Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἑνότητα χωρὶς τὴν Ἀλήθεια;
Λέων Μπράνγκ, Δρ. Θεολογίας
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Στὴν ἀνάκριση ποὺ ἔκανε ὁ Πιλάτος στὸν Χριστό, ὁ Κύριος τοῦ φανέρωσε, ὅτι σκοπὸς τῆς ἔλευσής Του στὸν κόσμο ἦταν: «ἵνα μαρτυρήση τῇ ἀληθείᾳ». [1] Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ ὁ Πιλάτος ἔθεσε ἐπιφανειακὰ τὴν ἐρώτηση: «καὶ τί ἐστιν ἀλήθεια;» Στὴν οὐσία δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρώτηση. Ἐξέφρασε μὲ τὰ λόγια αὐτά, καὶ κυρίως μὲ τὸν τρόπο ἐκφορᾶς τῶν λόγων του, τὴν πεποίθηση, ὅτι ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει. Τὸ εἶπε ἐνώπιον Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, φανερώνοντας ἔτσι ὅτι δὲν εἶχε αἴσθηση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τοῦτο παρ' ὅτι τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ γυναῖκα του τὴ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ κατηγορημένου καὶ παρ' ὅτι εἶχε συνειδητοποιήσει τὸ δόλο τῶν Ἰουδαίων. Ἀντίθετα ὁ εὐγνώμων ληστὴς ἀνταποκρίθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Εἶχε αἴσθηση τοῦ Χριστοῦ. Κατάλαβε, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ὄχι φυσικὰ μιὰ ἀποστεωμένη ἐκδοχὴ τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἡ ἀλήθεια βουτηγμένη στὴν ἀγάπη καὶ συνενωμένη ἀπόλυτα μὲ αὐτήν . [2] Ὁ Πιλάτος, παρ' ὅτι ὁ ἴδιος ἔπρεπε νὰ ὑπηρετήσει τὴν δικαιοσύνη, ἄρα καὶ τὴν ἀλήθεια, μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἀντιμετώπισε δὲν ἔλαβε ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Χριστό, ἔχοντας διαμορφώσει τὴ ζωή του μὲ ἕναν προφανῶς ἄθεο τρόπο χωρὶς βαθύτερη ἀναζήτηση.
Α) Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του
Σὲ ἕναν κόσμο ἄνευ τῆς ἀληθείας ἐπικρατεῖ τὸ χάος, ὁ νόμος τοῦ ἰσχυροτέρου. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ σὲ ἕναν τέτοιο κόσμο μπορεῖ νὰ εὐδοκημήσει ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὴν ζοῦμε στὴν πλούσια εὐλογία ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς μὲ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν Ἁγίων καὶ στὴ σημερινή, τὴ δική μας ἐποχή. Αὐτοί μας φανερώνουν τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐξομοίωσή τους μὲ τὸν Χριστὸ μᾶς κάνουν κατανοητὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος». [3] Γιὰ νὰ προσεγγίζουμε ὅμως τὶς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ζωντανῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» ἐπιβάλλεται ἀρχικὰ νὰ δοῦμε σύντομα «τί εἶναι Ἐκκλησία». Εἶναι, ὅπως εἴπαμε ἤδη, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἡ ὀρθόδοξη ὑμνολογία μᾶς ἐξηγεῖ πολὺ συμπυκνωμένα στὸ Θεοτοκάριο τῆς Θ΄ ὠδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Ἐκεῖ ὁ Χριστὸς μᾶς διαβεβαιώνει: «Ὡς ἄνθρωπος ὑπάρχω οὐσίᾳ, οὐ φαντασίᾳ, οὕτω Θεὸς τῷ τρὸπῳ τῆς ἀντιδόσεως ἡ φύσις ἡ ἑνωθεῖσα μοι. Χριστὸν ἕνα δι' ὃ μὲ γνῶτε, τὰ ἐξ ὧν, ἐν οἷς, ἅπερ πέφυκα, σώζοντα». Γιὰ νὰ γίνει καλύτερα κατανοητὸ τὸ κείμενο παραθέτω τὴν μετάφραση τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου: «(Λέγει ἀκόμη ὁ Κύριος περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του) Ὅπως οὐσιαστικῶς καὶ πραγματικῶς καὶ ὄχι κατὰ φαντασίαν εἶμαι ἄνθρωπος, τοιουτοτρόπως (δηλαδὴ ἐξ ἴσου πραγματικῶς) ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἡ (ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως) ἑνωθεῖσα εἰς ἐμέ, ἐθεώθη κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀμοιβαίας δόσεως. (ἤτοι προσέλαβον ἐγώ, ὁ ἄκτιστος καὶ ἀπαθὴς Θεός, τὸ κτιστὸν καὶ παθητὸν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀντέδωκα δὲ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν θέωσιν). διὰ τοῦτο μάθετε ὅτι ἐγὼ ὁ Χριστὸς εἶμαι εἷς (κατὰ τὴν ὑπόστασιν καὶ τὸ πρόσωπον, μὴ διαιρούμενος εἰς δύο Υἱούς), διασώζω δὲ καὶ διατηρῶ (εἰς τὸ ἀκέραιον) ἐκεῖνα ἐκ τῶν ὁποίων ἀπετελέσθη τὸ (θεανδρικὸν) πρόσωπόν μου καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ὑπάρχω καὶ τὰ ὁποῖα ἔχω (δηλαδὴ διασώζω ἀμεταβλήτους τὰς δύο φύσεις, θείαν καὶ ἀνθρωπίνην, μὲ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐνεργείας καὶ ἰδιότητας)». [4] Ἡ θεία φύση, βεβαίως, ὅπως καὶ τὸ θεῖο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, εἶναι ἀπρόσιτη γιὰ τὸν ἄνθρωπο . [5] Μὲ τὸ βάπτισμα ἐνδύεται τὴν ἐξ ἄκρας συλλήψεως θεωθεῖσα ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως ἑνωμένη μὲ τὴ θεία φύση στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Αὐτὴ ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἀνωτέρω ὕμνος, δὲν ἐμπίπτει στὸ φανταστικό, στὸ ὁποῖο στόχευσε ἡ ἀνθρωπότητα μὲ τὴν παρακοή της στὸν Θεό, εὑρισκόμενη ἀκόμα στὸν παράδεισο. Ἀντὶ οἱ πρωτόπλαστοι νὰ ἔχουν τὴν προσοχή τους στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀντὶ νὰ ἀτενίζουν μόνο Ἐκεῖνον, προκειμένου νὰ φθάσουν στὸ καθ’ ὁμοίωσιν, στὴ θέωση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνοι στράφηκαν μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ φιδιοῦ-διαβόλου στὸ φανταστικό. Θέλησαν νὰ γίνουν θεοί, νὰ γίνουν σὰν τὸν Θεὸ ἄνευ τοῦ Θεοῦ, δηλ. ἐξ ἰδίων δυνάμεων .[6] Ἀντὶ ὅμως ἡ ἀνθρωπότητα νὰ πάρει τὸ μάθημά της ἀπὸ τὴν πτώση ποὺ ἀκολούθησε, ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνη στὴ μεγάλη της πλειοψηφία συνεχίζει τὸ κυνήγι τοῦ φανταστικοῦ. Δημιούργησε καὶ δημιουργεῖ ψευδόθεους καὶ ἰδεολογίες μέχρι τὸν σημερινὸ ὑπερανθρωπισμό, προκειμένου νὰ ὑπερβεῖ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, τὴν ἀνθρώπινη φύση. Μέχρι τὶς μέρες μας δὲν ἔχει αἴσθηση τοῦ μόνου καινοῦ ὑπὸ τὸν ἥλιο, τοῦ μόνου μὲ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια πραγματικοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου»[7] , ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Μὲ τὸν λυτρωτικὸ Του Θάνατο, τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του ἐγκαινιάζει τὴ νέα ἀνθρωπότητα, δὲν ποιεῖ ὑπερανθρώπους, ἀλλὰ θεανθρώπους κατὰ Χάριν, ἀνταποκρίνεται στὴν ἀληθινὴ ἀνθρώπινη προσδοκία ποὺ βιώθηκε σὲ τέλειο βαθμὸ στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Μόνο ὁ «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς» μποροῦσε νὰ ἀνυψώσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τοῦ παρέχει πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς κτιστῆς του φύσης τὴ συμμετοχὴ στὴν κατὰ χάριν ἄκτιστη καὶ θεωμένη δική Του καινὴ ἀνθρώπινη φύση, στὴν ὁποία ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ γεύεται ὅλο τὸν πλοῦτο τῶν ἄκτιστων θείων ἐνεργειῶν.
Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ἔδωσε ποικιλοτρόπως τὴ μαρτυρία αὐτῆς τῆς Ἀνάστασης[8] , ἐνῷ μαρτυρεῖται διαχρονικῶς μέσῳ τῶν Ἁγίων μυστηρίων στὴν Ἐκκλησία, ἐνῷ φανερώνεται διαχρονικὰ στὴν ἱστορία μέσῳ τῶν Ἁγίων Του μὲ πραγματικὲς ἐνέργειες[9] , διαβάλλεται ὅμως μόνιμα ὡς "κάτι" τὸ φανταστικό. Ἀπὸ τὴ φανταστικὴ θεωρία τῆς κλοπῆς τοῦ σώματός Του ἐκ μέρους τῆς ἑβραϊκῆς ἡγεσίας τῆς ἐποχῆς μέχρι καὶ ὅλη τὴ λεγόμενη "θεολογία" τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ . [10]
Αὐτὸς ὁ θεανθρώπινος ὀργανισμός, τὸ ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, εἶναι ἀδύνατο νὰ περιγραφεῖ μὲ πληρότητα, ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἀντίδωσης τῶν ἰδιωμάτων ἀνάμεσα στὴ θεία καὶ ἀνθρώπινη φύση στὸ ἕνα καὶ αὐτὸ Θεῖο Πρόσωπο, συγκεντρώνει ὅλα τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ .[11] Μιὰ θαυμάσια γεύση ὡστόσο μᾶς παρέχει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς στὴ Δογματική του, περιγράφοντας στὴν Ἐκκλησιολογία του τὴν Ἐκκλησία ὡς «Τὸ Πᾶν-Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» καὶ στὴν Πνευματολογία του «ὡς Ἀδιάλειπτο Πεντηκοστή»[12] . Μόνο σὲ ἕνα σημεῖο θὰ ἤθελα σύντομα νὰ σταθοῦμε πρὶν περάσουμε στὰ ἰδιώματα τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Σὲ μία ἀπὸ τὶς πάμπολλες ἐπὶ μέρους ἑνότητες μὲ τίτλο «Δὲν ὑπάρχει Χριστιανισμὸς ἐκτὸς Ἐκκλησίας» μᾶς ἀνοίγει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος τὸ νοῦ γιὰ τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν ἐρώτηση «ποιά ἡ σχέση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Χριστό;» δίνει τὶς ἑξῆς πελώριες διαστάσεις: «Ἡ μεταξύ τους σχέση συνιστᾶ ″τὸ μέγα μυστήριον″, τὸ μεγαλύτερο ὅλων τῶν κόσμων μας. Τὸ ἀνθρώπινο γένος στερεῖται τῆς διανοίας καὶ τῶν λέξεων, οἱ ὁποῖες θὰ μποροῦσαν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγιση, νὰ ἐκφράσουν τοῦτο τὸ πανάγιο καὶ παμμέγιστο μυστήριο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ταυτοχρόνως Θεὸς Λόγος καὶ ἄνθρωπος, Θεὸς Λόγος καὶ Ἐκκλησία, Θεὸς Λόγος μὲ τὸ σῶμα Του στὸν Οὐρανὸ καὶ Θεὸς Λόγος στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, στὴν γῆ. Ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἕνωσε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του ″τὰ πάντα, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς″ (Ἐφ. 1, 10). Ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς συνενώθηκαν σὲ ἕνα μυστήριο, καὶ ἔτσι ἔγινε τό ″μέγα μυστήριον″, τὸ πᾶν-μυστήριο, ἡ Ἐκκλησία». [13]
Τὰ ἰδιώματα αὐτοῦ τοῦ πᾶν-μυστηρίου οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ συμπύκνωσαν σὲ τέσσερα: «μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολική».
α) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ
Ὅ ἕνας καὶ μοναδικὸς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ πηγὴ σωτηρίας γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ὅλα στὴν Ἐκκλησία, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, εἶναι θεανθρώπινα, ἀφοῦ ταυτίζεται μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ . [14]
Οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα δὲν μποροῦν νὰ διασποῦν τὸ ἕνα καὶ ἀδιαίρετο Σῶμα τοῦ Δεσπότη, ἁπλῶς ἀποκόπτονται ἀπὸ αὐτὸν τὸν θεανθρώπινο ὀργανισμό. Ταυτόχρονα, βέβαια, διασώζει ἡ Ἐκκλησία καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ Ὑπεραγία Τριὰς ἔχει τρία Θεῖα Πρόσωπα, ἀλλὰ μέσῳ τῆς μίας κοινῆς θείας οὐσίας καὶ τῶν κοινῶν θείων ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἐκφράζεται ἡ ἑνότητα τῶν τριῶν Προσώπων. Τὸ ἴδιο ὀφείλει νὰ συμβαίνει καὶ στὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία. Μέσῳ τῆς μίας καὶ κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία ἐντάσσονται οἱ πιστοὶ μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, τὰ μύρια πρόσωπα τῶν ἀναγεννημένων ἀνθρώπων καλοῦνται νὰ ἐκδηλώνουν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κοινὲς ἐνέργειες, ταυτιζόμενοι μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ὅπως ὁ Χριστὸς ἐκτέλεσε ἀπόλυτα πιστὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς[15] καὶ τὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλουν πιστὰ νὰ ἐκτελοῦν τὸ δικό Του θέλημα .[16] Ἐκεῖνος εἶναι ἡ μία καὶ μοναδικὴ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ Σώματος. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς.
Μία καὶ μοναδικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, μία καὶ μοναδικὴ ἡ λατρεία της, ὅπως καὶ ἕνα μόνο καὶ μοναδικὸ τὸ βάπτισμά της.
β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΓΙΑ
Ὅπως τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὸ προαιώνιο Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου ὡς κεφαλή, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ αὐτὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα. Ἑπομένως καὶ αὐτὴ εἶναι ὀντολογικὰ Ἁγία. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἠθικὴ κατάσταση τῶν μελῶν της ἡ Ἐκκλησία, μὲ κεφαλή της τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ καρδιά της τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι ἄσπιλη καὶ ἄμωμος. Ἀποτελεῖ πηγὴ ἁγιασμοῦ. Μὲ τὴ θεία διδασκαλία της καὶ τὰ ἅγια μυστήρια καταρτίζει τὰ μέλη της καὶ τοὺς παρέχει ἁγιασμό, ἀποβλέποντας στὴ μετάνοια καὶ πνευματικὴ θεραπεία τους. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀποκάλεσε τὴν Ἐκκλησία, ὅπου ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου, «ἰατρεῖον πνευματικόν» [17].
γ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ
Ὁ Θεὸς Λόγος, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, «ἐν ἀρχῇ ἦν» καὶ «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο»[18] . Ἄρα καὶ ἡ ἐνανθρώπισή Του στοχεύει στὴν καθολικὴ ἀναγέννηση καὶ ἀνακαίνιση ὅλου τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ καθολικότητα ὡς ἰδίωμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τόσο γεωγραφική-ἱστορικὴ ὅσο καὶ κυρίως πνευματικὴ διάσταση. Στὴν τελευταία ἔννοια τονίζεται ἡ ἀκεραιότητα τῆς ἀλήθειας, ἡ καθ’ ὅλου ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ταυτίζεται μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἐπὶ πλέον, ἐφόσον ἔχουμε τὴν ἀσύγχυτη καὶ ἀχώριστη ἕνωση τῆς κτιστῆς ἀνθρώπινης φύσης μὲ τὴν ἄκτιστη θεία φύση στὸ ἕνα Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἐφόσον δηλ. ἔχουμε τὴν ἐνυπόστατη ἕνωση τῶν δύο φύσεων, αὐτὴ ἡ ἕνωση ἐκφράζει τὴν πληρέστερη δυνατὴ σύνδεση ὁλόκληρης τῆς κτίσης μὲ τὸν Θεό, ἰδίως δὲ τοῦ ἀνθρώπου ὡς διαχειριστοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.
Καθολικὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ μὲ τὴν ἔννοια τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Τὸ τοπικὸ στοιχεῖο δὲν ἀναιρεῖ τὴν «καθολικότητα» τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλῆς της. Ἀντίθετα, σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιαίτερα εὔστοχη παρατήρηση τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, ἐφόσον ὁ Χριστὸς ὁλόκληρος προσφέρεται σὲ κάθε Ἁγία Τράπεζα ὡς τροφὴ γιὰ ὅλο τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, οἱ «τοπικὲς Ἐκκλησίες εἶναι οἱ ἐπιφανειακὲς πηγές, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ ἕνα ὑπόγειο ποτάμι». [19]
Φυσικὰ ἡ ἔννοια τῆς καθολικότητας ἀναφέρεται καὶ στὴν ἑνότητα καὶ ὁλότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεανθρωπίνου Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Χαρακτηριστικά, ἐπισημαίνοντας τὴν ἀλληλοεπίδραση τόσο τῶν μελῶν μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὴν Κεφαλή, τὸν Χριστό, ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος: «Ὅλα αὐτὰ τὰ πολυάριθμα μέρη τοῦ σώματος, ὅλα αὐτὰ τὰ ὄργανα, ὅλα τὰ μέλη, ὅλες οἱ αἰσθήσεις, ὅλα τὰ κύτταρα τὰ ἑνώνει σὲ ἕνα ἀείζωο θεανθρώπινο σῶμα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐναρμονίζοντας τὴ δραστηριότητα ἑκάστου μέρους μὲ ὁλόκληρη τὴν καθολικὴ ζωὴ τοῦ σώματος. Κάθε μέρος λειτουργεῖ ″κατὰ τὸ μέτρον″ τῶν δυνάμεών του» . [20] Ὅλοι μας μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἀξιοποιώντας τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές, τὴν κοινὴ πίστη, τὰ θεῖα μυστήρια, «μετέχουμε στὸν ἕνα θεανθρώπινο βίο τῆς Ἐκκλησίας, καθένας ἀπὸ τὴ θέση τὴν ὁποία ὁ Κύριος, ἡ Κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώματος, τοῦ ὅρισε ...». [21] Καὶ ἡ μετοχὴ αὐτὴ πραγματοποιεῖται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
δ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ
Πρῶτος καὶ μέγιστος ″ἀπόστολος″ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὃ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖον «ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν», νὰ γεννηθεῖ «ἐκ γυναικὸς» καὶ «ὑπὸ νόμον» . [22] Ἔπειτα ἔχουμε τὸ σῶμα τῶν 12 ἀποστόλων, τῶν πρώτων κατὰ Χάριν θεανθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν τὸ Πανάγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν[23] . Ἔτσι ἡ ἀποστολικότητα τοῦ Χριστοῦ προεκτείνεται τρόπον τινὰ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ μέσῳ αὐτῶν στοὺς διαδόχους τους στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. Μέχρι πρό τινος γνωρίζαμε, ὅτι αὐτοὶ ἀποκλειστικὰ ἦταν ἄνδρες. Τώρα ἀκόμα καὶ στοὺς Ἀγγλικανούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς οἱ πιὸ παραδοσιακοὶ ἀνάμεσα στοὺς Προτεστάντες, θεωροῦνται οἱ πλησιέστεροι πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους[24] , εἰσχώρησαν δυναμικὰ καὶ γυναῖκες. Τὸ βιώσαμε πρόσφατα στὶς 25 Μαρτίου 2026 μὲ τὴν Sarah Mullally, ἡ ὁποία ἐνθρονίστηκε ὡς 106η «Ἀρχιεπισκόπος» του Καντέρμπουρι. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία μιὰ γυναῖκα κατέχει τὴν τιμητικὰ πρώτη ἕδρα τῆς Ἀγγλικανικῆς Κοινωνίας. Ἤδη μὲ τὴν ἐνθρόνισή της δημιουργήθηκε σχίσμα στὸν Ἀγγλικανισμό . [25]
Τὸ θεμέλιο, στὸ ὁποῖο θεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ ἀκρογωνιαῖο λίθο τὸν Ἴδιο[26] , εἶναι οἱ θεοφόροι Ἀπόστολοι μὲ ὅλες τὶς ἅγιες ἀρετές τους, μὲ τὶς ἅγιες θεανθρώπινες δυνάμεις τους καὶ τὴν ἀποστολικὴ μαρτυρία τους, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος Θεάνθρωπος λέγει, ὅτι σὲ αὐτὴν τὴν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ὀμόψυχη καὶ ὁμόφωνη μαρτυρία τῆς πίστεώς τους θὰ στηρίξει τὴν Ἐκκλησία Του . [27] Ὅπως μαρτύρησε ὁ Χριστὸς περὶ τοῦ Ἑαυτοῦ Του, ὅτι δὲν ἔπραξε οὔτε εἶπε κάτι δικό Του, ἀλλὰ μόνο αὐτὰ ποὺ εἶχε ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ λέγει[28] , ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες στὴ συνέχεια δὲν ἐξέφραζαν δικό τους λόγο, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνον τῆς θεανθρώπινης Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπεκτείνεται αὐθεντικὰ ὡς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας καὶ ἡ ἁγία παράδοση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ θεμελιώνεται αἰωνίως στὸν Θεάνθρωπο ὡς Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἀποστολικότητα, ὡς ἀποστολικὴ κληρονομιά, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία διδασκαλία, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἐπεκτεινόμενος στοὺς αἰῶνες. «Στὸν ἐπίγειο κόσμο», ἀποφαίνεται ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος Πάποβιτς, «οἱ Ἀπόστολοι εἶναι πιὸ σημαντικοὶ καὶ πιὸ ἀξιόπιστοι μάρτυρες τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ,τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παρὰ οἱ Ἄγγελοι». [29] Μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό του, καταθέτει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». [30] Καὶ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ ὁμιλεῖ, ἐκεῖ ὁμιλεῖ ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, Ἐκεῖνος «ὁμιλεῖ διὰ τοῦ Παύλου» . [31]Ἀπὸ τὴν πρώιμη Ἐκκλησία ἴσχυε ἡ πεποίθηση, ὅτι ὅποιος δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς θεοφόρους ἀποστόλους, ἀπορρίπτει τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. Ἔτσι μέσῳ αὐτῶν μεταδίδεται ἡ Χάρις καὶ ἡ πίστη. Ἡ ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας διαπερνάει ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ θεανθρώπινου ὀργανισμοῦ. Μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων οἱ θεῖοι Πατέρες ἀγωνίζονται γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, στὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ προστεθεῖ, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἀφαιρεθεῖ κάτι . [32] Ἔτσι μὲ τὴν πιστὴ τήρηση τοῦ ἀποστολικοῦ πνεύματος ἐξασφαλίζεται ἡ μετάδοση τῆς χάριτος καὶ τῆς πίστεως ἐντὸς τοῦ θεανθρώπινου σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Κεντρικῆς σημασίας ἐδῶ εἶναι καὶ ἡ προσήλωση στὴν γνήσια λατρεία μὲ τὴν πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν χειροτονιῶν.
Ἑπομένως, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀλάθητο στὴν Ἐκκλησία, αὐτὸ ἐρείδεται στὸν Χριστὸ ὡς Κεφαλή της καὶ ἐκφράζεται μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς αὐθεντικῆς ἔκφρασης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Τὸ ἀλάθητο ἑνὸς προσώπου, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Πάπα στὴν Α΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1870), θεωρεῖται παντελῶς παράλογο καὶ ἀνόητο ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας.
Β) Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ παραλογισμὸς τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν»
Μὲ βάση τὸν χαρακτηρισμὸ τῆς Ἐκκλησίας ὡς «μίας» ἀναδεικνύεται ἡ ταυτόχρονη παρουσία της στὸν κόσμο μὲ ποικιλία πολιτιστικῶν ἐκφάνσεων ὡς τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ καθεμία ὅμως ἐξ αὐτῶν ἀποτελεῖ τὴν «μία» Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδὴ ἡ ἑνότητα ὑφίσταται ὡς ἑνότητα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὡς ἑνότητα μέσα στὴ θεία Χάρη.
Ἔχουμε ἤδη ἐπισημάνει ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στὴν διαπραγμάτευση τῶν ἰδιωμάτων της. Ἐρείδεται στὴν ἴδια τή θεανθρώπινη φύση της, ποὺ ἔχει κεφαλὴ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι ὅμως καὶ τριαδολογικὴ αὐτὴ ἡ ἑνότητα. Διότι, ὅπως τονίσαμε ἀνωτέρω, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴ διαφορετικότητα τῶν μελῶν της, μὲ τὰ ἰδιάζοντα στοιχεῖα τοῦ κάθε πιστοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀπόλυτα ἐν Χριστῷ ἑνότητά τους μᾶς παρέχει μιὰ εἰκόνα τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος ἐπὶ τῆς γῆς. Αὐτὴ ἡ σύμπνοια, ἡ ἐναρμόνιση μὲ τὴν Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μυρίων μελῶν της, θεμελιώνεται στὸ δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ αὐτεξούσιο τῶν ἀνθρώπων, στὴν ἐκ μέρους τους βίωση τῆς θεανθρώπινης ἀγάπης ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ σὲ αὐτὴ τὴν ἁρμονία. Μέσα στὴν κατάσταση αὐτὴ οἱ ἄνθρωποι ἀληθινὰ βιώνουν τὴν ἐλευθερία ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς χάρισε. [33] Ἄλλωστε, ὅ,τι ζοῦν οἱ πιστοὶ στὸ θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς πρωτοβουλίας τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ τὰ πάντα συμβαίνουν «ἐκ τοῦ Πατρός, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ». Μέσῳ αὐτῆς τῆς κοινῆς ἄκτιστης ἐνέργειας καὶ τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος «πραγματώνεται», ὅπως ὑπογραμμίζει πάλι ὁ μέγας Σέρβος Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, «ἡ τριαδοποίηση ὅλων τῶν πιστῶν μέσῳ τῆς θεανθρωποποιήσεως, μέσῳ τῆς χριστοποιήσεως». [34]
Γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ὕψιστη σημασία καὶ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου στὴν Ἀρχιερατικὴ Τοῦ Προσευχὴ ὑπὲρ τῶν μαθητῶν Του: «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ὁὓς δέδωκάς μοί, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.[35] Τὸ χωρίο αὐτὸ χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ σὲ συμπροσευχὲς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν. Π.χ. ἀναγνώστηκε αὐτὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὴ Συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28 Νοεμβρίου τοῦ 2025 μπροστὰ στοὺς ἐκπροσώπους διαφόρων ὁμολογιῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄. Δυστυχῶς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀπογυμνώνεται τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀπὸ τὸ βαθύτερο περιεχόμενό του. Ὁ Χριστός, μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πρὸς τὸν Ἐπουράνιο Πατέρα δὲν παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα ὁμάδων κάθε λογῆς ἀποκλίσεων ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα του, ἀπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἀντίθετα, θέλει νὰ ἐξασφαλίσει τὴν ἑνότητα τοῦ ἰδίου σώματος, μάλιστα σὲ ὕψιστο βαθμό, θέτοντας ὡς πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν τὴ σχέση τῶν Προσώπων τῆς Ὑπεραγίας Τριάδος. Ἐνῷ ἀκόμα καὶ οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀποδέχονται, ὅτι οἱ διάφορες «χριστιανικὲς» ὁμολογίες δὲν ἀποτελοῦν τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως [36], πῶς χρησιμοποιοῦν παραπλανητικὰ αὐτὰ τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀλλοιώνουν τὸ περιεχόμενό τους;
Ὁ ὅρος «ἕνωσις» τῶν ἐκκλησιῶν προϋποθέτει τὴ διάσπαση, ἐπὶ μέρους στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὅπως σὲ θραύσματα ἑνὸς καθρέπτη, πιστεύεται ὅτι μὲ τὴ συγκόλλησή τους θὰ μπορέσουν νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ὅλο. Πρόκειται γιὰ θέση ἀπορριπτέα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καθαρὰ προτεσταντικῆς ἔμπνευσης σύμφωνα μὲ τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀόρατης ἐκκλησίας. Ἡ σωτηρία ἐν Χριστῷ στερεῖται κάθε τι τὸ θεῖο καὶ παρουσιάζεται ἐγκλωβισμένη σὲ μιὰ ἀνθρωποκεντρικὴ θεώρηση, στὰ γήινα. Οὐσιαστικὴ ἔκφραση αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἀποτελεῖ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1948 ἀπὸ ἀντιπροσώπους 147 ἐκκλησιῶν (μεταξὺ αὐτῶν τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως καὶ οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου). Σήμερα φθάνουν στὸν ἀριθμὸ 352. Στὸ Συμβούλιο αὐτὸ στὸ προσκήνιο δὲν βρίσκεται ἡ ταυτότητα τῆς πίστης, ἡ κοινὴ παράδοση καὶ ἡ ἑνότητα στὰ δόγματα, ἀλλὰ τὰ κοινὰ στοιχεῖα τῶν χριστιανικῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ ἡ Θεωρία, ὅτι ὅλες μαζὶ εἶναι κληρονόμοι τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κάθε μία στὸ συνονθύλευμα ὅλων αὐτῶν τῶν ὁμολογιῶν, ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν κυρίαρχη προτεσταντικὴ ἀντίληψη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τὸ κλαδὶ ἑνὸς δένδρου. Αὐτὴ ἡ θεωρία τῶν κλάδων δικαιολογεῖ καὶ ἑρμηνεύει τὴν πανσπερμία τῶν Προτεσταντισμῶν. Θεωρεῖ τὸν κορμὸ τῆς ἐκκλησίας μὲ πολλὰ κλαδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ κάθε ἕνα ἀντιστοιχεῖ σὲ ἕνα τμῆμα τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλα μαζί, παρὰ τὶς διαφορὲς μεταξύ τους, ἀποτελοῦν ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, τὴν ἀόρατη ἐκκλησία. Ἐπίσης οὐδένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ τμήματα μπορεῖ νὰ διεκδικήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ λειτουργοῦν συμπληρωματικά. [37]
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μέχρι τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ‘70, προτίμησε μὲ συνέπεια νὰ προβάλλει τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.[38] Ἔπειτα, ἄρχισε νὰ ὑποχωρεῖ πρὸς τὴν προτεσταντικὴ πλειοψηφία τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, χωρίς, ὅμως, νὰ ἀποδέχεται ἐπίσημα τὴν προτεσταντικὴ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας .
Γ) Ἡ «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» καταστρατηγεὶ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»
Τὸ αἴτημα τῆς Ἐκκλησίας μας «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἀποτελεῖ μέρος τῆς δέησης «Ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».
Προφανῶς μὲ τὶς ἅγιες τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες μπορεῖ νὰ ἐννοεῖται ἐδῶ μόνο ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Μόνο αὐτὴ εἶναι ἁγία καὶ εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἄρα καὶ μόνο μὲ τοὺς προσδιορισμοὺς «ἅγιες» καὶ «τοῦ Θεοῦ» Ἐκκλησίες, κάθε ἀπόπειρα ποὺ θέλει νὰ περικλείει τὰ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα τῶν λεγομένων « χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν» τῆς Δύσης ἀποδεικνύεται παραφροσύνη. Ἑπομένως, ἄλλες εἶναι οἱ λεγόμενες «ἐκκλησίες» ποὺ ἐννοοῦνται μὲ τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν, καὶ ἄλλες οἱ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίες.
Ἄλλωστε, θὰ φανέρωνε λογικὴ σύγχυση νὰ εὔχεται ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἕνωση ἑνὸς ἑτερόκλητου-κοκτέϊλ στοιχείων ἰδιότροπης θεώρησης τοῦ κόσμου ἀπὸ διάφορες ὁμάδες ἀνθρώπων ποὺ ἐπιμένουν σὲ παλαιὰ χριστιανικὰ ὀνόματα. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι παρὰ τὰ ὡραῖα τους ὀνόματα, οἱ φορεῖς αὐτῶν τῶν ὀνομάτων συχνὰ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν χριστιανισμὸ καὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἔχουν σχηματίσει μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καθ’ ὁμοίωσίν τους, γιὰ νὰ αἰσθάνονται ἀναπαυμένοι στὶς αἱρετικές τους πεποιθήσεις.
Ἄρα τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησιῶν» ἐκφράζει τὴν ἐγκάρδια δέηση ὅλων τῶν πιστῶν ὑπὲρ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πιστότητας καὶ κατὰ συνέπειαν σταθερότητας τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ἀνὰ τὸν κόσμο. Μὲ τὸ δεύτερο μέρος τῆς ἐπίκλησης «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ ἐννοεῖται ἡ «ἕνωσις» αὐτῶν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτὲς εἶναι ἑνωμένες στὴν μία οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Πολὺ περισσότερο ἀποκλείεται νὰ ἐννοοῦνται οἱ διάφορες κατακερματισμένες ὀντότητες ποὺ θέλουν νὰ ὀνομάζονται Ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχουν καμία σχέση. Μὲ τὴν ἐπίκληση «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἐννοεῖται ἡ κατάργηση τῶν ἰδιοτροπιῶν καὶ ἡ συνάντηση πάντων στὴν πιστὴ τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἕνωσις ὅλων στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, ἀποτελεῖ ἄλλωστε τὸν προορισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μόνο ὅταν συμπίπτουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὴν πραγματοποίηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἀπόλυτα τὸ αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανὸ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Ὁ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων ἰδιότροπος χειρισμὸς τοῦ ἑαυτοῦ τους σαφῶς εἶναι καταστροφικός. Ἤδη μὲ ἀρχὴ τοὺς πρωτοπλάστους αὐτὴ ἡ ὀδυνηρὴ ἐμπειρία διαπέρασε, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πνευματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίζεται μόνο μὲ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὅπως ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐγκαταλείποντας ὁ ἄνθρωπος τὸν ἰδιότροπο χειρισμὸ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀντικαθιστώντας αὐτὸν διά του θεότροπου, ἐπιστρέφει στὸ κατὰ φύσιν. Μόνο μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ, μὲ τὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν ἁγιασμό, στὸ ὑπὲρ φύσιν, κατὰ τὸ ὁποῖο τοῦ δωρίζεται ἡ ἐνοίκηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. [39] Αὐτὴ ἡ τριαδοποίηση, θεανθρωποίηση ἢ χριστοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μὲ τὴν πλήρη ἔννοια ἡ ἕνωση τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἕνωση στὴν Καινὴ Κτίση, στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία δέεται.
Ἐν κατακλεῖδι, ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ἕνωσις τῶν ἐκκλησιῶν» προϋποθέτει τὸν κατακερματισμὸ τῆς ἀλήθειας καὶ ἑπομένως ὄχι μόνο δὲν συμβάλλει στὴν «ἕνωση τῶν πάντων», ἀλλὰ δικαιολογεῖ καὶ θεμελιώνει τὴν πολυδιάσπαση.
Δ) Ὅταν ἡ φανταχτερὴ ἀπάτη τῆς «ἑνώσεως τῶν ἐκκλησιῶν» ἀποπειρᾶται νὰ κατισχύσει τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἱστορικὰ ἰδιαίτερα μεγάλες προσπάθειες ἀποπλάνησης τῆς Ὀρθοδοξίας μποροῦν νὰ ἐντοπιστοῦν στὶς Συνόδους τῆς Λυών (1274) καὶ τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/1439), τὶς δύο μεγάλες ἑνωτικὲς Συνόδους πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση τῆς Κωνσταντινουπόλεως[40] , ὅπως καὶ τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965). Οἱ δύο πρῶτες ἀπόπειρες στοὺς μηχανισμοὺς ποὺ ἀνέπτυξαν ὁμοιάζουν μεταξύ τους. Τὸ ζήτημα ἦταν ἡ ἐπιβίωση τῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὴν ἐξασφάλιση στρατιωτικῆς στήριξης ἀπὸ τὴ Δύση. Ἐντάσσονται στὴ τακτικὴ τῆς Δύσης νὰ κατακτήσει πνευματικά, στὴν οὐσία νὰ ὑποδουλώσει τὴν Ὀρθοδοξία στὸν Παπισμὸ καὶ στὴν ἐξουσιαστικὴ δίψα της Φράγκων. Τὰ βασικὰ ζητήματα τῆς παπικῆς ἐπιβολῆς ἦταν τὸ Φιλιόκβε, τὸ γνωστὸ πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ἡ ἐπέκταση τῆς ἐξουσίας του ἀκόμη καὶ στὴν οὐράνια σφαῖρα μὲ ἐργαλεῖο τὸ Καθαρτήριο Πῦρ. Μὲ τὸ χειρισμὸ τῶν συγχωροχαρτιῶν ὁ ποντίφικας τῆς Ρώμης ἔλεγχε καὶ τὴ τύχη τῶν ψυχῶν μετὰ θάνατον. Καὶ στὶς δύο συνόδους ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία ποὺ συμμετεῖχε (ἐκτὸς ἀπὸ τὸν βράχο τῆς πίστεως, τὸν Ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ) ὑπέκυψε στὶς πιέσεις τῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς. Ἀλλὰ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα ἀντιστάθηκε σ’ αὐτὴν τὴν ὑποτέλεια.
Μὲ τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ ὅμως ὁ Παπισμὸς ἄλλαξε τακτική. Ἐνῷ στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 20οῦ αἰῶνα τήρησε μιὰ ἀσυμβίβαστη στάση ὡς πρὸς τὸ κίνημα τοῦ οἰκουμενισμοῦ, αὐτὴ ἄλλαξε ριζικὰ μὲ τὸ διάταγμα τῆς Β΄Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ «Περὶ Οἰκουμενισμοῦ» στὸ τέλος τοῦ 1964. Ἐνῷ μέχρι τότε γνώρισε μόνο μιὰ μορφὴ ἕνωσης, τὴν ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ στοὺς κόλπους τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, τώρα τί ἔκανε; Ἄλλαξε τὴν ἐκκλησιολογία του. Ὁ π. Πέτρος Χὶρς μὲ τὴν ἐξαιρετική του διατριβὴ «Τὸ Βάπτισμα τῶν Χριστιανῶν κατὰ τὸ Unitatis Redintegratio τῆς Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο»[41] φώτισε μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἐκκλησιολογίας. Σημειώνει, ὅτι μὲ τὸ διάταγμα αὐτὸ «ἀποδέχεται, στὴ βάση τοῦ κοινοῦ βαπτίσματος, τὴν ἐκκλησιαστικὴ φύση ἢ «ἐκκλησιαστικότητα» τῶν μή-ρωμαιοκαθολικῶν κοινωνιῶν», «χαρακτηρίζει «ἀδελφοὺς» τοὺς ἄλλους χριστιανοὺς καὶ ἀναφέρει πὼς αὐτὴ ἡ ἀδελφοσύνη ἔχει μυστηριακὸ χαρακτῆρα» λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἔχουν «ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό» . [42] Εἰσάγεται μὲν ἕνας διαχωρισμὸς ἀνάμεσα στὴν πληρότητα τῆς Χάριτος ποὺ ὑπάρχει μόνο στὸν Ρωμαιοκαθολικισμὸ καὶ τὴν ἀτελὴς παρουσία της στὶς ἐκτὸς αὐτῆς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες[43] , ἀλλά, ὅπως ἦταν φυσικό, αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ στάσης τοῦ παπισμοῦ προκάλεσε ἐνθουσιασμὸ στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Καὶ τί ἔκανε ὁ τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας; Ἔπεσε στὴν ἀγκάλη τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ΄.[44] Σύμφωνα μὲ τὸν Πατριάρχη «Πνεῦμα μέγα ἀγάπης ἐξαπλώνεται ὑπὲρ τοὺς Χριστιανοὺς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Ἤδη ἀγαπώμεθα». [45]
Ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος χαρακτήρισε αὐτὸ τὸ ξεχείλισμα ἀγάπης σὲ ἀνοιχτὴ ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα «ἀγάπη ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων» καὶ ἀναρωτήθηκε: «πῶς δὲν διατίθενται ὀλίγαι σταγόνες ἀγάπης καὶ διὰ τοὺς ταλαιπώρους Ὀρθοδόξους;»[46] Ὁ δὲ Ἅγιος Παΐσιος σημείωσε: «Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναῖκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή» . [47]
Καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὅπως βλέπουμε ὅλοι μας, κρατάει ἀμείωτη μέχρι σήμερα. Μάλιστα στὴν τελευταία ἐπίσκεψή του στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Πάπας Λέων ΙΔ΄ ἐνέπαιξε κυριολεκτικὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο. Στὴ συνάντηση τῆς Νίκαιας στὶς 28/11/2025, μὲ ἀφορμὴ τὴν Ἐπέτειο τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325 μ.Χ.), ὁ Πάπας μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους παρόντες ἀπήγγειλε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὰ Ἀγγλικὰ χωρὶς τὸ φιλιόκβε. Μία μέρα ἀργότερα, στὶς 29 Νοεμβρίου, σὲ τέλεση ρωμαιοκαθολικῆς λειτουργίας στὴ Volkswagenarena στὴν Κωνσταντινούπολη ἐκ μέρους τοῦ Πάπα, ἀπαγγέλλεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως παρουσία τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαῖο στὰ Λατινικὰ μὲ τὴν αἱρετικὴ προσθήκη του φιλιόκβε. Καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα κατὰ τὴ Θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ «ἀγάπη» τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου σκέπασε τὰ πάντα. Ὄχι ἁπλῶς παρέστη ὁ Πάπας, ἀλλὰ ὁ Πατριάρχης του παρεῖχε ἀκόμα καὶ συμμετοχὴ στὴ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία μὲ τὴν ἀπαγγελία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, ἀθετῶντας μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τὸν 45ο Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων . [48]
Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας!
