ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ «EΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή YΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ» Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ EΠΙΛΟΓΗΣ ΜΑΣ.

YpoxrewtikotitaLandscape01

«Καί τό ὄνοµα αὐτοῦ; Ἐµβόλιος...» (Kατάθεση λόγου θεολογικοῦ περί τῆς ὑποχρεωτικότητας)

κ. Ἀναστάσιος Πολυχρονιάδης
δρ. θεολογίας ΑΠΘ

 ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ «EΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή YΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ» Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ EΠΙΛΟΓΗΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΟΡΓΑΝΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΙΣ 15 ΙΑΝ

ΒΙΝΤΕΟ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Polyxroniadis

 

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΡΑΠΤΩΣ

Α. Ἡ ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως, ὅπου περιγράφεται ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό διαβάζουμε: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν  καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν »[1] .  Ὅπως γράφει ὁ Καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης, κατά «τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, τό κατ' εἰκόνα φανερώνει τό νοερό καί τό αὐτεξούσιο [...][2] . Γι' αὐτόν τόν λόγο καί ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ταυτίζει τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο», συνεχίζει ὁ Καθηγητής. «Εἶναι τό ἴδιο νά λέγει κάποιος, ὅτι ἔχασε τήν ἐλευθερία του καί ἔχασε τόν ἄνθρωπο »[3]. «Χωρίς ἐλεύθερη γνώμη», κατά τόν ἅγιο Καβάσιλα, «δέν εἶναι νοητή καμιά εὐθύνη οὔτε γιά ἐπιβράβευση οὔτε γιά τιμωρία», τονίζει ὁ Τσελεγγίδης[4]  καί ἐπισημαίνει τό Παλαμικό: «Μόνον, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει τήν γνώμη του ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε εἴδους ἀνάγκη [...] μπορεῖ νά διατηρεῖται στήν κατά φύση ζωή καί νά προσεγγίζει τόν Θεό ἤ νά ἐκτρέπεται ἀπό τήν κοινωνία μαζί του», κατευθυνόμενος «πρός τόν θάνατο»[5] . «Δημιουργώντας ὁ Θεός αὐτεξούσια τήν λογική φύση τοῦ ἀνθρώπου», ἐπισημαίνει ὁ Ἡσυχαστής  Ἅγιος, καί μεταφέρει τόν λόγο του ὁ Τσελεγγίδης, «στέρησε τήν δυνατότητα στόν διάβολο νά ἀσκεῖ βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἔτσι, μόνο μέ τήν πειθώ ἤ τόν δόλο μπορεῖ νά ἐπηρεάσει ὁ πονηρός τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί νά τόν κάνει κοινωνό τῆς ἀποστασίας του »[6].

Ἐρχόμενοι, τώρα, στήν Καινή Διαθήκη καί συγκεκριμένα στήν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Βηθεσδᾶ, πού ὁ Χριστός βλέπει «κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει » τόν ρωτᾶ: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;». 38 χρόνια περίμενε ἐκεῖνος τή θεραπεία του . [7] Ἦταν δυνατόν νά ἐπιθυμοῦσε κάτι ἄλλο; Καί ὅμως ὁ Χριστός πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο αὐτεξούσιο, ἐπιζητεῖ πάντα τή συγκατάθεσή του. Ὅπως καί στήν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς, ὅταν ὁ Χριστός τόν ρώτησε: «τί σοί θέλεις ποιήσω;»[8] .

Καί ὅμως αὐτό πού σέβεται ὁ Ἰησοῦς, ἔρχεται, στίς μέρες μας, νά τό ἀπορρίψει ὁ Καίσαρας. Γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία, θεσπίζεται καταναγκαστική ἰατρική πράξη. Θαρρεῖς καί ὁ ἄνθρωπος μισεῖ τή σάρκα του ἤ ἀγνοεῖ τό καλό του. Ἀντίθετα, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, στήν πρός Ἐφεσίους:  «οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ' ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν » [9]. Κανένας δέν  μίσησε τή σάρκα του, ἀλλά ὅλοι τή φροντίζουν. Καί ὅμως ἡ Κρατική δομή  ἀμφισβητεῖ τά Ἁγιογραφικά ἐπιβάλλοντας τόν καταναγκασμό.

Αὐτά πού σέβεται ὁ νόμος, πού ἡ ἴδια θέσπισε, ὅσον ἀφορᾶ στίς σχέσεις της μέ τήν Ἐκκλησία καί καταγράφονται στόν Καταστατικό Χάρτη, δηλαδή στό Νόμο 590/1977, ὅταν λέγει: « Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος [...] στοιχοῦσα τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς καί πᾶσαι αἱ λοιπαί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, τά δόγματα, τούς ἱερούς ἀποστολικούς καί συνοδικούς κανόνας, καί τάς ἱεράς παραδόσεις»[10] , μέ τήν ἐπιβολή τοῦ καταναγκασμοῦ ἐξοβελίζεται.

Τοῦτο, ὅμως δέν ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη ἔκπληξη. Μεγαλύτερη ἤ μᾶλλον ἡ μέγιστη εἶναι ἐκείνη πού δυστυχῶς προέρχεται ἀπό ἀρχιερεῖς. Οἱ ὁποῖοι φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀπειλῆς ἤ τῆς ἐπιβολῆς ἀργίας ἤ τῆς ἀφαίρεσης ὀφφικίων ἤ καί τῆς πνευματικῆς πατρότητας ἀπό ἱερεῖς, ἀρνουμένους τή συμμετοχή τους στήν ἐν λόγῳ καταναγκαστική πράξη. Πρόκειται γιά πρωτοφανῆ γεγονότα ἐξουσιαστικότητας ἐντός τῆς ἐκκλησίας, παντελῶς ἕωλα ἀπό ἱεροκανονικῆς ἀπόψεως.

Πνευματικοί Πατέρες, πού ἔπρεπε νά στηρίζουν, νύχτα καί μέρα τό ποίμνιό τους, ἀναλώνοντας ἑαυτούς ὑπέρ αὐτοῦ, «κυνηγοῦν» σκεπτόμενους ἱερεῖς. Ἐκλαμβάνοντας, ἑαυτούς ὡς διοικητές δημοσίων φορέων, διατάσσουν «ἰατρικῶς», λές καί ἀπευθύνονται σέ ἄβουλο στράτευμα. Βιώνοντας τήν κατά κόσμον ἀσφάλεια τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καί πολλές φορές πολυτελοῦς ὀχήματος ἤ καί τῆς οἰκείας, ἐντός τῶν μητροπολιτικῶν μεγάρων, μπερδεύουν τή μίτρα μέ τό στέμμα καί τή ράβδο μέ τό σκῆπτρο.

Τήν ἴδια στιγμή, ὅμως, ὁδηγοῦν στήν πείνα καί στήν ἐξαθλίωση κληρικούς, μαζί μέ τίς οἰκογένειές τους. Καί γεννιέται τό ἐρώτημα: Ποιά ἡ διαφορά τους μέ τήν κρατική δομή, ἡ ὁποία ἐπιδεικνύοντας τό πιό σκληρό της πρόσωπο, ἀφήνει νά λιμοκτονοῦν χιλιάδες ὑγειονομικῶν, μαζί μέ τίς οἰκογένειές τους, λόγω τῆς ἄρνησής τους γιά συμμετοχή στήν καταναγκαστική ἐμβολιαστική πράξη;

Ὅπως ἀναφέρει ὁ Καθηγητής Παθολογανατομίας (Τμῆμα Κτηνιατρικῆς) τῆς Σχολῆς Ἐπιστημῶν Ὑγείας ΑΠΘ καί συνεργάτης τοῦ ΜΙΤ, Θεόφιλος Πουταχίδης: «Ἡ συζήτηση» περί τῶν ἐμβολίων «βρίσκεται σέ ἀπολύτως λανθασμένη ἐπιστημονική βάση. Δέν μπορεῖ, γιά παράδειγμα, νά ἀποφαινόμαστε γιά τό ἐάν μία θανατηφόρα παθολογία σχετίζεται ἤ δέν σχετίζεται μέ τό ἐμβόλιο ἀβασάνιστα ἤ κατά τά φαινόμενα ἤ μέ βάση, ἔστω, τά μέχρι τώρα γνωστά καί δεδομένα. Ἡ συνεχιζόμενη χορήγηση τῶν ἐμβολίων κατά τοῦ SARS-CoV-2», ἐπισημαίνει ὁ καθηγητής, «εἶναι μία πειραματική κλινική δοκιμή, εἶναι δηλαδή μία ἐρευνητική διαδικασία σέ ἐξέλιξη. Ἐρευνᾶς γιατί δέν γνωρίζεις».

«Πῶς ἀποφαίνεσαι, λοιπόν, ὅτι ἡ τάδε θανατηφόρα παθολογία δέν σχετίζεται μέ τό ἐμβόλιο; Πές μου ποιές παθολογίες σχετίζονται [...] γιά νά μοῦ πεῖς ὕστερα ποιά δέν σχετίζεται!». Καί λίγο παρακάτω, ὁ Πουταχίδης, σημειώνει:

«Σέ μία κλινική δοκιμή τό πρωτόκολλο εἶναι αὐστηρό καί ἀπαράβατο. Ὅλα –ἐννοῶ, ὅλα!– τά προβλήματα πού ἐμφανίζονται μετά τή χορήγηση τοῦ δοκιμαζομένου σκευάσματος ἀναφέρονται καί καταγράφονται. Εἶναι ἀδιανόητο κάποια κλινική πού συμμετέχει στή δοκιμή νά ἀποφασίζει τί εἶναι σχετικό ἤ ἄσχετο μέ τή χορήγηση καί νά τό ἀναφέρει ἤ ὄχι κατά τό δοκοῦν!»

«Τέλος», καταλήγει, «δυό λόγια καί γιά τό θέμα τῶν προνομίων ἤ τῶν διευκολύνσεων γιά τούς ἐμβολιασμένους. Ὅταν ἀνάμεσα σέ δυό μέ τά ἴδια δικαιώματα δίνεις στόν ἕναν κάτι παραπάνω γιά νά τόν ἀνταμείψεις, αὐτό λέγεται προνόμιο. Ὅταν στερεῖς κι ἀπό τούς δυό δικαιώματα καί διατείνεσαι ὅτι θά τά ἐπιστρέψεις μόνο σέ ὅποιον κάνει αὐτό πού θές, αὐτό λέγεται ἐκβιασμός»[11] .

Συνεπῶς, στίς περιπτώσεις ἐκεῖνες τῶν ἀρχιερέων, πού προχωροῦν σέ ἐκδιώξεις κληρικῶν, λόγω τῆς μή συμμετοχῆς τους στήν καταναγκαστική πράξη, διαπράττεται  πράξη ἐκβιασμοῦ, δηλαδή ποινικά κολάσιμη.

Καί πῶς ὀνομάζεται, στήν ἐπιστήμη τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἡ πρόκληση τοῦ δημοσίου αἰσθήματος ἐκ μέρους ἀρχιερέως, πού ἔχει ὡς συνέπεια, τήν ἀντίδραση τῶν πιστῶν, μέ τή χρήση, ἀπό τούς τελευταίους, ἀκόμη καί ἀκραίων χαρακτηρισμῶν γιά τόν ἐπίσκοπό τους καί τελικά ἡ κατάθεση μήνυσης ἐκ μέρους τοῦ ἀρχιερέα ἐναντίον τους; Ἀλήθεια, πῶς ὀνομάζεται ἡ δραματική αὐτή «μέθοδος»;

Ἄς δοῦμε ὅμως καί τά περί τῆς εἰσόδου στούς ναούς μέ ἐπίδειξη πιστοποιητικῶν. Σέ αὐτή τήν περίπτωση ἡ Παραβολή τοῦ Μεγάλου Δείπνου ἐκλαμβάνεται ὄχι ὡς ἀνάγνωσμα Εὐαγγελικό, ἀλλ’ ὡς ἀφήγημα λογοτεχνικό.

Ὅταν ὁ Κύριος στέλνει τόν δοῦλο του, νά φωνάξει τούς καλεσμένους, ὁ τελευταῖος εἰσπράττει τίς προβαλλόμενες δικαιολογίες τους, περί τῆς μή συμμετοχῆς τους στό Δεῖπνο. Ὁ πρῶτος λόγῳ κτηματικῶν ἐργασιῶν, ὁ δεύτερος  λόγῳ ἀγορᾶς ζώων, ὁ τρίτος λόγῳ γάμου. Ὁ Δεσπότης ἀκούγοντας τά περί τῆς ἀρνήσεώς τους ὀργίζεται, προστάζοντας τόν δοῦλο νά ὁδεύσει γρήγορα στίς πλατεῖες καί στούς δρόμους τῆς πόλεως, καλώντας τούς φτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς καί τυφλούς. Αὐτό καί ἔγινε. Γυρίζοντας ὅμως ὁ δοῦλος καί  λέγοντας ὅτι ἐκτέλεσε τήν ἐντολή, ἀναγγέλλει στόν Κύριο ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος. Τότε Ἐκεῖνος τοῦ λέγει νά πάει στίς ὁδούς καί στούς φραγμούς τῆς πόλεως, ἀναγκάζοντας ὅλους νά ἔρθουν στό Δεῖπνο, προκειμένου νά γεμίσει ὁ οἶκος Του . [12]

Ὁ Χριστός, λοιπόν, ἀπαιτεῖ τήν πληρότητα τοῦ οἴκου του, δηλαδή τοῦ ναοῦ του. Συνεπῶς, ποιός θά τολμήσει νά ζητήσει «πιστοποιητικά ὑγειονομικῶν φρονημάτων» ἀπό βαπτισμένους καί χρισμένους Χριστιανούς περί τῆς εἰσόδου τους; Ποιά τρανότερη ἀπόδειξη, λοιπόν, ὅτι τό «σκανάρισμα» τῶν πιστῶν ἀντιτίθεται εὐθέως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; 

Ὁ καταναγκασμός ἀναιρεῖ καί τόν λόγο τοῦ Παύλου τῆς πρός Γαλάτας Ἐπιστολῆς: «Ὑμεῖς γάρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί»[13] .  Ἄλλωστε, τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἐλευθερία μέ τή στράτευση;

Ἐδῶ, θά πρέπει νά τονίσουμε ὅτι  τό Τυπικό τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τούς ὅρους τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Τήν ἀπλανῆ ὁδό. Τήν εὐθεία. Αὐτή πού θέλει νά ἀνατρέψει ὁ καταναγκασμός τῆς πίστεως σέ μία ἄλλη «Ἀνάσταση», στή διήμερη ἀπό τοῦ Τάφου Ἔγερση.      

Γιατί ὁ καταναγκασμός, ἡ στράτευση εἶναι αἵρεση. Ἀκύρωση, στήν πράξη, τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος. Υἱοθέτηση τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου, τοῦ Κολλεγίου τῶν Ἐπισκόπων, στό ὁποῖο προΐσταται ὡς ἀρχηγός ὁ Ρωμαῖος Ποντίφηκας, ἡ γνώμη τοῦ ὁποίου ὑπερισχύει τῆς πλειοψηφίας τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ἐπισκόπων!

Ἀλλά καί ἡ ἀπειλή περί ἐπιβολῆς μηνιαίου προστίμου 100 εὐρώ σέ κάθε Ἕλληνα πολίτη, ἄνω τῶν 60 ἐτῶν, πού ἀρνεῖται τή συμμετοχή του στήν καταναγκαστική ἰατρική πράξη ἀποτελεῖ εὐθεία ἐναντίωση στήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία. Καί μέ αὐτό τό ὄντως ἐξοντωτικό, καί ἰδίως γιά τούς χαμηλοσυνταξιούχους, πρόστιμο, ἔχουμε καταπάτηση τοῦ δοσμένου ἀπό τόν Θεό αὐτεξουσίου. Τό Ἑλληνικό κράτος πού δέχεται ὡς ἐπικρατοῦσα θρησκεία τήν Ὀρθοδοξία, ταυτόχρονα καταπατᾶ τή θεόσδοτη στόν ἄνθρωπο ἐλευθερία. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ διαχωρισμός Ἐκκλησίας-Πολιτείας ἔχει συμβεῖ, ἐν τοῖς πράγμασι, χωρίς νά ἔχει θεσπιστεῖ ἐπισήμως.

Ὅσο γιά τήν ἀπάντηση στό ἐρώτημα ἐάν ὁ νέος ἐμβολιασμός ἔχει πνευματικές διαστάσεις, τοῦτο φανερώνεται στίς ἀμέτρητρες ἀναφορές ἀπό ἄμβωνος περί αὐτοῦ. Ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς ὑποστηρίζοντας, συνεχῶς, ὅτι τό θέμα εἶναι ἀποκλειστικά ἰατρικό, χρησιμοποιοῦν ἀδιαλείπτως τή λέξη ἐμβόλιο. Ἔτσι βλέπουμε μία πρωτοφανῆ ἐπίδειξη ἰσχύος, ἀπολύτως κοσμικῆς, ἀπό ἀρχιερεῖς οἱ ὁποῖοι δέ «σηκώνουν μύγα στό σπαθί τους», γιά τό συγεκριμένο «θεόσταλτο» δῶρο. Μόνο κάποια ἀκολουθία δέν συνέθεσαν περί αὐτοῦ (!) ἤ δέν βάπτισαν, ἀκόμα, κάποιον μέ τό ὄνομα Ἐμβόλιος!.   

Ὅσο γιά τά περί καταναγκασμοῦ λεχθέντα, τελευταίως, μετ’ ἐπιτάσεως, ἀπό ἱεράρχες [14] τοῦτα ἐντάσσονται στήν ἴδια «μαύρη σελίδα» τῆς γραφειοκρατούσας Ἐκκλησίας καί οὐδέποτε, φυσικά, τῆς Χαρισματικῆς. Τῆς λεγομένης, κατά τόν ἅγιο Πορφύριο, «Ἄκτιστης Ἐκκλησίας». Ἔλεγε ὁ Ὅσιος: «Εἴθε νά μποῦμε ὅλοι στήν ἐπίγεια Ἄκτιστη Ἐκκλησία, γιατί ἄν δέν μποῦμε σ’ αὐτήν, δέν θά μποῦμε καί στήν οὐράνια»[15] .

Στά πλαίσια αὐτά, διαβάσαμε τά περί καταναγκαστικοῦ ἐμβολιασμοῦ «ὅλων τῶν ἱερέων καί τῶν ἐργαζομένων στούς ναούς» πού «πρότεινε στόν Ἀρχιεπίσκοπο [...] Ἱερώνυμο», ὁ βαίνων πρός συμπλήρωση τοῦ 83ου ἔτους τῆς ἡλικίας του, «Μητροπολίτης Δωδώνης» [16]. Γιά νά καταδειχθεῖ, λοιπόν, ὁ κοινός νοῦς πού διαθέτει, ὅπως ὁ ἴδιος ἀφήνει νά νοηθεῖ, ἔναντι ἐκείνων πού δέν ἐπιθυμοῦν τόν ἐμβολιασμό τους, ὑπενθυμίζουμε ἕνα δημοσίευμα, πρίν ἀπό μία δεκαετία.

Ἐκεῖ, τόνιζε σχετικά μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο, πώς: «ἀποδείχτηκε ἄβουλος, ἀνίκανος καί ἐπικίνδυνος πλέον, δεδομένου ὅτι ἄγεται καί φέρεται δίχως ἐνεργό ρόλο στά δρώμενα τῆς ἐποχῆς». Καί συνέχιζε: «Γιά τήν κακή συγκυρία, τήν ὁποία διέρχεται ἡ πατρίδα μας καί μαζί της ἡ Ἐκκλησία μας, χρειάζεται ἐκκλησιαστικός ἡγέτης μέ ἀποφασιστικότητα καί ἦθος, χαρακτηριστικά πού ΔΕΝ διαθέτει ὁ Ἱερώνυμος ὁ Β΄»[17] .

Ὄσον ἀφορᾶ στό ἐρώτημα πού τοῦ ἔθεσε, πρόσφατα, δημοσιογράφος περί τοῦ ἐμβολιασμοῦ: «Ἐσεῖς, τούς δικούς σας, στή Ζάκυνθο, θά τούς βγάλετε ἐάν δέν πειθαρχήσουν;», ἐκεῖνος ἀπάντησε «Βεβαίως θά τούς βγάλουμε [...] βεβαίως θά τούς βγάλουμε». Καί λίγο παρακάτω: «Προέχει ἡ ἀγάπη, προέχει ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη πού εἶναι ὁ Χριστιανισμός, ἀλλά ὅπου δέν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος [...] ‘‘μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσία παραιτοῦ’’»[18]

Μέ ποιό δικαίωμα, λοιπόν, ὁ Δωδώνης, ὡς ἐφησυχάζων μητροπολίτης ὁμιλεῖ, γεμάτος ἀνησυχία, ὡς Κανονικός Μητροπολίτης Ζακύνθου; Ὁ ἴδιος ἔχει παραιτηθεῖ ἀπό τήν ἐν λόγῳ Μητρόπολη, πρίν ἀπό μία δεκαετία[19] . Μήπως ὡς κηδεμόνας της;  Μήπως μπέρδεψε τούς λόγους μέ τίς ράβδους; Πάντως, μέ αὐτό τόν τρόπο, διέπραξε, καί μάλιστα δημοσίως, ἀπό τηλεοπτικοῦ βήματος, τό Κανονικό παράπτωμα τῆς εἰσπήδησης[20] , ὁμιλώντας καί περί τῆς ἀπομάκρυνσης 12 ἱερέων μίας ξένης ἐπισκοπικά, πρός αὐτόν, Μητρόπολης, ὅπως εἶναι αὐτή τῆς Ζακύνθου. 

Μέ ἀφορμή, λοιπόν, τόν καταναγκασμό ἐπισημαίνουμε καί ἕνα ἄλλο γεγονός. Χρόνια, τώρα, ἀκούγονταν διάφοροι «διαπρύσιοι» κήρυκες νά ἐξυμνοῦν τήν ἐλευθερία τοῦ προσώπου. Γράφοντας περισπούδαστα ἄρθρα, κείμενα κορυφαῖα, περίτεχνα, μεστά ὑψηλοῦ «θεολογικοῦ» στοχασμοῦ. Καί ἦρθε ὁ κορωναϊός καί ὅλα αὐτά, ξαφνικά, διεγράφησαν, ἀπό μία μεγάλη μερίδα ἐκκλησιαστικῶν ταγῶν. Καί ἀπορεῖ κάποιος, πῶς συνέβη αὐτό; Πῶς τόσο εὔκολα «ἔπεσαν», σάν ντόμινο, τόσοι ἱεράρχες καί μαζί τόσοι «περισπούδαστοι» θεολόγοι; Συνέπεια αὐτῶν, οἱ πιστοί, σήμερα, νά ψάχνουν ἐναγωνίως γιά ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νά κηρύττουν, τόν ἴδιο ἀνόθευτο λόγο τοῦ Θεοῦ, πρό καί κατά τήν περίοδο τοῦ κορωναϊοῦ.

Τό λόγο τῆς Ἄκτιστης Ἐκκλησίας.  Ὅπως γράφει ἐξαιρετικά ὁ Ρῶσος Φιλόσοφος Νικόλαος Μπερδιάγιεφ, ἡ Ἐκκλησία δέν βρίσκεται ἔξω ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐντός τους καί αὐτοί ἐντός της. Ἡ Ἐκκλησία,  συνεχίζει, «δέν εἶναι ἐξωτερική ἐξουσία». «Τό πνεῦμα τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ εἶναι ξένο πρός τήν Ὀρθοδοξία», γιατί ἐκεῖνο «προϋποθέτει ἕνα ρῆγμα μεταξύ κοινωνίας καί προσώπου, μεταξύ Ἐκκλησίας καί μέλους της».  Ὅμως χωρίς ἐλευθερία συνείδησης, χωρίς ἐλευθερία πνεύματος «οὐδείς ὁρισμός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατός, διότι ἡ Ἐκκλησία δέν ἀνέχεται δούλους. Ὁ Θεός θέλει ἐλεύθερους ἀνθρώπους»[21] .

Συνεπῶς, ποιά ὑγεία νά ὑπάρξει, ὅταν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία; Καμία, ἀπολύτως. Οὔτε ψυχική οὔτε σωματική.  Πολύ ὀρθά, λοιπόν, καί πολύ φιλοσοφημένα οἱ, συγκεντρωμένοι, κατά τοῦ καταναγκασμοῦ, πολίτες βροντοφωνάζουν τό σύνθημα: «Δέν ὑπάρχει ὑγεία χωρίς ἐλευθερία!». Δυστυχῶς, ὅμως, συστημικοί, μέχρι τά μπούνια ἄνθρωποι, ἀπό τήν ἀσφάλεια τῶν σαλονιῶν τους καί τοῦ ἀπορρήτου τῶν τραπεζικῶν τους καταθέσεων –τοῦ ὁποίου, φυσικά, οὐδέποτε ἐπιθυμοῦν τήν ἄρση, ὅπως οἱ ἴδιοι θέλουν νά ἐπιβληθεῖ, καταναγκαστικῶς, γιά τό ἀντίστοιχο ἰατρικό-, τούς ἀποκαλοῦν, ὡς σύγχρονοι ἀντί-ἡσυχαστές, ὡς ἀντί-Παλαμιστές, ἀκραίους καί ψεκασμένους. Ἐν ὀλίγοις, ὡς πολίτες χαμηλοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου.

Καί ἐδῶ, ἐνθυμούμεθα κάποιες ἀπό τίς ἀπαντήσεις στίς ἐρωτήσεις τοῦ Ἡγουμένου κατά τή μοναχική κουρά:

«Ἐρώτησις: Ἑκουσία σου τῇ γνώμῃ προσέρχῃ τῷ Κυρίῳ;

Ἀπόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ.

Ἐρώτησις: Μή ἔκ τινος ἀνάγκης ἤ βίας;

Ἀπόκρισις: Οὐχί, τίμιε Πάτερ»[22].

Πουθενά, λοιπόν, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ὑφίσταται ὁ καταναγκασμός, ὅπως φαίνεται καί στήν Ἀκολουθία, τοῦ Μικροῦ Σχήματος.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί γιά τά ἔργα τῆς φιλανθρωπίας. Ὅπως λέγει ὁ Παῦλος στή Β΄ Κορινθίους: «ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός»[23] . Ἡ προαίρεση καταργεῖ κάθε ἀνελευθερία. Γιά αὐτό καί ὁ Χριστός ἀπευθύνει πρόσκληση ἐλευθερίας καί ὄχι διαταγή καταταναγκασμοῦ  λέγοντας: ««Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς»[24] .  Κανέναν δέν ἐξαναγκάζει, ἀλλά ὅλους τούς περιμένει.

Β. Ψευδοθεολογία τοῦ καταναγκασμοῦ

Δέν θά πρέπει νά ξεχάσουμε ὅμως πῶς φθάσαμε στήν ψευδοθεολογία τοῦ  καταναγκασμοῦ, ἐξετάζοντας πτυχές τοῦ τεράστιου αὐτοῦ θέματος. Μέσα, λοιπόν, ἀπό τίς ἑτεροδιδασκαλίες, ὡς πρός τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, δυό καθηγητῶν τῆς Θεολογίας (Μιλτιάδη Κωνσταντίνου καί Χρυσοστόμου Σταμούλη) καί ἑνός μητροπολίτη (Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου) θά ἐρευνήσουμε τό πῶς τοῦ καταναγκασμοῦ. Ὁ πρῶτος δημοσιεύοντας τίς ἀπόψεις του στό περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τούς ἱερεῖς, ¨Ἐφημέριος¨, ὁ δεύτερος μέσα ἀπό βιβλίο-«διδακτικό» ἐγχειρίδιο, γιά φοιτητές Θεολογίας, ὁ τρίτος διατυπώνοντας τή θέση του ἀπό βήματος δημόσιας τηλεόρασης.

Εἰσαγωγικά

Στόν ἱστότοπο τοῦ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ καί πιό συγκεκριμένα στό Ἱστορικό τοῦ ἐν λόγῳ Τμήματος ἀναφέρεται ἡ ἀπόφαση 194/1984 τοῦ ΣτΈ. Ὅπως γράφεται ἐκεῖ, ἡ συγκεκριμένη ἀπόφαση, κάνει λόγο περί τῆς δῆθεν μή ὁμολογιακότητας τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν στήν Ἑλλάδα καί πώς τό συγκεκριμένο γεγονός δέν ἐμποδίζει «νά ὑπερτερεῖ στό πρόγραμμα τοῦ Τμήματος ἡ ἔρευνα καί ἡ ἐκπαίδευση μέ βάση τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία»[25] .

Διαβάζοντας τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση, μετ’ ἐκπλήξεως, διαπιστώνουμε ὅτι αὐτή οὐδεμία σχέση ἔχει μέ τήν ὁμολογιακότητα ἤ μή τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ἀναφερόμενη σέ αἴτηση τοῦ Δήμου Ἑρμουπόλεως κατά τοῦ Δήμου Ἄνω Σύρου περί τοῦ καθορισμοῦ τῶν διοικητικῶν ὁρίων τῶν δυό Δήμων[26] !!! Ἀλλά ἀκόμα καί ἡ ἀναστολή τοῦ ΣτΈ, πού φέρει ἴδιο ἀριθμό 194/1984, ἀναφέρεται σέ ἐκτέλεση πράξης στρατολογικοῦ περιεχομένου, μή ἔχουσας οὐδεμία σχέση μέ τήν ὁμολογιακότητα ἤ μή τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν[27] !!!

Ἡ ἀπόφαση περί τῆς ὄντως ὁμολογιακότητας τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν περιλαμβάνεται στήν ἀπόφαση ΣτΈ 194/1987, στήν ὁποία τονίζεται, (μέ ἀφορμή τήν ἐγγραφή ἑνός ἀτόμου, κατόχου δυό πτυχίων καί ταυτόχρονα μή Ὀρθοδόξου, στό Τμῆμα Θεολογίας τοῦ ΕΚΠΑ), πώς: «Τό ὑποστηριζομένο ἀπό τήν παρέμβαση ὅτι ὁ αἰτῶν κατά παράβαση τοῦ ἄρθ. 25 παρ. 3 τοῦ Συντάγματος ἐπεδίωξε νά ἐγγραφεῖ στό θεολογικό τμῆμα, δεδομένου ὅτι εἶναι ἤδη κάτοχος δυό πανεπιστημιακῶν πτυχίων καί δέν συμμερίζεται τήν πίστη, τά δόγματα τῆς ὁποίας διδάσκονται, εἶναι ἀπορριπτέο ὡς ἀβάσιμο, ἀφ’ ἑνός μέν διότι ἡ ἐγγραφή τοῦ αἰτοῦντος δέν συνιστᾶ κατάχρηση δικαιώματος, ἀφοῦ τό δικαίωμα ἐγγραφῆς πτυχιούχων Α.Ε.Ι σέ ἄλλο Α.Ε.Ι. ἤ τμῆμα ἀναγνωρίζεται καί ρυθμίζεται ἀπό τόν νόμο χωρίς περιορισμό ὡς πρός τόν ἀριθμό τῶν ἀποκτηθέντων πτυχίων (ἄρθ. 7 Ν. 1286/82), ἀφ’ ἑτέρου δέ διότι τά ὅσα διδάσκονται στό θεολογικό τμῆμα ἀποτελοῦν μέν κυρίως δόγματα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας, δέν ἀποκλείεται ὅμως νά ἀποτελέσουν ἀντικείμενο σπουδῆς καί ἔρευνας καί ἀπό μή μέλη τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς»[28] .

Εἶναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ὅτι ἡ ἀπόφαση ΣτΈ 194/1987 ὁμιλεῖ μόνο γιά «ἀντικείμενο σπουδῆς καί ἔρευνας», χωρίς καμία ἀναφορά σέ διδασκαλία. Συνεπῶς, μέσῳ τοῦ Ἱστορικοῦ τοῦ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, διατυπώνεται δημοσίως ψευδές συμπέρασμα καί μάλιστα προερχόμενο ἀπό Τμῆμα Δημόσιου Ἱδρύματος, ὅπως εἶναι τό ΑΠΘ (ΝΠΔΔ)!

Καί ἀφοῦ, ὅπως ψευδῶς διατυπώνουν, δέν εἶναι ὁμολογιακές οἱ Θεολογικές Σχολές, τότε ποιός ὁ λόγος ἵδρυσης 4ετοῦς Τμήματος Μουσουλμανικῶν Σπουδῶν στό ΑΠΘ (2016), πού εἶναι καθαρῶς ὁμολογιακό τοῦ Ἰσλαμισμοῦ Τμῆμα;

Μάλιστα, στό σχετικό ΦΕΚ ἱδρύεται ὡς «Εἰσαγωγική Κατεύθυνση Μουσουλμανικῶν Σπουδῶν» (ΕΚΜΣ)[29] , γεγονός πού σημαίνει τήν ἐπί διετία παρακολούθηση διδασκαλίας κοινῶν μαθημάτων μαζί μέ τούς φοιτητές τοῦ Τμήματος Θεολογίας καί κατόπιν, (ἑπόμενη διετία), τήν παρακολούθηση ἀμιγῶς μαθημάτων τῆς ΕΚΜΣ[30] . Ἄν δεῖ, ὅμως,  κάποιος «τό τετραετές πρόγραμμα σπουδῶν τοῦ Τμήματος Θεολογίας καί τό ἀντίστοιχο τῆς Εἰσαγωγικῆς Κατεύθυνσης» θά διαπιστώσει ὅτι «εἶναι ἀνεξάρτητα καί ἔχουν ξεχωριστή τμηματική ταυτότητα»[31] !!! Κοινῶς, τό ΦΕΚ «πάει περίπατο»...

Ἀλλά ἀκόμη καί γιά τήν ἵδρυση τῆς ΕΚΜΣ, πού ἀποτελεῖ τρίτο Τμῆμα γιά τή Θεολογική ΑΠΘ, ἔπρεπε νά συναποφασίσει καί τό Τμῆμα Ποιμαντικῆς (νῦν Κοινωνικῆς Θεολογίας καί Χριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ), πέρα ἀπό ἐκεῖνο τῆς Θεολογίας[32] . Γεγονός πού δέν συνέβη. Συνεπῶς, ἡ ἀπόφαση ἵδρυσης τῆς ΕΚΜΣ ἀποτελεῖ ἀκαδημαϊκά πραξικοπηματική ἐνέργεια[33] !  

α .Ἡ δῆθεν ἀπροϋπόθετη κατάφαση τῆς Παναγίας στό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου

Γράφει ὁ Μιλτιάδης Κωνσταντίνου στό περιοδικό Ἐφημέριος, τεῦχος Σεπτεμβρίου-Ὀκτωβρίου 2019, ὅτι δῆθεν ἡ Παναγία κατά τόν Εὐαγγελισμό δέν διατύπωσε τήν ἀπορία της σχετικά μέ τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί δέχθηκε «χωρίς δεύτερη σκέψη», δηλαδή ἀπροϋποθέτως, τό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου.                     

Ἄς δοῦμε ὅμως τά γεγονότα. Ὅταν ὁ Γαβριήλ εἶπε στήν Παρθένο Μαρία «χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν», εκείνη ξαφνιάστηκε: «ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος ». Τότε ὁ Ἀρχάγγελος τῆς εἶπε: «μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.

καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος»[34] .

Πάλι ἡ Παναγία τόν ρώτησε: «πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;», γιά νά λάβει τήν ἀπάντηση: «Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα». Τότε, η Παναγία, είπε: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος»[35] .

Ἔπειτα, λοιπόν, ἀπό δυό ἐρωτήσεις ἤ «ὕστερον ἀπό ἄλλα λόγια», ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Νικόδημος[36] , ἡ Παρθένος Μαρία ἔδωσε τή συγκατάθεσή της στό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου. Αὐτό ψάλλει ἡ Ἐκκλησία καί στήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τό Κάθισμα:  «Γαβριὴλ ἐξ οὐρανοῦ, τὸ Χαῖρε κράζει τῇ Σεμνῇ, ὅτι συλλήψῃ ἐν γαστρί, τὸν προαιώνιον Θεόν, τὸν διὰ λόγου τὰ πέρατα συστησάμενον· ὅθεν Μαριὰμ ἀπεφθέγγετο· Ἄνανδρός εἰμι, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τὶς ἑώρακε; Καὶ ἑρμηνεύων ἔλεγεν ὁ Ἄγγελος, τῇ Θεοτόκῳ καὶ Παρθένῳ· Ἐλεύσεταί σοι· Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι»[37] .

Ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης, ὁμότιμος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς ΑΠΘ, σχολιάζοντας τά λεγόμενα τοῦ Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, πού φέρει καί το ὀφφίκιο τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας γράφει: «Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση προκύπτει ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔκανε καὶ δεύτερη σκέψη καὶ διετύπωσε καὶ τὶς ἀντιρρήσεις της· δὲν βιάστηκε νὰ ἀπαντήσει, γιὰ νὰ μὴ πάθει ὅ,τι ἔπαθε ἡ  Εὔα στὸν Παράδεισο ποὺ δέχθηκε ἀμέσως τὴν συμβουλὴ τοῦ Ὄφεως». «Αὐτὸ μάλιστα, ὅπως ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες δείχνει τὴν σύνεση, τὴν φρονιμάδα, τὴν ἐξυπνάδα της. Διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ὅτι μετὰ τὸν κολακευτικὸ  χαιρετισμὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ ‘‘χαῖρε κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετὰ σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν’’ (Λκ. 1,28) δέν παρασύρθηκε ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους σὲ αὐτοθαυμασμὸ καὶ αὐταρέσκεια, ἀλλὰ ἔβαλε σὲ λειτουργία τὸ μυαλό της γιὰ τὸ τί ἄραγε σημαίνει αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμός· ‘‘διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος’’ (Λκ 1,29”)». «Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἀναιρώντας πλήρως τὴν ἐκτίμηση τοῦ ἀρθρογράφου», συνεχίζει ο π. Ζήσης, «’’θαυμαστὴ ἦν ἡ Παρθένος, καὶ δείκνυσιν αὐτῆς τὴν ἀρετὴν ὁ Λουκᾶς, λέγων ὅτι ἐπειδὴ τὸν ἀσπασμὸν ἤκουσεν, οὐκ εὐθέως ἑαυτὴν ἐξέχεεν, οὐδὲ ἐδέξατο τὸ λεχθέν⸱ ἀλλ᾽ ἐταράχθη ζητοῦσα τὸ, ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμός’’» (Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, PG 57,45).

Ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος τὴν καθησυχάζει  καὶ τῆς ἐξηγεῖ  ὅτι θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα, καὶ πάλι προβάλλει τὶς ἀντιρρήσεις της ἐπικαλούμενη τὴν ἁγνότητα καὶ παρθενία της, λέγοντας ‘‘πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; (Λκ. 1,34)’’. Καὶ μόνον ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος τῆς ἐξηγεῖ ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ γίνει κατὰ τὸν φυσικὸ τρόπο, μὲ τὴν συνδρομὴ κάποιου ἄνδρα, ἀλλὰ κατὰ ὑπερφυσικό, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὑπενθυμίζει δὲ καὶ τὸ θαυμαστὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο συνέλαβε ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής της στὰ γηρατειά της, γιὰ νὰ τὴν πείσει ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ ὅλα εἶναι δυνατά, ‘‘οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα’’ (Λκ. 1,37), τότε μόνο, μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνετὲς καὶ καλόπιστες ἀντιρρήσεις καὶ τὶς ἀρχαγγελικὲς ἀπαντήσεις, δέχτηκε νὰ ὑπακούσει στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἐξηγεῖ πειστικώτατα καὶ τιμητικὰ γιὰ τὴν Θεοτόκο ὁ Θεοφύλακτος: ‘‘Οὐχ ὡς ἀπιστήσασα ἡ Παρθένος, εἶπε τό, Πῶς ἔσται μοι τοῦτο;  ἀλλ᾽ ὡς σοφὴ καὶ συνετή, ἐπιζητοῦσα μαθεῖν τὸν τρόπον τοῦ πράγματος οὐδὲ γὰρ γέγονέ τι τοιοῦτον πρότερον, οὐδὲ μετὰ ταῦτα γενήσεται» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, PG 123, 704D-705A)[38] .  

Ἄν, λοιπόν, ἡ Παναγία δεχόταν ἀπροϋποθέτως, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, τό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, γιά τή Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, τοῦτο θά σήμαινε καταναγκασμό. Γεγονός πού θά ἀκύρωνε τό ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδας, δηλαδή τήν κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Συνεπῶς, ἐφόσον ἡ μέγιστη πράξη τοῦ ἀνθρώπινου αὐτεξουσίου ὑπῆρξε ἡ καταφατική ἀπάντηση τῆς Παναγίας στό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί δέν ὑπῆρξε καταναγκαστική, καμία ἄλλη πράξη δέν μπορεῖ νά εἶναι τέτοια. 

β. Ἡ ἄρνηση τῆς Θεοτόκειας Ἀειπαρθενίας

Γράφει ὁ Χρυσόστομος Σταμούλης, καθηγητής τοῦ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ καί Κοσμήτορας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ (2021-2024): «μία οὐσιαστική πλευρά τῆς Ὀρθοδοξίας, πού προτιμᾶ σέ πολλές περιπτώσεις νά κινεῖται στά ὅρια ἑνός πολύμορφου καί συνεχῶς ὑποτροπιάζοντος ἠθικισμοῦ, στή γῆ, δηλαδή, μίας καθεστωτικῆς παθολογίας, ἀγνοώντας προκλητικά ἤ στήν καλύτερη περίπτωση ἀποκαλύπτοντας τήν ἀδυναμία της νά ἀντλήσει ἀπό τόν ὀντολογικό πυρήνα τῆς ἀποκάλυψης, πού τροφοδοτεῖ τήν καρδιά τῆς θεολογίας [...] ἀποτελεῖ κλασική ἔκφραση μίας νοοτροπίας, πού δημιούργησε συγκεκριμένο κλίμα ἐντός τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητας, ὅπου κυριαρχεῖ πλέον σχεδόν ὁλοκληρωτικά, καί ὡς ἐκ τούτου καταθλιπτικά, ἡ συνήθεια, προκειμένου νά μιλήσει κανείς γιά τή μητέρα τοῦ Θεοῦ, νά χρησιμοποιεῖ τόν ὄρο ‘‘Παρθένος’’. Μέ τοῦτο σέ καμία περίπτωση δέν θέλω νά ὑποτιμήσω τήν παρθενία τῆς Θεοτόκου, ἀλλά πρέπει σήμερα νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τόν ἀγώνα ὁ ἅγιος Κύριλλος καί ἡ Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Ἐφέσου, ἀπέναντι στόν Νεστόριο, δέν τόν ἔδωσε γιά τήν παρθενία τῆς Παναγίας, ἀλλά γιά τή θεομητρότητά της. Καί τοῦτο διότι τό ὄντως μυστήριο, τό μέγα μυστήριο δέν εἶναι ἡ παρθενία, ἀλλά ἡ θεομητρότητα. Μία πραγματικότητα καί μία ἀλήθεια, πού ἀνθίζει ἀπό τό γεγονός τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο, ἀπό τήν κατ’ ἀλήθειαν ἔνωση τῆς θεϊκῆς φύσης τοῦ Λόγου μέ τήν ἀνθρώπινη φύση στό ἕνα καί μόνο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ παρθενία εἶναι μία δευτερεύουσα πραγματικότητα, πού ἀληθεύει ὀντολογικά μόνο ὅταν δείχνει τή θεομητρότητα καί συνεπῶς τή θεοπρέπεια τῆς σάρκωσης, ἀπό τήν ὁποία ἀποκτᾶ καί τό ὁποιοδήποτε νόημά της. Θά τολμοῦσα ἔτσι νά πῶ, ὅτι ἡ παρθενία εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ θεολογία τῶν ὠδίνων τῆς Μαρίας, προκειμένου νά ἀποδειχθεῖ, ἀπέναντι στήν κάθε δόκηση πού ἀρνιόταν τή θεότητα τοῦ Ἰησοῦ, μέ τόν πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ σαρκωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἐκεῖνο τό πρόσωπο πού λογώνει τόσο τήν παρθενία ὅσο καί τή θεομητρότητα καί ἀποδεικνύει πώς ἡ Μαρία εἶναι αὐτό πού εἶναι, ἐπειδή ἐκεῖνος τήν κάνει νά εἶναι αὐτό πού εἶναι. Ἡ δική της συμβολή περιορίζεται στήν ἐλεύθερη κατάφασή της, στήν ἀποδοχή της, δηλαδή, νά ἐκχωρήσει τό σύνολο τῆς ὑπάρξεώς της, προκειμένου νά γίνει ὁ τόπος, ἡ χώρα τοῦ ἀχωρήτου, ἐξάπαντος ὄχι ἕνα ἁπλό κανάλι, ὅπου θά σαρκωθεῖ ὁ Θεός. Καί νομίζω, ὅτι μία τέτοια ἐξήγησή μας ἐπιτρέπει νά ποῦμε καί τό κατά τά ἄλλα ‘‘αἱρετικό’’, πώς ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη ἑνός ἐξωτερικοῦ ‘‘συμβόλου’’, πού θά ἀπεδείκνυε τή θεοπρέπεια τοῦ μυστηρίου –τήν ἀνθρωποπρέπεια ἔτσι κι΄ ἀλλιῶς ἀπεδείκνυε ἡ παρουσία τῆς Μαρίας-, ὁ Χριστός θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ καί ἀπό μία ἔγγαμη γυναίκα»[39] .

Ἡ φράση ὅτι «ὁ Χριστός θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ καί ἀπό μία ἔγγαμη γυναίκα», δέν διαφέρει ἀπό τήν ἀρειονεστοριανική θέση περί τοῦ Χριστοῦ ὡς κτίσματος, ἀφοῦ, κατά τό δόγμα τους δέν μπορεῖ νά συμβεῖ πραγματική ἕνωση τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό ἄνθρωπο. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Παρθενία καί ἡ Θεομητρότητα δέν διαχωρίζονται, ὑπουργώντας τό ἕνα καί τό αὐτό μυστήριο τῆς γέννησης τοῦ Θεανθρώπου. Ὅσον ἀφορᾶ, τό ρῆμα «περιορίζεται», καθώς καί τήν ἔκφραση «ἐξάπαντος ὄχι ἕνα ἁπλό κανάλι», πού χρησιμοποιεῖ, ὁ Σταμούλης, σέ σχέση μέ τήν κατάφαση τῆς Παρθένου στό μήνυμα τοῦ Ἀρχαγγέλου, καί αὐτά κινοῦνται στή δική του λογική ἀπαξίωσης τοῦ μυστηρίου τῆς Θεοτόκειας Παρθενίας.

Ἀντίθετα, ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου στό ἔργο του Κατ Αἱρέσεων θέτει ρητορικά τό ἐρώτημα γιά τό ποιός, ἱστορικά, ἔχει τολμήσει νά ὀνομάσει Μαρία τήν ἁγία καί νά μήν προσθέσει «τὸ παρθένος». Τονίζει, αὐτολεξεί: «Τὶς ποτε, ἤ ἐν ποίᾳ γενεᾷ τετόλμηκε καλεῖν τὸ ὄνομα Μαρίας τῆς ἁγίας, καὶ ἐρωτώμενος οὐκ εὐθὺς ἐπήνεγκε τὸ, Παρθένον; [...] Καὶ τῷ μὲν Ἀβραὰμ προσετέθη τὸ ‘‘φίλος Θεοῦ’’ καὶ οὐ διαλυθήσεται‧ τῷ δὲ Ἰακὼβ, τὸ ‘‘Ἰσραὴλ’’ καλεῖσθαι, καὶ οὐκ ἀλλοιωθήσεται‧ καὶ τοῖς ἀποστόλοις, τὸ ‘‘βοαναργὲς’’, τουτέστιν υἱοὶ βροντῆς, καὶ οὐκ ἀποκαταλειφθήσεται‧ καὶ τῇ ἁγίᾳ Μαρίᾳ τὸ Παρθένος, καὶ οὐ τραπήσεται»[40] .  Στόν Σταμούλη, πάντως, παρατηροῦμε τήν πρόκριση «μέσω ἀθεολογικῶν κριτηρίων» τῆς φθοροτοκίας ἔναντι τῆς Θεοτοκίας[41] .

Ὁ μεγάλος ρουμάνος θεολόγος π. Δημήτριος Staniloae γράφει πώς: «Ὑπάρχουν δυό ἰδιότητες πού προσιδιάζουν στή Μητέρα τοῦ Θεοῦ: ἀειπάρθενος καί ταυτόχρονα θεοτόκος. Καί αὐτές οἱ δυό ἰδιότητες ἀπορρέουν ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού γεννήθηκε ἀπό αὐτήν σάν ἄνθρωπος, εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενής. Νά διακηρύττεις ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός γεννήθηκε ἀπό αὐτήν, σύμφωνα μέ τούς φυσικούς νόμους, ἀπό τήν ἕνωση μίας γυναίκας καί ἑνός ἄντρα, σημαίνει νά τόν ὑποτάσσεις σ’ αὐτούς τούς νόμους, ἑπομένως, νά μήν τόν ἀναγνωρίζεις ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά τόν θεωρεῖς ὡς καθαρά ἀνθρώπινη φανέρωση μέσα στά ὅρια τούτου τοῦ κόσμου»[42] .   

Ὡς ἐκ τούτου, μένουμε ἄναυδοι ἐνώπιον τῆς καταθλιπτικότητας πού προκαλεῖ στόν Σταμούλη «ἡ συνήθεια», ὅπως λέγει, «προκειμένου νά μιλήσει κανείς γιά τή μητέρα τοῦ Θεοῦ, νά χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο ‘‘Παρθένος’’». Σημειώνει, μάλιστα σέ συνέντευξή του, καί πάλι, ἀπαντώντας περί τῆς Θεοτόκου: «ἄς μήν ξεγελιόμαστε, δέν σώζει ἡ παρθενία, ἡ θεομητρότητα σώζει [...] Ἐκείνη ἡ ἀλήθεια πού δείχνει τό θαῦμα. Ἡ παρθενία τί κάνει; Εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο, πού δείχνει τό μεγαλεῖο τῆς Θεομητρότητας. Ἐάν ἡ Μαρία δέν ἦταν Παρθένος θά βγάζαμε ἐκτός τοῦ μυστηρίου τόν Θεό. Ἐάν δέν ἦταν παρθένος δέ θά μποροῦσε νά φανεῖ πρός τά ἔξω ὅτι ἡ σάρκωση ἔγινε καί «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», δηλαδή χωρίς σπερματική καταβολή. Τό μυστήριο τῆς συνεργίας Θεοῦ καί ἀνθρώπου θέλει νά δείξει ἡ Ἐκκλησία καί σέ αὐτή τήν προσπάθεια ἐπιστρατεύει κάθε δυνατό μέσο καί κάθε γλώσσα. Ἡ παρθενία ἀπό μόνη της δέ λέει τίποτα»[43]

Αὐτά ὑποστηρίζει ὁ Χρυσόστομος Σταμούλης, νῦν Κοσμήτορας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ, ἐρχόμενος σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τά γραφόμενα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, στήν ἐπιστολή τοῦ Πρός Ἐφεσίους. Ὅταν κάνει λόγο γιά τό μυστήριο τῆς Θεοτόκειας Παρθενίας[44] , περιγράφοντάς το, ὡς μυστήριο «κραυγῆς», τό ὁποῖο «ἐν ἠσυχίᾳ Θεοῦ ἐπράχθη», «καὶ ἔλαθεν» τοῦ ἄρχοντος «τοῦ αἰῶνος τούτου» [45] .

Συνεπῶς, γιά ποιό ἐξωτερικό «σύμβολο» ὁμιλεῖ ὁ Σταμούλης, ἀναφερόμενος στήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου καί γιά ποιά «δευτερεύουσα πραγματικότητα»; Ὅταν πρόκειται γιά κατεξοχήν μυστήριο πού ἀποσκοπεῖ στή σωτηρία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ἀπό τή φθορά τῆς ἁμαρτίας καί τό θάνατο ἐξ αὐτῆς, γεγονός πού ἐκφράζει ἐν συνόλῳ ἡ Ἐκκλησία, ὅπως καί ἐδῶ μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ὅτι τό μέγα μυστήριο τῆς Παρθενίας διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ διαβόλου[46].

Ἡ πλήρης, ἐκ μέρους τοῦ Σταμούλη, ὑποβάθμιση τοῦ μυστηρίου τῆς Θεοτόκειας Ἀειπαρθενίας, σέ ἁπλό σύμβολο, λέγοντας ὅτι ὁ Χριστός θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ καί ἀπό ἔγγαμη γυναίκα, θέλει νά ἀκυρώσει τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, θέτοντας τόν Χριστό ἐντός τοῦ νόμου τῆς φθορᾶς, πράγμα πού συνεπάγεται τήν ἀποθέωση τῶν καταναγκασμῶν.

Αὐτό ἦταν καί εἶναι, ἀκριβῶς, τό σημεῖο κάθε αἱρετικῆς διδασκαλίας. Ἡ ἐπιβολή στό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ψευδῶν ἰδιοτήτων, πού ἀπό αὐτές γεννιοῦνται οἱ κάθε εἴδους στρατεύσεις, ἔξω ἀπό τόν δικό Του λόγο: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»[47] .  

 Καταλήγουμε, λοιπόν, στό συμπέρασμα ὅτι ὅποιος διαχωρίζει τή Θεοτοκεία ἀπό τήν Παρθενία, λέγοντας ὅτι ὁ Χριστός θά μποροῦσε νά γεννηθεῖ καί ἀπό ἔγγαμη γυναίκα[48] , εἶναι ἑπόμενο, νά πιστεύει στήν εἰσαγωγή κουταλιῶν γιά τή Μετάληψη[49] . Πράγματι, ἡ Ἁγία Λαβίδα συμβολίζει τήν Ἀειπάρθενο Παναγία, ἐνῶ ὁ Χριστομηδενισμός (τῶν κουταλιῶν) πρεσβεύει τή φθαρτότητα τοῦ Χριστοῦ[50] . Ἡ πολεμική ἐναντίον τῆς Θεοτόκειας Ἀειπαρθενίας ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν ἀλλότρια του Ὀρθοδόξου δόγματος θέση περί ἀλλαγῆς τοῦ τρόπου Μεταλήψεως, χωρίς νά ὑφίσταται οὐδεμία πρακτική ἀνάγκη περί τούτου, παρά μόνο ἀπιστία.

γ. Ἡ συγγραφή ἑνός νέου εὐαγγελίου...

Ἐδῶ, ἐνθυμούμαστε τήν τοποθέτηση τοῦ μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου  σχετικά μέ τό Εὐαγγέλιο, τήν ὁποία διατύπωσε ἀπό βήματος δημοσίου τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ. «Ἐγώ», τόνισε, «θά πῶ αὐτό πού λέει ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή τό πλήρωμα τῶν πιστῶν». «Θά ἀφουγκραστῶ τούς χριστιανούς, τί λένε, ποιό θεωροῦν σωστό. Ἀκόμη καί ἄν αὐτό πού οἱ Χριστιανοί μας θεωροῦν σωστό, ἀκόμη κι΄ ἄν εἶναι ἀντίθετο μέ τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ θά ὑπερασπιστῶ αὐτό πού λένε οἱ Χριστιανοί μας, γιατί οἱ Χριστιανοί μας ἔφτιαξαν τό Εὐαγγέλιο, δέν ἔφτιαξε τό Εὐαγγέλιο τήν Ἐκκλησία»[51] .

Τί νά εἰπωθεῖ γιά τήν ἐν λόγῳ θέση του; Δηλαδή, γιά τήν ἀμφισβήτηση τῆς θεοπνευστίας τοῦ Εὐαγγελίου, γεγονός πού ἀνατρέπει πλήρως τήν Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία. Γιά ἀπάντηση ἀρκεῖ τό Παύλειο τῆς πρός Γαλάτας (1,11) «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον», καθώς καί ἐκεῖνο τῆς Β΄ Τιμόθεον (3,16) «πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος» και φυσικά το Κυριακό (Κατά Ματθαίον 5,19): «ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν»[52] .

Ἀπό τή βίωση, λοιπόν, τῆς ἐλευθερίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ πού ἀποτυπώνεται σέ κάθε λέξη τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, τό νέο εὐαγγέλιο, γραμμένο μέ τό κατ’ ἄνθρωπον θέλημα, ὁδηγεῖ στή δῆθεν διήμερη ἀπό τοῦ Τάφου Ἔγερση, δηλαδή στήν ἀποθέωση τῶν καταναγκασμῶν.

Αὐτό τό «εὐαγγέλιο», πού ἀναγινώσκεται στήν «ἐκκλησία «τῶν ὀρθοδοξιτῶν»,  «δέν σέβεται [...] τήν [...] Ἐκκλησία τῶν διωχθέντων καί διωκομένων ἁγίων καί ἁγιασθέντων μαρτύρων», ἀποτελώντας τό θεμέλιο μίας «πολιτικοθρησκευτικῆς κυβερνώμενης ὀργάνωσης (ΠΚΟ)», πού ἀρνεῖται «τή σωτηριακή ἐνέργεια τῆς εὐχαριστιακῆς ζωῆς», σύμφωνα μέ τά λεγόμενα τοῦ Καθηγητῆ Δογματικῆς τοῦ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ, Ἰωάννη Κουρεμπελέ[53]

Ἀναστάσιος Ὄμ. Πολυχρονιάδης

δρ. θεολογίας ΑΠΘ


[1] Γεν. 1, 26.
[2]  Ἔκδοσις Ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 920. Βλ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, «Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στό πλαίσιο τῆς σωτηρίας», https://www.impantokratoros.gr/tselegidis-aytexousio.el.aspx.
[3] Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 638C. Βλ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, «Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στό πλαίσιο τῆς σωτηρίας».
[4] Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 150, 689A. Βλ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, «Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στό πλαίσιο τῆς σωτηρίας».
[5] Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἠμῶν Γρηγορίου, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἔκδ. Σ. Οἰκονόμου, Ὁμιλίαι ΚΒ΄, Ἀθῆναι 1861, σ. 280. Βλ. Δημήτριος Τσελεγγίδης, «Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στό πλαίσιο τῆς σωτηρίας».
[6] Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, Κεφάλαια Φυσικά, Θεολογικά, Ἠθικά τε καί Πρακτικά ΡΝ΄, PG 150, 1152D.Βλ.  Δημήτριος Τσελεγγίδης, «Τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στό πλαίσιο τῆς σωτηρίας».
[7] Ἰωάν. 5, 6-9.
[8] Λκ. 18, 35-43.
[9] Ἐφεσ. 5, 29.
[10]Πρόδρομος Ἰ. Ἀκανθόπουλος, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων, Ἀδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 21995, σ. 838-839.
[11]ΘεόφιλοςΠουταχίδης,«Παραγγελιά»,22/6/2021,  https://www.pontosnews.gr/656039/gnomes/paraggelia-emvolia-covid19-poytaxidis/,.
[12] Λκ. 14, 16-24.
[13] Γαλ. 5, 13.
[20] 2ος Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, βλ. Προδρόμου Ἀκανθοπούλου, Κώδικας Ἱερῶν Κανόνων καί Ἐκκλησιαστικῶν Νόμων, σ. 82-85: «Τοὺς ὑπὲρ διοίκησιν ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησιαις μὴ ἐπιέναι, μηδὲ συγχέειν τὰς ἐκκλησίας ». 
[21]Nikolas Berdiaeff, «Ἡ Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας», στόν τόμο Τρία Δοκίμια περί Ὀρθοδοξίας, Χριστιανική Ἕνωση Ἐπιστημόνων, Ἀθῆναι 1962, σ. 46.
[23]Β΄Κορ. 9, 7,
[24] Μτθ. 11, 28.
[25] Ἰωάννης Πέτρου-Νίκος Μαγγιῶρος, «Τμῆμα Θεολογίας ΑΠΘ, Ἀπό τήν ἵδρυσή του μέχρι σήμερα (Ἱστορία-Νομοθεσία-Πρόσωπα»,https://www.theo.auth.gr/sites/default/files/attachments/istoriko_tmimatos.pdf, σ. 180-181, ἀνάκτηση 24/8/2019.
[26] ΣτΈ, Ἀπόφαση Α194/1984, Τμῆμα Β΄, 18/1/1984.
[27] ΣτΈ, Ν194/1984, Ἡ κατά τό ἄρθρον 52 πάρ. 2 τοῦ Ν. Δ/τος 170/73 Ἐπιτροπή τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, 19/6/1984.
[28]Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Νομική Ὑπηρεσία, «Νομολογία ΣτΈ 194/1987»,  http://www.valsamon.com/index.php?id=1&subid=1261, ἀνάκτηση 24/12/2019.
[29] ΦΕΚ 69/τ. Ἅ΄/19-4-2016.
[30] Ἀναστάσιος Ὄμ. Πολυχρονιάδης, Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2021, σ. 164-165 καί 54.
[31] Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 165-166.
[32] Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 55-56.
[33] Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 105.
[34] Λκ. 1,30-33.
[35] Λκ. 1,34-38.
[36] Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, Συναξαριστής, τμ. Β΄, Δόμος, Ἀθήνα 2 2005, σ. 429
[37]Μηναῖον Μαρτίου, Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1992, σ. 254.
[38] Θεόδωρος Ζήσης, Πρωτοπρεσβύτερος, «Ὑποτίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου σέ περιοδικό τῆς Ἐκκλησίας», σ. 10-11 βλ. Ἀναστάσιος Ὀμ. Πολυχρονιάδης, https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/34331-arxon-theotokomaxos-kai-fotosbestis καἰ τοῦ ἰδίου, Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 152-155.  
[39] Χ.Σταμούλης, Ἔρως καί Θάνατος, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2009, σ. 373-375.
[40] Ἐπιφάνιος Κύπρου, Κατά Αἱρέσεων, PG 42, 706D-708A Πρβλ. Κωνσταντῖνος Καλλίνικος, Τά Θεμέλια τῆς Πίστεως, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1996 (2η ἀνατύπωση), σ. 182. 
[41] Ἰ. Κουρεμπελές, Ἠδονοδοξία, Κριτική στή μεταπατερική θεώρηση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου, Ἀλτιντζῆς, Θεσσαλονίκη 2019, σ. 56.
[42] Δ. Staniloae, «Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος», Κοίμηση, Σειρά: «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία», ἀρ. 15, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1983, σ. 27.
[43]Χ. Σταμούλης, «Ὑπάρχουμε ἐν λευκῷ...», antidosis.wordpress.com, 26/7/2017, ἀνάκτηση 25/10/2019. 
[44] Χριστοφόρος Κοντάκης, Εἰς τήν Θεοτόκον Συναγωγή Πατερικῶν Ὠδῶν, Προσηγοριῶν καί Ἐπιθέτων, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 22.
[45] Ἰγνάτιος, Πρός Ἐφεσίους, PG 5, 660Α πρβλ. Νίκος Νικολαΐδης, Ἀποστολικοί Πατέρες, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 408-409.
[46]Ἀναστάσιος Ὀμ. Πολυχρονιάδης, https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/32661-peri-parthenomaxou-theologou βλ. τοῦ ἰδίου, Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 81-86.
[47] Μτθ. 16,24.
[48] Χρυσόστομος Σταμούλης, Ἔρως καί Θάνατος,, σ. 373-375. πρβλ. Γιά μία ἐμπεριστατωμένη κριτική σέ μηδενιστικές θέσεις τοῦ ἀνωτέρω βιβλίου: Ἰωάννης Κουρεμπελές, Ἠδονοδοξία, Κριτική στή μεταπατερική θεώρηση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου, σ. 63.
[49]Χρυσόστομος Σταμούλης, «Ἡ Θεία Κοινωνία δέν εἶναι μαγκιά», 11/3/2020, https://www.iefimerida.gr/ellada/theia-koinonia-koronoios-hrysostomos-stamoylis
[50] Ἰωάννης Κουρεμπελές, Ἠδονοδοξία, σ. 268-269.
[51] «Ἀπό τόπο σέ τόπο – Ἀλεξανδρούπολη 20/1/2019», Βουλή-Τηλεόραση,
https://www.youtube.com/watch?v=h40rdarVfvo, ἀνάκτηση 5/4/2020 (1:33:30-1:34:00).
[52] Ἀναστάσιος Ὀμ. Πολυχρονιάδης, https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/36376-i-pigi-fotos-kai-peri-fotologou-tinos βλ. τοῦ ἰδίου, Ἀποδομητές τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, σ. 200-201.
[53] Ἰωάννης Κουρεμπελές, Ἡδονοδοξία, σ. 235.

 

Υποκατηγορίες