Ο Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ ΩΣ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος,
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
Ὅταν μοῦ προτάθηκε ἀπό τόν ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό παπα-Ματθαῖο, ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ναοῦ ἁγίου Δημητρίου Μπραχαμίου, νά μιλήσω γιά τόν μακαριστό Πατέρα καί Γέροντά μου, Πατέρα καί Γέροντα τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἀρχιμανδρίτη Γεώργιο Καψάνη, αἰσθάνθηκα σάν ἀσθενικός νάνος μπροστά σέ ἕνα γίγαντα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σέ ἕνα σκεῦος ἐκλογῆς σάν τόν Ἀπόστολο Παῦλο, σέ ἕνα πολυτάλαντο ἄνθρωπο τῆς θυσίας, τῆς ἀγάπης καί τῆς ζωντανῆς θεολογίας. Αἰσθάνθηκα ἀνήμπορος νά μιλήσω γιά τόν χαρισματοῦχο αὐτόν Γέροντα, δεδομένου ὅτι καί ἄλλοι πατέρες τῆς Ἱ. Μονῆς μας καταπιάστηκαν μέ αὐτό τό θέμα, ὅπως ὁ π/Φιλόθεος, ὁ π/Γρηγόριος, ὁ π/Δημήτριος, ἰδίως ὁ π/Λουκᾶς μέ 10 ὁμιλίες, ὅλες ὡραῖες καί περιεκτικές.
Ἐπίσης ἔγραψε καί ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του Δημήτριος Καψάνης πολλά στοιχεῖα γιά τά παιδικά χρόνια τοῦ Γέροντα, καθώς καί ἄλλοι πολλοί, μολονότι, ὅπως παραδέχονται καί ὅλοι, δέν μποροῦν νά περιγράψουν ἐπαρκῶς τήν προσωπικότητα, τό πολύπλευρο ἔργο καί τή θεολογική μαρτυρία τοῦ π/Γεωργίου. Ἐξ αὐτοῦ διαφαίνεται καί ἡ ἀδυναμία μου, διότι δέν ξέρω τί νά πρωτοπεριγράψω, τί νά πρωτοπῶ. Ἐλπίζοντας ὅμως στήν εὐχή τοῦ π/Γεωργίου, στήν εὐλογία τοῦ νῦν Καθηγουμένου μας Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου, καί στίς δικές σας προσευχές, θά συνεχίσω καθ’ ὑπακοήν τό δύσκολο αὐτό ἐγχείρημα.
Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ξεκινήσω ἀπό τήν δική μου ἐμπειρία γιά τόν Γέροντά μου, συγχωρώντας μου τήν προπέτεια. Μαθητής ἀκόμη στή δεκαετία τοῦ 1970, ἄκουγα τόν κατά σάρκα μεγαλύτερο ἀδελφό μου, τόν Νικόλαο Παπανικολάου, μετέπειτα Καθηγητή Πανεπιστημίου καί κοιμηθέντα πλέον, νά ἀναφέρη μέσα στό πατρικό μας σπίτι: «Ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης, ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης, ὑφηγητής Πανεπιστημίου, σπούδασε στήν Ἀμερική, ἱερομόναχος στή Μονή Πεντέλης, μεγάλη μορφή».
Ἐκεῖνα τά χρόνια στήν Ἀθήνα ὑπῆρχαν ὀκτώ ἐνοριακά νεανικά κέντρα, μέ πρότυπο τό ἵδρυμα τοῦ ἐγκωμιαζομένου Πατρός μας «ὁ Παντοκράτωρ» στό Παλαιό Φάληρο, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό νεανικό μας κέντρο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. Κάποια μέρα τά μέλη αὐτῶν τῶν ὀκτώ νεανικῶν κέντρων συναθροιστήκαμε στήν Ἱ. Μονή Πεντέλης. Στήν ὑπαίθρια τράπεζα πού καθήσαμε, εἴδαμε καί ἕνα ἤ δύο τραπέζια μέ τούς ἱερομονάχους καί μοναχούς τῆς Μονῆς, μεταξύ τῶν ὁποίων κάποιος ἰσχνός μελαχροινός μοναχός, μέ δύο δόντια νά προεξέχουν, μέ μιά ἐλιά στό πρόσωπο, μέ πατρικό χαμόγελο, ἱεροπρέπεια καί σεμνότητα, ὁ ὁποῖος ὁμίλησε περί τῆς θείας χάριτος τόσο ὄμορφα, πού καταλάβαμε ὅτι μίλαγε ἐκ πείρας καί ἀπό καρδίας, καί ὄχι ξερά λόγια. Ξανά ὁ ἀδελφός μου στό σπίτι ἐπέμενε νά ἐγκωμιάζη: «Ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης» συνέχεια καί συνέχεια. Τότε τόν ἐρώτησα: «Μήπως εἶναι ἕνας ἀδύνατος, μελαχροινός μοναχός στή Μονή Πεντέλης, μέ προεξέχοντα δύο δόντια, μέ χαμόγελο, μέ μιά ἐλιά στό πρόσωπο, καί μέ ζωντανό λόγο;». «Αὐτός εἶναι» μοῦ λέει θριαμβευτικά. Ἀπό τότε ἐκτίμησα βαθύτατα αὐτόν τόν ἄνθρωπο.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν μιά παροιμία: «Οὗτος ἐκεῖνος», δηλαδή αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού λέγαμε, ὁ περίφημος. Ἔτσι βεβαιώθηκα κι ἐγώ γιά τήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ πού ἔμελε νά γίνη Γέροντάς μου, Πατέρας καί πνευματικός ὁδηγός.
Ὡς φοιτητής Χημείας πλέον ἐγώ, τό 1973 τόν εἶδα νά ὁμιλῆ στό φροντιστήριο κατηχητῶν στήν Ἱ. Μονή Πετράκη. Ὁ λόγος του μεστός, βαθύς καί συναρπαστικός. Τόν ἴδιο καιρό μέ τά μέλη τοῦ νεανικοῦ κέντρου Ἁγίου Ἀρτεμίου πού προαναφέραμε, ἐπισκεφθήκαμε τήν Ἱ. Μονή Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ στήν Εὔβοια. Ἐκεῖ εἶχε ἐγκατασταθῆ ὁ Γέροντας μέ τή συνοδεία 7 μοναχῶν καί δοκίμων. Ἐκεῖ γνωρίσαμε τόν παπα-Πανάρετο, ταπεινό καί ἀσκητικώτατο, τόν π. Μελέτιο, διάκονο τότε νά σφουγγαρίζη τήν ἐκκλησία, σημερινό Μητροπολίτη Κατάγκας στήν Ἀφρική, τόν π. Τιμόθεο μέ πολλή ἀγάπη καί ἐνθουσιασμό, καί τούς λοιπούς πατέρες. Ὁ ἀδελφός μου, γεμᾶτος θαυμασμό καί ἀγαλλίασι, ἔλεγε: «Τί μεγαλεῖο νά εἶναι κάποιος μοναχός».
Τέλος ξαναβρῆκα τόν Γέροντα παπα-Γεώργιο ὡς Ἡγούμενο στήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Γρηγορίου στό Ἅγιον Ὄρος, τό 1975 μέ διαρκῶς αὐξανομένη ἀδελφότητα. Προηγουμένως εἶχα ἐπισκεφτῆ ἐπί δύο μῆνες καί τίς εἴκοσι Ἁγιορείτικες Μονές, τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν ἅγιο Πορφύριο, τόν ἅγιο Ἐφραίμ Κατουνακιώτη, καί ἡ καρδιά μου ρίζωσε στή Μονή Γρηγορίου, σ’ αὐτόν τόν Γέροντα, τόν παπα-Γεώργιο, ἀλλά δέν τό εἶπα σέ κανένα. Ὅταν ἐπισκέφθηκα τό Μπουραζέρι, ὅπου ἐμόναζαν ὁ παπα-Χαράλαμπος μέ τή συνοδεία του, μετέπειτα Διονυσιάτες, κάποιος μοναχός πού μιλοῦσε μέ τόν διορατικό μοναχό γέροντα Ἀρσένιο, μοῦ εἶπε κρυφά: «Ἄντε νά σέ δοῦμε καί στή Μονή Γρηγορίου».
Τό 1976, τριτοετής φοιτητής, τούς θερινούς μῆνες ἔμεινα ὡς προδόκιμος στήν Μονή Γρηγορίου, νά δοκιμαστῶ ἄν κάνω γιά μοναχός. Ἐκεῖνο τόν καιρό, ὅπως ὅλοι οἱ ὑποψήφιοι μοναχοί, ἀντιμετώπισα κι ἐγώ τήν ἀντίδρασι τῶν γονέων μου καί τοῦ κόσμου, καί χωρίς νά διστάζω, σκεφτόμουν ἄν ἦταν θέλημα Θεοῦ ἡ ἀπόφασί μου. Κάποια μέρα μέ κάλεσε ὁ Γέροντας παπα-Γεώργιος καί μοῦ εἶπε μέ ἀπόλυτη σιγουριά: «Μή στενοχωριέσαι, θά γίνης μοναχός». Ἀμέσως μέ τά προφητικά αὐτά λόγια του αἰσθάνθηκα πλήρη ἀγαλλίασι καί ἀνάπαυσι.
Τό 1978, ἐπί πτυχίῳ φοιτητής ἀναχώρησα γιά τήν Μονή Γρηγορίου μέ κάποιον συμφοιτητή μου. Πέρασα καί ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό, τότε κελλί τοῦ ἁγίου Παϊσίου, νά πάρω τήν εὐχή του γιά τήν ὁριστική μου ἀπόφασι. Δέν θά ξεχάσω τά λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου: «Παιδί μου, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ π. Γεώργιος, ἔχει πολλή πατρικότητα».
Ἐγκαταστάθηκα πλέον ὡς δόκιμος στή Μονή τῆς μετανοίας μου τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέσα μου ὅμως ὑπῆρξε μιά πέτρα κοσμικότητας. Ἔκανα πλήρη ἐξομολόγησι στόν Γέροντα. Μοῦ εἶπε: «Θά σοῦ πῶ πότε θά κοινωνήσης». Στούς Τρίτους Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μας, ὅταν ἀντίκρυσα στολισμένη τήν Προστάτιδά μας Κυρία Θεοτόκο στό τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ, αἰσθάνθηκα νά ραγίζη αὐτή ἡ κοσμική πέτρα μέσα μου. Ἔκλαψα, κατανύχθηκα. Τό ἑπόμενο πρωί, χωρίς νά πῶ τίποτε σέ κανένα, μέ καλεῖ ὁ Γέροντας καί μοῦ λέγει: «Τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θά κοινωνήσης». Δεύτερη καινούργια χαρά!
Ὅμως ἀρκετά εἶπα γιά τίς πρῶτες προσωπικές μου ἐμπειρίες μέ τόν παπα-Γεώργιο. Ἄς ἐξετάσουμε τώρα τόν Γέροντά μας ἀπό τά πρῶτα, βρεφικά, παιδικά καί νεανικά του χρόνια. Γεννήθηκε τό 1935 ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Ἀναστάσιο Καψάνη, δικηγόρο στό ἐπάγγελμα, καί τή Μαρία, τό γένος Δημητριάδου, δασκάλα στό ἐπάγγελμα. Ἡ μητέρα του εἶχε βαθειά πίστι καί εὐλάβεια, καί ἀνέθρεψε τά παιδιά της «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», ὄντας κατηχήτρια στόν Ἱ. Ναό ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, μέ μεγάλο κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο. Εἶχε πνευματικό τόν ἅγιο Πορφύριο.
Ἀφ’ ὅτου γεννήθηκε ὁ μικρός Γεώργιος, παρουσίαζε κάποιες ἀσθένειες, συγκεκριμένα σκελετικά προβλήματα καί ἀναιμία. Οἱ γιατροί ἔδιναν τό πολύ 9 χρόνια ζωῆς στόν μικρό Γεωργάκη. Μεγάλη ἡ θλίψι τῶν γονέων. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ Παναγία φανερώθηκε σέ κάποια γειτόνισσά τους, καί εἶπε νά διαβιβάση στούς γονεῖς του νά μή στενοχωριοῦνται, διότι ὁ Γεωργάκης θά ζήση καί ὅτι τόν ἀναλαμβάνη ἡ ἴδια ἡ Παναγία ὑπό τήν προστασία της. Ἐξ οὗ καί ἡ ὑπερβολική εὐλάβεια τοῦ Γέροντα πρός τήν Κυρία Θεοτόκο.
Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ὁ Γέροντας ἐμφάνισε τήν διπλή ἀγάπη: Τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Ἔτσι ἀποφάσισε χωρίς ἐνδοιασμούς νά ἀκολουθήση τόν ἱερατικό καί μοναχικό βίο. Ὅταν σέ κάποια οἰκογενειακή ἑορτή συζητοῦσαν -μετά τήν κοίμησι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου- ποιός θά γίνη νέος Ἀρχιεπίσκοπος, σηκώθηκε ὁ μικρός Γεώργιος, τρισήμισυ ἐτῶν τότε, καί εἶπε: «Ἐγώ θά γίνω». Βέβαια δέν ἔγινε, ἀλλά αὐτό δείχνει ἀπαρχή ἀφιερώσεως στήν Ἐκκλησία. Ὅταν ἀρκετές φορές μετά ἀπό χρόνια τοῦ πρότειναν νά γίνη ἐπίσκοπος, ἔλεγε ὑπό μορφήν ἀστείου: «Δέν μέ ἀφήνει ἡ μητέρα μου».
Πρώτη ἔνδειξις ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον: Ἀπό 5 χρονῶν ἔκανε τόν ἱερέα στό ἡμιυπόγειο τοῦ σπιτιοῦ, μαζεύοντας τά παιδιά τῆς γειτονιᾶς. Τό ἡμιυπόγειο τοῦ σπιτιοῦ μετετράπη σέ «ἐκκλησάκι» μέ ὑποτυπῶδες τέμπλο, καί ὁ Γεώργιος ἀπέκτησε ράσα, θυμιατό καί μιά ἄδεια ὀβίδα γιά καμπάνα γιά τίς παιδικές ἀκολουθίες του. Ἔτσι μᾶς θυμίζει τούς ἁγίους Μέγα Ἀθανάσιο καί Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη πού «ἱερουργοῦσαν» ἀπό μικροί. Μποροῦμε νά ποῦμε, σάν τόν ἅγιο Σάββα τόν ἡγιασμένο, ὅτι ἦταν «παιδαριογέρων». Σέ αὐτό συνέβαλε καί ὁ πνευματικός του Μητροπολίτης πρώην Λήμνου Вασίλειος Ἀτέσης. Σπανίως ἔπαιζε παιχνίδια στή γειτονιά. Οὐδέποτε μάλωσε μέ τόν ἀδελφό του. Χωρίς νά τόν ζηλέψη, τόν προστάτευε.
Κάποια ἡμέρα ὁ θεῖος του τόν πῆγε σέ συναυλία παιδιῶν πού ἔπαιζαν διάφορα μουσικά ὄργανα. Ὅταν ἔφευγαν, τόν ρώτησε ὁ θεῖος του: «Σοῦ ἄρεσε ἡ συναυλία, Γεώργιε;». Καί ὁ μικρός Γεώργιος ἀπάντησε: «Ὄχι, θεῖε, δέν μοῦ ἄρεσε». Καί ξαναρώτησε ὁ θεῖος: «Τότε τί σοῦ ἀρέσει, ἀνηψιέ μου;» Καί τοῦ ἀπάντησε: «Ὁ ἦχος τῆς καμπάνας!».
Ἀργότερα μαθήτευσε στό Πειραματικό Σχολεῖο Ἀθηνῶν, ὅπου ἀρίστευσε. Τελειώνοντας τή Μέση Ἐκπαίδευσι, διάλεξε ἐπίμονα τή Θεολογική Σχολή. Ὁ πατέρας του ἤθελε νά σπουδάση νομική, μά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε, ἀπειλώντας τούς γονεῖς πώς ἄν δέν τόν ἀφήσουν, θά πάη στό Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι τόν ἄφησαν ἐλεύθερο. Θά λέγαμε πώς ὁ Γεώργιος ἔμοιαζε μέ τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο: «ἀπό βρέφους τά ἱερά γράμματα οἶδε», καί σάν τόν Προφήτη Μωυσῆ: «ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ».
18 χρονῶν ἔκανε κατηχητικό στά παιδιά τῆς ἐνορίας τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Στά 19 του χρόνια ὀργάνωνε κατασκηνώσεις στήν Πεντέλη καί στήν Πάρνηθα. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συνέστησε μιά νεανική παρέα, τή "Χριστιανική Συντροφιά Νέων" στήν ἐνορία του. Ἀρχικά ξεκίνησαν ἀπό ἑπτά μέλη καί τελικῶς ξεπέρασαν τά ἑβδομῆντα μέλη, νέοι, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων τότε δέν εἶχαν ἰδιαίτερη σχέσι μέ τήν Ἐκκλησία. Μέ τίς ἐλεύθερες συζητήσεις κέρδισε τούς νέους πάνω στούς διαφόρους προβληματισμούς τους, προσανατολίζοντάς τους στήν ὀρθόδοξη πίστι. Τόν ἐμπιστεύθηκαν γιά τή ζεστασιά τῆς αὐθεντικῆς του προσωπικότητας καί τή γνησιότητα τῶν αἰσθημάτων ἀγάπης, ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδιᾶς του, καί ὄχι ἀπό τυπική ἐκπλήρωσι κάποιου καθήκοντος. Μετά τή στρατιωτική του θητεία, ἐργάσθηκε δέκα χρόνια στή Μέση Ἐκπαίδευσι. Παράλληλα ἀνέπτυξε καί συνέχισε ἀξιοθαύμαστη κατηχητική δραστηριότητα.
Σύντομα γιά λόγους χωρητικότητος ὁ τότε φοιτητής Γεώργιος κινήθηκε στήν ἵδρυσι ἐκκλησιαστικοῦ Κέντρου Νεότητος. Ἀπευθύνθηκε στόν Ἀγησίλαο Σγουρίτσα γιά δωρεά. Δόθηκε τό οἰκόπεδο. Τό 1959 ζητεῖ ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν νά λάβη ὑπό τήν προστασία της τό ἵδρυμα, γιά νά ἐξασφαλισθῆ πλήρως ὁ ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας του. Τόν Μάϊο τοῦ 1963 γίνονται τά ἐγκαίνια τοῦ ἱδρύματος «Ὁ Παντοκράτωρ», καί τό 1964 ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ παρεκκλησίου τοῦ ἱδρύματος πρός τιμήν τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ὅλα αὐτά μέ σκοπό νά δημιουργοῦνται καινοί ἄνθρωποι. Ὁ νεαρός τότε Γεώργιος προσευχόταν νά μπαίνη πρῶτος ὁ Χριστός στό ἵδρυμα καθημερινά καί νά φεύγη τελευταῖος. Ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος. Ἀπό ἐκεῖ βγῆκαν πολλά ἀξιόλογα ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. Οἱ κάτοικοι τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου θυμοῦνται μέ εὐγνωμοσύνη τόν Γέροντα.
Τό ἀντικείμενο τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς ἦταν «ἡ Ποιμαντική Διακονία ὑπέρ τῶν Φυλακισμένων». Τακτικές ἐπισκέψεις σέ φυλακές ἀνηλίκων ἦταν τό ἐφαρμοσμένο μάθημά του στούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς.
Τό 1966 ἀποφάσισε νά πάη στήν Ἀμερική γιά μεταπτυχιακές σπουδές. Ἐκεῖ ἀντιλήφθηκε καί ἔζησε ἀπό κοντά τόν ἀνθρωποκεντρισμό (οὐμανισμό), τή χρεωκοπία καί τήν κατάντια τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Δύο χαρακτηριστικά τραγικά γεγονότα μᾶς διηγήθηκε ἀπό αὐτά πού ἔζησε στήν Ἀμερική. Στό πρῶτο, ἕνας προτεστάντης ἱερέας σέ κάποια διάλεξί του μίλησε γιά τή θεωρία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Κάποιος φοιτητής τόν ἐρωτᾶ: «Πιστεύετε ὅτι πέθανε ὁ Θεός, ἤ ὅτι πέθανε ἡ πίστις στόν Θεό;». Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Πιστεύω ὅτι πέθανε ὁ Θεός». Ξαναρωτᾶ ὁ φοιτητής: «Καί τότε πῶς μπορεῖτε νά εἶστε ἱερεύς;». Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Ρώτησα τόν ἐπίσκοπό μου, ἄν μέ αὐτές τίς ἰδέες μπορῶ νά εἶμαι ἱερεύς, καί μοῦ εἶπε: Στό θέμα αὐτό κι ἐγώ τά ἔχω χαμένα. Κάνε ὅ,τι νομίζεις».
Στό δεύτερο, ἡ σπιτονοικοκυρά του τόν κάλεσε στή χριστουγεννιάτικη ἑορτή τῆς κόρης της. Ὁ τότε Γεώργιος προσπάθησε νά ἀκούση μέσα στά ποιήματα καί στά σκέτς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καί δέν τό ἄκουσε. Κατόπιν ρώτησε τήν κυρία, προτεστάντισα στήν πίστι: «Μά δέν μιλήσανε καθόλου γιά τόν Χριστό;». Κι ἐκείνη ἀπάντησε κλαίγοντας: «Δυστυχῶς, ἔτσι μᾶς ἔκαναν οἱ Ἑβραῖοι, νά γιορτάζουμε τά Χριστούγεννα χωρίς Χριστό».
Μέσα σ’αὐτό τό τραγικό κλῖμα τοῦ δυτικοῦ οὐμανισμοῦ ὁ Γεώργιος τότε συνειδητοποίησε τήν σημασία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ποιμαντικῆς, τῆς θεανθρωποκεντρικῆς ποιμαντικῆς μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σέ μιά ἐποχή ἐκκοσμικεύσεως ὁ Γέροντας ἤθελε τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως. Σέ ὅλες τίς ὁμιλίες του, ἑορταστικές καί ποιμαντικές, ὁ πυρήνας του ἦταν πάντα ἡ προοπτική τῆς θεώσεως.
Μετά τίς μεταπτυχιακές σπουδές στήν Ἀμερική προσελήφθη ὡς βοηθός στήν Ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς ἀπό τόν Καθηγητή Κωνσταντῖνο Μουρατίδη. Ἐκεῖ πλέον ἔφερε τήν ἐμπειρική θεολογία στή Σχολή. Δύο πρωτοποριακά ἔργα: «Ἡ Ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν φυλακισμένων» καί «Ἡ Ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας».
Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωσι στόν πρόλογο τοῦ τελευταίου αὐτοῦ βιβλίου ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν γράφτηκαν σάν νομοκάνονο πού ἐξασφαλίζει στόν ἄνθρωπο τόν Παράδεισο, δηλαδή πού τόν κατοχυρώνει νομικά νά δικαιωθῆ ἐξ ἔργων νόμου. Ὄχι. Γράφτηκαν γιά νά μοιάσουμε στόν Θεό, γιά νά πετύχουμε τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Νά λοιπόν τό μόνιμο θέμα τοῦ Γέροντος, ἡ θέωσις.
Ὅσοι φοιτητές ἄκουσαν τότε τά μαθήματά του καί συναναστράφηκαν στά πέντε χρόνια τῆς παραμονῆς του στή θέσι αὐτή, θαύμασαν τόν τρόπο διδασκαλίας του. Γεμᾶτος θεία χάρι καί πνευματική πνοή ἀναζωογονοῦσε τίς πανεπιστημιακές αἴθουσες. Ἀνέτρεψε τό ξερό κλῖμα τῆς ὀρθολογιστικῆς θεολογίας καί ἀνέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας.
Τό 1972 κείρεται μοναχός στήν Ἱ. Μονή Πεντέλης καί χειροτονεῖται διάκονος καί πρεσβύτερος, ἐνόσῳ ἀκόμη διατηρεῖ τή θέσι του στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι πραγματοποιεῖται ὁ παιδικός του πόθος, μέ πολλή ἀγάπη προσφέροντας ὅλο τόν ἑαυτό του ὡς ἱερομόναχος στόν Χριστό. Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1973 φεύγει γιά τήν Εὔβοια, στήν Ἱ. Μονή τοῦ ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ, ὅπου γίνεται καί ἡγούμενος, μέ μιά μικρή συνοδεία: Τόν π. Πανάρετο, τόν π. Μελέτιο, τόν π. Τιμόθεο καί ἄλλους μοναχούς καί δοκίμους. Μητροπολίτης Χαλκίδος τότε ἦταν ὁ Νικόλαος Σελέντης, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τόν Γέροντα καί τή συνοδεία του. Κατόπιν ὁ Γέροντας παραιτεῖται ἀπό τήν κοσμική πανεπιστημιακή σταδιοδρομία καί ἀρχίζει τήν ἐφαρμοσμένη Ποιμαντική μέσα ἀπό τόν Μοναχισμό μέ δομή ἐκκλησιαστική. Προέκρινε καί προτίμησε «τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου».
Τό 1974 συνέβη ἡ ἔκπτωσι τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος Νικολάου, καί ἡ ἀδελφότης τοῦ ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ, ἐν ὄψει τῆς νέας καταστάσεως δέν μποροῦσε νά παραμείνη ἐκεῖ. Τότε συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Ὁ π. Τιμόθεος νωρίτερα εἶχε ἐπισκεφθῆ τό Ἅγιον Ὄρος, καί συναντήθηκε μέ δύο Ἁγιορεῖτες Πατέρες: μέ τόν παπα-Βησσαρίωνα, προηγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Γρηγορίου, καί μέ τόν παπα-Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη. Ὁ π. Ἀθανάσιος πρότεινε στόν π. Βησσαρίωνα νά δεχθοῦν στή Μονή Γρηγορίου τή συνοδεία τοῦ Γέροντα π. Γεωργίου Καψάνη. Πρόθυμος καί χαρούμενος ὁ παπα-Βησσαρίων παρακάλεσε τόν π. Τιμόθεο νά πείση τόν Γέροντα νά ἔλθη ἡ ἀδελφότης τους στό Μοναστήρι τους, καί θά κάνουν ἡγούμενο τόν π. Γεώργιο καί κάποιους πατέρες προϊσταμένους.
Τελικῶς ἡ συνοδεία ἔφυγε ἀπό τόν ἅγιο Γεώργιο τόν Ἀρμᾶ. Ταξιδεύοντας ὁ Γέροντας μέ τή συνοδεία του μέ τζίπ καί κατευθυνόμενοι πρός τό Ἅγιον Ὄρος, καθ’ ὁδόν ἔβλεπαν μιά νεκροφόρα νά τούς συνοδεύη, νά τούς προσπερνᾶ καί νά τούς ἀκολουθῆ. Ποιός νεκρός ἦταν στή νεκροφόρα: Ὁ Προηγούμενος παπα-Βησσαρίων, πού εἶχε κοιμηθῆ στό Προμύρι τοῦ Βόλου καί μεταφέρετο γιά νά ταφῆ στή Μονή τῆς Μετανοίας του, στή Μονή Γρηγορίου.
Ἡ ἀδελφότης κατά πρῶτον ἐγκαταστάθηκε γιά λίγο στήν Ἱ. Μονή Σίμωνος Πέτρας, διότι συνδέονταν οἱ δύο ἀδελφότητες, καί ὁ τότε εὐλογημένος Ἡγούμενος, ὁ μακαριστός παπα-Αἰμιλιανός ἀγαποῦσε πολύ τόν π. Γεώργιο. Κατόπιν μέ συστάσεις τοῦ π. Αἰμιλιανοῦ, τοῦ μακαριστοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, καθώς καί μέ κάποιους Γρηγοριάτες Πατέρες πού κατέφθασαν στή Σιμωνόπετρα νά παρακαλέσουν τό Γέροντα νά ἐπανδρώσουν τή Μονή Γρηγορίου, κατέβηκε ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντα στή Μονή Γρηγορίου. Σύντομα ἔγιναν ὁ Γέροντας μέ τούς νεοφερμένους πατέρες μεγαλόσχημοι, ὁ Γέροντας πλέον ὡς λύχνος ἐτέθη ἐπί τήν λυχνίαν καί ὡς πόλις ἐπάνω Ὄρους κειμένη, ἔγινε Ἡγούμενος στή Μονή μας, καί οἱ πατέρες π. Πανάρετος καί π. Μελέτιος προϊστάμενοι, καί ἀργότερα καί ὁ π. Τιμόθεος.
Νέο κεφάλαιο στό βίο τοῦ Γέροντα. Τόν χάνει ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία, τόν κερδίζει ἡ Προστάτις τοῦ Ἁγίου Ὄρους Κυρία Θεοτόκος, προσκαλώντας τον στό Περιβόλι της, στήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Γρηγορίου. Ἐδῶ ὁ Γέροντας μέ ὑπομονή, διάκρισι καί ἀπέραντη ἀγάπη, γεφύρωσε τό χάσμα παλαιῶν καί νέων μοναχῶν. Σεβάστηκε τά ἁγιορείτικα τυπικά, καί μέ πολλή ἐν Χριστῷ ἀγάπη «ὡς ὄρνις ἐπί τήν νοσσιάν αὐτῆς» ἀγκάλιασε καί περιέθαλψε ὅλους τούς ἀδελφούς. Παράλληλα ἔγινε καί ἡ αὔξησις τῶν μοναχῶν στήν ἀδελφότητα.
Εὐλογία ἡ αὔξησις αὐτή, ἀλλά ἐπιπρόσθετος Σταυρός γιά τόν Γέροντα. Κόποι, δάκρυα, ὑπομονή καί προσευχή τοῦ π. Γεωργίου, γιά νά ἔχουμε ἑνότητα καί ἀγάπη. Ἔλεγε κάποτε ὁ Γέροντάς μας σέ κάποιον Μητροπολίτη πού θαύμαζε τό κοινόβιό μας: «Χύθηκε πολύ αἷμα γιά τήν ἑνότητα τῆς ἀδελφότητος».
Παράλληλα μέ τήν εὐλογία αὐτή στό κοινόβιό μας, συνόδευαν τόν π. Γεώργιο καί πολλές ἀσθένειες: Ἀρρυθμία τῆς καρδιᾶς, πόνοι στό στομάχι καί στά ἔντερα, νευραλγία τοῦ τριδύμου, οὐρολογικά, ἀρθροπλαστικές ἐγχειρήσεις. Ὅμως αὐτός δέν τά ἔβαζε κάτω. Φρόντιζε γιά τήν ποιμαντική στήν Ἀφρική, ἔστελνε κάποιους πατέρες στά Μετόχια καί σέ Μητροπόλεις κατόπιν εὐλογίας Μητροπολιτῶν γιά ἐξομολογήσεις καί ὁμιλίες, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔγινε πνευματικός σέ γυναικεῖα μοναστήρια. Καρδιά μάνας καί συμπεριφορά πατέρα.
Τέλος προσεβλήθη καί μέ καρκίνο στά ἐπινεφρίδια, καρκίνο καί στόν ἐγκέφαλο. Ὅμως ἡ ἀγάπη του στόν Χριστό καί στήν Παναγία, ἡ ἔμπονη καί σιωπηλή προσευχή του, μᾶς χάρισαν τήν τελευταία εἰκόνα του: ἥρεμο καί ἥσυχο τό τέλος του. Σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ: «Τά ἐπουράνια στά ἐπουράνια». Μᾶς ἄφησε πλέον δύο ἱερές παρακαταθῆκες στό κοινόβιο: Τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα.
Ἀπό ἐδῶ καί κάτω ἐπιτρέψατέ μου νά ζωγραφίσω τόν Γέροντά μου, ἤ καλύτερα τόν Γέροντά μας, ὅλης τῆς ἀδελφότητος καί ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι θά κλέψω χαρακτηρισμούς καί ἀπό τούς προαναφερθέντες ἀδελφούς καί πατέρες, γνωρίζοντας πώς θά μοῦ τό συγχωρήσουν. Ἡ ἀρετή εἶναι μία, σύμφωνα καί μέ τόν Πλάτωνα, καί μέ τούς ἁγίους Πατέρες. Ὅποιος ἔχει μία ἔκφανσι τῆς ἀρετῆς, ἔχει συλλάβει ὅλη τήν ἀρετή. Ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀγάπη.
Κίνητρο τοῦ Γέροντα στόν ἀγῶνα κατά τοῦ οὐμανισμοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Τίποτε δέν προτιμοῦσε παραπάνω ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη, οὔτε τόν ἑαυτό του, οὔτε τό Μοναστήρι του. Γι’ αὐτό ἔλεγε: «Πρῶτα ἡ Ἐκκλησία, ὕστερα τό Ἅγιον Ὄρος καί μετά ἡ Γρηγορίου». Ζοῦσε ἀνιδιοτελῶς τήν ἀγάπη του πρός τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως, ὡς ἀντίστασι καί ἀνάχωμα στόν ἐπερχόμενο οὐμανισμό.
Εἶχε ἀρχοντική καί πατρική ἀγάπη. Ἀπό τήν μεγάλη του ἀγάπη κι εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό ξεπήγαζε καί ἡ ἄδολη ἀγάπη του πρός τόν πλησίον. Ἀγάπη σεβασμοῦ καί ἐκτιμήσεως πρός κάθε ἄνθρωπο. Καθένας μποροῦσε νά διαπιστώση πώς ὅπως ἐκτιμοῦσε, σεβόταν καί μιλοῦσε πρός ἀρχιερέα, ἔτσι σεβόταν, ἐκτιμοῦσε καί μιλοῦσε πρός κάθε μοναχό, κάθε δόκιμο, κάθε λαϊκό, ἀκόμη καί φτωχό, ἀκόμη καί ναρκομανῆ, ἀκόμη καί παρία τῆς κοινωνίας. Ἐφάρμοζε τό πατερικό: «Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες τόν Θεό σου».
Ἔτρεφε πηγαία ἀγάπη καί συμπάθεια πρός ὅλους. Τό εἶχε σάν φυσικό χάρισμα, καί μέ εὐγνωμοσύνη τό ἀπέδιδε στή θεία χάρι. Συμπονοῦσε ἀληθινά. Παρενέβαινε μέ ἀγάπη σέ θέματα μοναχικά, ἁγιορειτικά καί ἐκκλησιαστικά. Πρωτίστως προσευχόταν, μετά μιλοῦσε, συνέγραφε, μεσολαβοῦσε, ἐπαινοῦσε, συνέχαιρε, «ἵνα πάντας κερδίση». Θυσίαζε τόν ἑαυτό του γιά τήν ἀγάπη. Κάποτε κατάκοπος μίλησε πρόθυμα σέ Γερμανούς ἀστυνομικούς πρός ὠφέλειαν ὅλων. Πρίν κοιμηθῆ ὁ Γέροντας, κάποιος τοῦ φίλησε τό χέρι καί εἶπε στόν π. Λουκᾶ: «Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος μπόρεσε νά χωρέση μέσα στήν καρδιά του τόσους ἀνθρώπους».
Κοντά στήν ἀγάπη εἶχε καί διάκρισι, μέ τήν ὁποία διευθετοῦσε τά πάντα. Ἡ γνώμη του καί ἡ κρίσις του ἦταν πάντα ὀρθή καί ἀληθινή γιά κάθε ζήτημα. Πολλές φορές μέ ἀνεξάντλητη ὑπομονή καί ἀγάπη διόρθωνε τά λάθη, τίς ἀδυναμίες, τίς ἀπειρίες καί τίς ἀτασθαλίες μας. Συνάμα μᾶς νουθετοῦσε νά γράφουμε τίς ἐπιστολές μας μέ ἀγάπη καί εὐγένεια. Νά ξεκινοῦμε πάντα ἀπό τά θετικά στή ζωή τους, καί κατόπιν, ἄν χρειάζεται, κάτι σάν ἀδελφική παρατήρησις μέ πολλή λεπτότητα καί διάκρισι, ποτέ ἔλεγχος. Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀρχή του: Πρῶτα νά ἐπαινέση γιά τά σωστά ἔργα μας, καί μετά μέ πατρικότητα καί διάκρισι νά ἐπιστήση τά λάθη μας.
Ὁ λόγος του ἦταν συμβουλευτικός, στηρικτικός, ἐνισχυτικός, ἤπια ἐλεγκτικός. Ποτέ κουραστικός ἤ φορτικός. Πάντα ἀληθινός, πρωτότυπος, διακριτικός, συνετός.
Εἶχε βαθειά καί οὐσιαστική ταπείνωσι, ὄχι ταπεινολογία ἤ ταπεινοσχημία. Κάθε τί πού ἔλεγε, τό ἀπέδιδε στούς ἁγίους Πατέρες. Δέν εἰσήγαγε καινούργιες θεωρίες στά δόγματα. Πρίν ἐκφωνήση τά θεολογικά του κείμενα, τά παρουσίαζε σέ συγχρόνους Ἁγίους καί σέ ὀρθοδόξους πατέρες. Ποτέ δέν καυχήθηκε γιά τό ποιμαντικό του ἔργο. Ἔλεγε: «Μετάνοια εἶναι ἡ αἴσθησις πώς δέν ἀναπαύω τόν Θεό. Πενθῶ καί ἀγωνίζομαι χωρίς ἀπελπισία, ἐλπίζοντας στό ἔλεός Του». Σεβόταν τούς ἱερεῖς καί τούς ἀρχιερεῖς. Τούς τιμοῦσε, τούς καλοῦσε σέ συλλείτουργο καί σέ διδαχή πρός τήν ἀδελφότητα. Τούς εὐχαριστοῦσε γιά τή διακονία τους στίς Μητροπόλεις τους. Κάποτε ταπεινώθηκε χωρίς διαμαρτυρία σέ κάποια ἄδικη ἐπιτίμησι ἀρχιερέως.
Ὅμως καί ἡ πίστις του ἦταν βαθυτάτη, ὄχι μόνον ἀποδοχή τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων,ἀλλά κυρίως ὡς πλήρης ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί στό ἅγιο θέλημά του. Πλήρως ἀναπαυμένος στό θεῖο θέλημα, ἐμπιστευόταν τή ζωή του καί ὅλα τά θέματα τῆς διακονίας του. Δέν ἀγωνιοῦσε, δέν ἀγχωνόταν γιά λύσεις στά προβλήματα, ἀλλά ἐμπιστευόταν στή λύσι μέ βάσι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Κοντά στήν πίστι καλλιεργοῦσε καί τήν προσευχή. Προσευχόταν καρδιακά, ἀθόρυβα καί ἀληθινά. Μολονότι καθημερινά βομβαρδιζόταν ἀπό πολύπλευρη διακονία, εἶχε μέσα του τό δῶρο τῆς ἡσυχίας. Χαρούμενος δεχόταν μοναχούς καί λαϊκούς, τούς ἄκουγε, συνέπασχε καί συμπονοῦσε, ἀλλά δέν ἐπηρεαζόταν ἀπό ζάλη, ταραχή καί τύρβη. Ἡ καρδιά του εἰρηνική, σάν τόν βυθό τῆς θάλασσας. Ἡσυχαστής, ἐργάτης τῆς προσευχῆς. Μέ τήν προσευχή καλλιεργήθηκε καί ἡ θεολογία: «Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος ἦ, καί εἰ θεολόγος ἦ, ἀληθῶς προσεύξῃ».
Πιστός ἀκόμη στήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν». Πίστευε καί θεολογοῦσε «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ποτέ δέν ξέφυγε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πίστι, ἀντίθετα γι’ αὐτήν ἀγωνίστηκε ὅλη τή ζωή του. Πίστις καί θεολογία συνυφασμένα μέσα του.
Ἔτσι ἔλαβε τό χάρισμα τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ὡς πρότυπο διδασκάλου καί ποιμένος, ντύθηκε τό μοναχικό σχῆμα καί τήν ἱερωσύνη. Στηριγμένος στούς ἁγίους Πατέρες, βασικό του μέλημα στή θεολογία του ἦταν ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἐπηρεάστηκε ἀπό τή δυτική θεολογία, μολονότι τή γνώριζε καλά καί τήν ἔλεγχε δεόντως. Θεολογοῦσε ποιμαντικά καί ποίμαινε θεολογικά. Ὅλως ἰδιαιτέρως τιμοῦσε τήν Κυρία Θεοτόκο, πού σέ μικρή ἡλικία τόν ἔσωσε ἀπό σίγουρο θάνατο. Βάδιζε στά ἴχνη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.
Ἡ ποιμαντική του διακονία, γραπτή καί βιωματική, ἔγινε πρότυπο τῆς ποιμαντικῆς γιά τήν Ἐκκλησία. Χριστοκεντρική προοπτική σέ ὅλα τά ἐκκλησιαστικά μυστήρια. Μέ βάσι τόν ἅγιο Γρηγόριο Θεσσαλονίκης, διατύπωσε τήν κοινωνία θεώσεως μέ τή βοήθεια τῆς ἀκτίστου θείας χάριτος.
Ὁ μοναχισμός ὡς ὁδός τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξέφρασε τήν ἡσυχαστική θεολογία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῶν ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Νεκταρίου. Χωρίς τή θεία χάρι, ὁ ἄνθρωπος δέν θεώνεται. Ἔγινε στήριγμα στίς γυναικεῖες μοναστικές κοινότητες.
Πραγματοποίησε ὁμιλίες σέ διάφορες Μητροπόλεις, ἰδίως στόν Ἱερό Ναό ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Φρόντισε γιά τήν προστασία τῶν πιστῶν ἀπό στρεβλώσεις καί παραχαράξεις τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν, τῶν διαλόγων τῆς ἀγάπης καί τοῦ χριστιανικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Μέ τή διαστροφή τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος κινδυνεύει ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Τόνιζε ὅτι οἱ θεολογικές διαφορές μας μέ τούς παπικούς δέν θά ξεπεραστοῦν, ὅσο ἡ θεολογία τῆς δύσεως παραμένει ἀνθρωποκεντρική καί ὄχι θεανθρωποκεντρική. Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ παπικοῦ πρωτείου σημαίνει οὐνιτική ἕνωσι, ἀντίθετη μέ τήν ὀρθόδοξη πίστι.
Ἐπεσήμανε τή ζημιά καί τή φθορά τῆς Ἐκκλησίας στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ὅπου συνιστᾶται ἡ προτεσταντική θεολογία. Ἡ γνωστή φράσις «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ» δέν συμβάλλει στήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν.
Προσέφερε πολλά ὁ Γέροντας στήν Ἐκκλησία μας μέ τήν παρέμβασί του στό διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Ὁ διάλογος αὐτός δέν ὁλοκληρώθηκε μέ βάσι τήν ὀρθόδοξη χριστολογία, καί γι’ αὐτό ἀπέτυχε.
Ἐνημέρωνε τό πλήρωμα γιά τόν διαθρησκειακό διάλογο, καί ἰδίως γιά τά ἐκπαιδευτικά προγράμματα πού ὁδηγοῦν στή διάβρωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως.
Διαμαρτυρήθηκε γιά τή νομιμοποίησι τῶν ἀμβλώσεων, πού σημαίνει ἐγωισμό καί ὄχι ἐλευθερία. Ἐπίσης ἀρνήθηκε νά δεχθῆ στό μοναστήρι μας τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας μέ ἐπίσημη ὑποδοχή, ἐπειδή ὑπέγραψε τό νομοσχέδιο νομιμοποιήσεως τῶν ἐκτρώσεων. Συνέβαλε οὐσιαστικά κατά τῆς δημεύσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Αὐτές οἱ ἀντιπαραθέσεις του τόν ἀνέδειξαν προφητικό, ὁδηγητικό καί σεβαστό.
Σέ θέματα παιδείας, ἔλεγε ὅτι παιδαγωγός εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Κατήγγειλε ταινίες καί βιβλία μέ ὑβριστικό ὑλικό κατά τοῦ Κυρίου. Ἐπέκρινε τόν θρησκευτικό συγκρητισμό, τήν καῦσι τῶν νεκρῶν, τόν ὑποχρεωτικό πολιτικό γάμο, καθώς καί τόν φεμινισμό, τονίζοντας τό ἄσπιλο πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κατεδίκασε τή θρησκειολογία ὡς καταστροφή τῆς ὀρθόδοξης παιδείας. Διαμαρτυρήθηκε στόν τότε Πρωθυπουργό γιά τήν ἀρχαιολατρία πού συνόδευε τούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες.
Δέχθηκε ὕβρεις, εἰρωνεῖες καί δυσμενῆ σχόλια ἀπό τούς ἐχθρούς του. Μέ μακροθυμία καί γενναιοκαρδία τούς συγχώρεσε. Ἄφησε τό ἔργο του ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη.
Ἐπέδειξε μεγάλη λατρεία πρός τόν Θεό καί βαθύτατο σεβασμό καί εὐλάβεια πρός τήν Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. Ἔγραψε πολλές ὁμιλίες γιά τήν Παναγία, ἕνα θεόπνευστο λόγο: «Ἡ Κυρία Θεοτόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας», καθώς καί ἕνα ποιητικό ὕμνο πρός τήν Παναγία μέ τίτλο: «Ἄξιόν ἐστιν».
Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ Γέροντας ἦταν ὥριμος πνευματικά. Τά χαρίσματά του ἦσαν: Εὐγένεια, ὀξύνοια, διαύγεια σκέψεως, μετριότητα φρονήματος, εὐσπλαγχνία, σταθερότης χαρακτῆρος. Ἐκφάνσεις τῆς ἀρετῆς του ἦταν: Ἀγάπη, πίστις, ὑπομονή, προσευχή, διάκρισις, ἐπιείκεια, καθαρή συνείδησις, εὐθύτης, ἀνιδιοτέλεια, ἀνδρεία ψυχῆς, ταπεινό φρόνημα, καθαρότης προθέσεων, ἀγάπη ἀνυστερόβουλη γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία.
Μόνιμη φροντίδα του στάθηκε ἡ ἐκκλησιαστική ζωή μέ σκοπό τή θέωσι. Προσφυής ὑπῆρξε ὁμιλία του περί θεώσεως σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία μεταφράστηκε καί σέ ἄλλες γλῶσσες. Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι, ὄχι μόνο οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἱερεῖς. Νά ζοῦμε θεανθρωποκεντρική ζωή.
Τόνιζε τήν πνευματική μεθηλικίωσι. Οἱ πνευματικά ἀρχάριοι νά καθαρίζονται ἀπό τά πάθη, οἱ πνευματικοί νέοι νά ψάλλουν μέ καθαρότητα, οἱ ὥριμοι πνευματικά νά ἐπιμένουν στήν προσευχή, οἱ πνευματικά ἡλικιωμένοι νά ἐπιδίδονται στήν θεωρία τῶν θείων μυστηρίων.
Θέματα προσφιλῆ του ἦσαν περί διαρκοῦς μετανοίας, περί καθαρῆς ἐξομολογήσεως μέ ταπείνωσι, περί προσευχῆς, ἐκκλησιασμοῦ καί συμμετοχῆς στά ἱερά μυστήρια. Προσφορά ὅλη μας ἡ ζωή στόν Θεό, «τά σά ἐκ τῶν σῶν». Ἡ ζωή μας νά γίνεται ὡς συνέχεια τῆς θείας λειτουργίας. Στενοχωριόταν γιά ὅσους δέν παντρεύονται, δέν βαφτίζουν τά παιδιά τους, προτιμοῦν τήν ἀποτέφρωσι τῶν νεκρῶν καί ζοῦν χωρίς τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἐπέκρινε τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐτόνισε πώς ὁ ἄθεος οὐμανισμός εἶναι νέα εἰδωλολατρία. Ἔγραψε μικρό βοήθημα γιά τίς διάφορες προσευχές καί ἰδίως γιά τή νοερά προσευχή σέ κάθε περίστασι.
Συμβούλευε τούς ὁμοδόξους Σέρβους καί Ρουμάνους νά κρατήσουν πάσῃ θυσίᾳ τήν πίστι τους, φέρνοντας παραδείγματα τούς Ἁγίους τους. Συνιστοῦσε στούς ἑτεροδόξους τήν ἐπιστροφή τους στήν ἀληθινή πίστι. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ἡ ἐπιστροφή τους στήν Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐπιστροφή στό πατρικό τους σπίτι.
Ἐδῶ ἐπιτρέψατέ μου μιά προσωπική παρεμβολή, δεδομένου ὅτι στά φοιτητικά μου χρόνια ἤμουν ἀναρχικός. Ὄχι ἀναρχικός μέ τή σημερινή σημασία, διότι οἱ σημερινοί ἀναρχικοί δέν εἶναι ἀναρχικοί, ἀλλά εἶναι ἀρχόμενοι ἀπό τίς μυστικές ὑπηρεσίες τῆς Ἀμερικῆς, ἀπ’ ὅπου ἐξουσιάζονται.
Ἤμουν καί εἶμαι ἀκόμη ἀναρχικός μέ τήν ἔννοια τῆς ἰσοτιμίας σέ κάθε περίπτωσι: Ἰσοτιμία μέσα στήν οἰκογένεια, ἰσοτιμία στήν Ἐκκλησία, στό Σχολεῖο, στή γειτονιά, στό ἐπάγγελμα, στό Ἔθνος, στά κράτη, ἰσοτιμία παντοῦ. Νά μήν ὑπάρχει ἐξουσία ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, ἀλλά διακονία. Ποτέ μου δέν ψήφισα. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός πῆρε ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ γιά νά πλάση τή γυναίκα, δεῖγμα ἰσοτιμίας μεταξύ τους.
Πῶς λοιπόν ἕνας ἀναρχικός μπαίνει στήν ὑπακοή; Ἐδῶ λοιπόν ἔρχεται ὁ σοφός λόγος τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος δέν εἶπε καί δέν ἔγραψε: ἡ ποιμαντική ἐξουσία, ἤ κυριαρχία, ἤ ἀρχηγία, ἀλλά ἡ ποιμαντική διακονία. «Ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔστω δοῦλος καί διάκονος». Ἔτσι λοιπόν θά πρέπει νά εὐχόμαστε στούς νεοχειροτόνητους ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καί ἡγουμένους: «Ὄχι καλή ἀρχιερατεία, ἤ καλή ἱερωσύνη, ἤ καλή ἡγουμενεία, ἀλλά καλή διακονία». Καί νά προσθέτουμε: «Κάτω ὅλοι! Δεῦτε προσκυνήσωμεν!»
Αὐτός πλέον ὁ Γέροντας πού κέρδισε τίς καρδιές μας καί μᾶς διακόνησε στό κοινόβιο τῆς Μονῆς Γρηγορίου, ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος ἀληθινά ἐλεύθερος, καί μᾶς ἔμαθε καί σέ μᾶς ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀπαλλαγμένη ἀπό τά δυναστικά πάθη.
Σέ κάποια ὁμιλία του ὁ πατήρ Γεώργιος λέγει: «Ὅλοι συνοδεύουν, συμπορεύονται πρός τήν Βασιλείαν ἀκολουθοῦντες τόν Χριστόν. . . Ὁ ἐπίσκοπος καί οἱ πρεσβύτεροι ἔχουν τό χάρισμα νά προηγοῦνται τῆς συνοδείας καί νά δεικνύουν τήν ὁδόν, ἀλλά δέν εἶναι ἐκτός ἤ ὑπεράνω αὐτῆς. Δέν κυριεύουν, ἀλλά διακονοῦν τήν ἑνότητα τοῦ ποιμνίου των».
Ἀκόμη περισσότερο ὁ Γέροντας μᾶς ἔμαθε νά μή ζητοῦμε τή δική μας Δόξα, ἡ ὁποία δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τή Λόξα, ἀλλά νά ζητοῦμε τήν Ταπείνωσι, μακρυά ἀπό τήν προσωπολατρία, ἡ ὁποία προσωπολατρία κάποιες φορές ἐπιπολάζει καί σέ μᾶς τούς πνευματικούς. Ἀντίθετα, ὁ Γέροντας σέ ὅλη του τή ζωή νοερῶς μᾶς ἔλεγε καί ἐφάρμοζε τά λόγια τοῦ Τιμίου Προδρόμου: «Ὁ Χριστός νά αὐξάνεται, κι ἐγώ νά ἐλαττώνομαι». Συγχωρῆστε μου τήν παρεμβολή.
Τέλος ἄς ἀντιγράψω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν παπα-Λουκᾶ, τό κύκνειο ἆσμα τοῦ Γέροντά μας περί ἐνότητος:
«Θά τελειώσω, ἀφοῦ διαβάσω λίγες παραγράφους ἀπό τίς τελευταῖες ὑποθῆκες τοῦ Γέροντος Γεωργίου, πού ἀφοροῦν τήν ἑνότητα. Μέ τήν τελευταία αὐτή πρᾶξι τῆς ζωῆς του ἐσφράγισε τήν ποιμαντική του. Τό κύκνειο ἆσμα του, ἡ τελευταία του προσφορά στήν Ἐκκλησία, ἦταν ἡ προτροπή γιά τήν ἑνότητα, τήν ἁγιοπνευματική ἑνότητα πού πρέπει νά καλλιεργοῦμε μεταξύ μας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας. Ἦταν Φεβρουάριος τοῦ 2014. Εἶχε ἀποφασίσει νά παραδώσῃ τήν σκυτάλη στόν διάδοχό του στήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς. Προετοιμάζοντας τήν Ἀδελφότητα εἶπε:
"Παρακαλῶ τό Πανάγιο Πνεῦμα νά μέ φωτίσῃ, νά σᾶς πῶ αὐτό πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τήν ζωή μας, γιά τόν ἀγῶνα μας, γιά τήν προσευχή μας, γιά τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μας, γιά τήν πορεία τῆς ἀδελφότητός μας ... Ἐπιγραμματικά θά πῶ τό ἑξῆς: Μία ἀδελφότης ἑνωμένη μοιάζει μέ τόν Παράδεισο. Μία ἀδελφότης διχασμένη μοιάζει μέ τήν Κόλασι. Γι' αὐτό, πατέρες, ἄς ἀγωνισθοῦμε νά κρατήσωμε τήν ἑνότητα.
Ἐγώ μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, καίτοι ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος, σᾶς παραδίδω τήν ἀδελφότητα ἑνωμένη. Κρατῆστε την. Ἐπιθυμῶ καί παρακαλῶ καί προσεύχομαι καί σᾶς δίδω συμβουλή νά ἀγωνισθῆτε πάσῃ θυσίᾳ νά κρατήσετε τήν ἀδελφότητα ἑνωμένη. Κέντρο νά εἶναι ὁ Χριστός, καί ὁ Ἡγούμενος νά διοικῇ καί νά προσπαθῇ νά ἀναπαύῃ τούς ἀδελφούς, καί ὅλη ἡ ἀδελφότης νά ζῇ μέ τόν Χριστόν καί διά τόν Χριστόν καί ἐν τῷ Χριστῷ. Μακάρι νά εἶναι εὐάρεστα αὐτά πού σᾶς λέγω στόν ἅγιον Θεόν. Ζητῶ νά τά προσέξετε, νά τά τηρήσετε. Ἐπιθυμῶ αὐτά νά εἶναι οἱ τελευταῖες μου ὑποθῆκες, πού σᾶς ἀφήνω, καί παρακαλῶ νά εὔχεστε καί σεῖς γιά τήν σωτηρία μου...
Καί τώρα σᾶς παραδίδω ὅλους στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί στό πλούσιον ἔλεός Του. Συγχωρῆστε με, πατέρες, γιά τά λάθη μου καί γιά τίς ἀδυναμίες μου. Σᾶς ἀγαπῶ ὅλους. Προσπάθησα νά μή στενοχωρήσω τούς πατέρες, ὅσο μποροῦσα. Δέν ξέρω, ἄν τά κατάφερα. Καί τώρα χωρίζομαι εἰρηνικά ἀπό σᾶς, μέ καλές ἀναμνήσεις καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Σᾶς εὔχομαι ὁ Θεός νά σᾶς σκεπάζῃ, νά σᾶς στηρίζῃ, νά σᾶς ἁγιάζῃ καί νά σᾶς κρατήσῃ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας πιστούς καί ἀγαθούς δούλους Του. Νά μείνετε δοῦλοι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας, καί μέχρι τελευταίας σας πνοῆς νά εἶστε ἀφωσιωμένοι στά μοναχικά σας καθήκοντα. Ἡ Παναγία νά μᾶς οἰκονομήσῃ ὅλους καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἔχουμε καλή ἀντάμωσι στόν Παράδεισο".
Αὐτό τό προσκλητήριο γιά ἁγιοπνευματική ἑνότητα, ἔδειξε τήν πνευματική του ὡριμότητα. Μέ τέτοια ὡριμότητα, μέ τήν θαυμαστή ὑπομονή του στήν ἀσθένειά του καί μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀνεχώρησε γιά τήν ἀτελεύτητη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στίς 8 Ἰουνίου 2014, στά 79 του χρόνια. Ἀνεχώρησε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς Ἐκκλησίας. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε».
Νά κλείσω κι ἐγώ μέ μιά εὐχή: Μέ τό καλό νά τόν ἀνταμώσουμε στόν Παράδεισο!
Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου
3/16 Σεπτεμβρίου 2025
Τῶν ἁγίων Ἱερομάρτυρος Ἀνθίμου
καί ὁσίου Θεοκτίστου
