγματικότητα και τον άνθρωπο.
Λέων Μπρανγκ