Ἀπὸ τὸ Ἕνα Βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας στὸ θεωρούμενο ὡς "κοινὸ τριαδικὸ βάπτισμα"

Ἡ βαπτισματικὴ Ἐκκλησιολογία ὡς βάση τοῦ διαχριστιανικοῦ οἰκουμενισμοῦ
Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσῆς, ὑπ. δρ Δογματικῆς, Θεολογική Σχολή Παν/μίου Ἀθηνῶν, Ἀντιπρόεδρος Συλλόγου Θεολόγων "Μέθεξις"
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
"Ὅπου ὑπάρχει ἁγιοτριαδικὸ βάπτισμα, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ βαπτίσει παρὰ μόνο νὰ τελεῖ τὸ χρῖσμα"
Στὴν φράση αὐτὴ συμπυκνώνεται, ἐνδεικτικά, ὁ πυρήνας ἑνὸς σύγχρονου τρόπου ἀντίληψης τῶν μυστηρίων, ὄχι ὡς τρόπων μετοχῆς τοῦ ἑνιαίου σωτηριώδους μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὡς αὐτόνομων γεγονότων, τὰ ὁποῖα φέρουν αὐτόνομο κῦρος καὶ ὑπόσταση, ἄσχετα ἂν αὐτὰ τελοῦνται ὑπὸ καὶ ἐντὸς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ὑπὸ καὶ ἐντὸς αἱρετικῶν κοινοτήτων. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια, τὸ βάπτισμα νὰ ἀποδεσμεύεται ὡς μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς συστατικὸ στοιχεῖο, καὶ μάλιστα ὡς θεμέλιο, μιᾶς διευρυμένης ἐκκλησιολογίας, μιᾶς Ἐκκλησίας ποὺ πλατύνεται ἀδιευκρίνιστα, καὶ στὴν ὁποία ἀνήκουν ἐν γένει ὅσοι ἁπλῶς δηλώνουν χριστιανοί.
Ἡ λανθασμένη αὐτὴ θεώρηση τοῦ βαπτίσματος ἀσυνείδητα ἐκφράζεται καὶ ὑπὸ ἐνίων ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι, θεωρώντας ὅτι κινοῦνται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς φιλάνθρωπης ἐκκλησιαστικῆς οἰκονομίας, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν τὴν συγχυτικὴ καὶ διαλυτικὴ αὐτὴ βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ὅμως ἀνατρέπει τοὺς ὅρους καὶ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μεταβάλλεται τὸ θεμέλιο ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, σ’ ἕνα ἀόριστο τριαδικὸ βάπτισμα, ποὺ δὲν ἔχει καμία ἀναφορὰ στὴν μία πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅμως, μεταβάλλει τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ περιέχουσα σὲ περιεχόμενο, ἐφόσον δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ παρέχει τὰ μυστήρια ὡς ζωογόνες ἐκφράσεις τῆς Κεφαλῆς πρὸς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὴν Ἐκκλησία, καὶ τὴν περιέχει ἀορίστως σὲ μία διευρυμένη ἐκδοχή, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, ὑπὸ μορφὴ τελείας καὶ ἀτελοῦς κοινωνίας, ὅλες τὶς χριστιανικὲς ὁμολογίες.
Ἡ περὶ μυστηρίων διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὸ χριστολογικὸ δόγμα, ἐφόσον ἐν Χριστῷ ἑνώθηκαν ἀρρήτως καὶ ὑποστατικῶς τὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο, καθιστώντας τὴν σωτηρία ὡς ἕνα γεγονὸς πραγματοποιηθὲν καὶ τετελειωμένο. Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μετέχεται καὶ κοινωνεῖται ἀναλογικῶς τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο δωρίζεται μυστηριακῶς ἐκ τῆς Κεφαλῆς. Ἡ ἄρρηκτη αὐτὴ σχέση Χριστοῦ – Ἐκκλησίας – μυστηρίων δὲν ἀποτελεῖ μία γραμμικὴ σχέση τριῶν διαφορετικῶν πραγμάτων, «ἀλλὰ πράγματος ταυτότης», ἐφόσον ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις» καὶ «διὰ τῶν μυστηρίων», πραγματικότητα ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τὸν μυστηριακὸ χαρακτῆρα τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστός, διαλεγόμενος μὲ τὸν Νικόδημο, ρητῶς προέβαλε τὴν ὀργανικὴ σχέση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ... Τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι». Στὴν τελευταία φράση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ διάκριση μεταξὺ τῆς κτιστῆς ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖται ἀπὸ τὰ κτιστὰ ὄντα, καὶ τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ ἐνεργεῖται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἡ ὀρθὴ πίστη, ἀποτελώντας τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ παράλληλα καὶ τὸν ἀναγκαῖο ὅρο ἔνταξης στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀσφαλῶς κοινωνίας μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἐφόσον τὰ ὅρια (ὅροι) τῆς πίστεως περιγράφουν καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐν Χριστῷ ὕπαρξης. Ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς πίστεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ἐν Χριστῷ ζωῇ, ἐφόσον ἡ κατασκευασθεῖσα αἱρετικὴ διδασκαλία ἀποτελεῖ τὸ δημιούργημα τῆς φαντασίας καὶ τῶν σύνθετων ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ ὁδηγεῖ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὸν ἀποκαλύπτει. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν καὶ τὸ ἔργο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων· ἡ διασφάλιση καὶ περιχαράκωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἀπὸ τὴν καμουφλαρισμένη εἰδωλολατρία τῶν αἱρέσεων.
Ἔτσι λοιπὸν προηγεῖται ἡ πίστη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας τελεῖται καὶ τὸ βάπτισμα. Πιστεύουμε σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δηλ. τὴν ἀποκαλυφθεῖσα πίστη, καὶ βαπτιζόμαστε σύμφωνα μὲ τὴν πίστη.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ ἡ πρακτικὴ τέλεσης τοῦ βαπτίσματος δὲν στερεῖται περιεχομένου καὶ σημασίας, ἐφόσον ἀποτελεῖ τὴν ἐξωτερικὴ ἔκφραση καὶ τὴν ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ πυρήνα τῆς πίστεως, ἢ μὲ ἄλλα λόγια, τὸν τρόπο πρόσληψης – μετοχῆς τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, ὅπως αὐτὸ ὁμολογεῖται διὰ τῆς πίστεως. Ὑφίσταται δηλ. μυστικὸς σύνδεσμος μεταξὺ τῆς πρακτικῆς τέλεσης τῶν μυστηρίων καὶ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας (lex orandi καὶ lex credendi), μὲ τὴν ἀπαραίτητη διευκρίνιση ἀσφαλῶς ὅτι ὁ τρόπος καὶ ὁ τύπος ἔχουν σημασία στὸ ἐπίπεδο ποὺ ἐξωτερικεύουν καὶ πραγματώνουν τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης, δίχως αὐτὰ νὰ αὐτονομοῦνται καὶ νὰ ἀντικειμενοποιοῦνται ὡς αὐθυπόστατα καὶ διακρινόμενα στοιχεῖα, ἐρήμην τοῦ μυστικοῦ πυρήνα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας. Γιὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω εἶναι ἀναγκαῖο ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἡ διδασκόμενη πίστη νὰ συνεξετάζονται ὡς μία ἑνότητα.
Ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων τῶν ἀνωτέρω, συνάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἀληθὲς βάπτισμα ποὺ ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ ταυτόχρονα τὸν ἐντάσσει ὡς ὀργανικὸ μέλος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, προϋποθέτει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ τὴν ὑποστατὴ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος τὸ βάπτισμα. Κατὰ συνέπεια ἡ βάπτιση, ὡς ἔνταξη στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελεστεῖ ἐγκύρως καὶ ὑποστατῶς, τοὐτέστιν μυστηριακῶς, ἀπὸ κοινότητα ποὺ δὲν ἀνήκει στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαφοροποιεῖται δηλ. ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, ὡς εὑρισκόμενη ἐκτὸς αὐτῆς. Στὴν ἀντίθετη θεώρηση, δημιουργεῖται ἕνα ὀξύμωρο σχῆμα, κατὰ τὸ ὁποῖο μία κοινότητα ποὺ δὲν εἶναι Ἐκκλησία, δύναται διὰ τοῦ δικοῦ της βαπτίσματος νὰ ἐντάσσει μέλη στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅμως ἡ ἴδια διαφοροποιεῖται. Καὶ ἐνῷ βλέπουμε ὅτι τὰ τρία καίρια στοιχεῖα ὑποστάσεως τοῦ μυστηρίου, εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ἱερωσύνη τοῦ τελοῦντος καὶ ἡ τελεταρχικὴ χάρη, βλέπουμε αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα στὸ πλαίσιο τῆς καλούμενης "βαπτισματικὴς ἐκκλησιολογίας" νὰ μὴν ἔχουν ἀπολύτως καμία ἀξία. Ἂντ’ αὐτῶν, τὸ βάπτισμα λαμβάνει ἐγκυρότητα μόνο ἀπὸ τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, ἀπ’ ὅπου, καὶ ἀπ’ ὅποιον κι ἂν τελεῖται. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπηρεάζει αὐτομάτως καὶ τὸν τρόπο κατανόησης τῆς οἰκονομίας στὴν Ἐκκλησία: τό πῶς δηλ. ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης, καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτήν, τὸ πῶς ὁρίζεται στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς "περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας".
Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ σύγχρονη κατανόηση τῆς οἰκονομίας, ἰδίως στὸ πλαίσιο τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας, σχετίζεται μὲ τὴν ἄρση τῶν ὁρίων καὶ τὴν ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἀλληλοαναγνώριση μυστηρίων μεταξὺ τῶν ἐχόντων διαφορετικὴ πίστη. Δυστυχῶς σὲ αὐτὲς τὶς συχνότητες, καὶ γιὰ λόγους καλῶν σχέσεων μὲ ἑτερόδοξες καὶ σχισματικὲς κοινότητες, συντονίζονται καὶ ἱεραρχίες τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἀναγνωρίζοντας βάπτισμα καὶ ἱερωσύνη ἐκτὸς Ἐκκλησίας (βλ. ἀναγνώριση Ἀγγλικανικῶν χειροτονιῶν στὶς δεκαετίες τοῦ 1920 καὶ τοῦ 1930, ἀναγνώριση ἱερωσύνης στοὺς σχισματικοὺς Οὐκρανοὺς τὸ 2019), χωρὶς νὰ γίνεται ἡ παραμικρὴ διάκριση τῶν αἱρετικῶν (καὶ σχισματικῶν) σὲ οἰκονομητέους καὶ μή. Ἂντ’ αὐτοῦ προβάλλεται μία ἰσοπεδωτικοῦ τύπου διευρυμένη ἐκκλησιολογία, ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς φιλανθρωπίας, ἡ ὁποία ὅμως ὅλο καὶ ριζικότερα ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὴν θεολογία καὶ τὴν πράξη τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Καὶ τὸ πρόβλημα ἐντείνεται ἔτι περαιτέρω ὅταν ὑπάρχουν ἑτερόδοξοι, ποὺ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινῶς διὰ βαπτίσματος νὰ ἐνταχθοῦν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀρνοῦνται πλέον νὰ τελέσουν τὴν βάπτιση, διότι, ὅπως ὑποστηρίζεται, ἡ κοινότητα ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὁ αἱρετικὸς «εἶχε τριαδικὸ βάπτισμα». Οἱ ἐν λόγῳ πράξεις ἀποτελοῦν εὐθεῖα ἀκύρωση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καὶ τοῦ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο τίθεται ὡς ὁμοταγὲς καὶ ἰσόκυρο τοῦ βαπτίσματος τῶν ἑτεροδόξων. Καὶ οἱ λόγοι δυστυχῶς αὐτῆς τῆς πρακτικῆς οὐδόλως εἶναι θεολογικοί, ἀλλὰ μάλιστα ἀμιγῶς πολιτικοί.
Ἡ ὁμότροπη προσδοχὴ ὅλων τῶν αἱρετικῶν κοινοτήτων ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν τριαδικὴ ἐπίκληση, μόνον διὰ χρίσματος, διασπᾶ τὴν ἐπίκληση ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη πίστη τῆς κάθε κοινότητας, δίδοντας τὸ βάρος σὲ αὐτὴν καθαυτὴν τὴν ἐπίκληση ὡσὰν ἡ σημασία τοῦ μυστηρίου νὰ ὑφίσταται στὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς τελετῆς καὶ ὄχι στὸν πυρήνα τῆς πίστεως, στὴν ἱερωσύνη του τελοῦντος τὸ βάπτισμα καὶ στὴν τελεταρχικὴ χάρη. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ παραπέμπει εὐθέως στὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς Β΄ Βατικανὴς Συνόδου (1962 – 1965).
Ἔκτοτε, ἡ "περιεκτικὴ" αὐτὴ ἐκκλησιολογία ἔχει ἐπηρεάσει μεγάλη μερίδα τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, ἀκόμη καὶ ἀποφάσεις τοπικῶν συνόδων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες, διὰ τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς αἱρετικῶν, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἀποδέχονται τοὺς ὅρους τῆς βαπτισματικῆς ἐκκλησιολογίας, κινούμενες ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ νέου διευρυμένου ἐκκλησιολογικοῦ πλαισίου. Ἀποτελεῖ ἄλλωστε καὶ ὁμολογημένο δεδομένο ὅτι ἡ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδος ἀποτέλεσε τὸ μοντέλο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχεδιάστηκε καὶ αὐτὴ ἡ σύγκληση τῆς «Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου» του Κολυμπαρίου τοῦ ἔτους 2016, σύμφωνα μὲ δήλωση τῆς Maria Brun, ἐπιστημονικῆς συνεργάτιδος στὸ Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ Σαμπεζύ της Γενεύης.
Στὴν νέα αὐτὴ "περιεκτικὴ" ἐκκλησιολογία δὲν ὑπάρχουν σχίσματα καὶ αἱρέσεις. Ὑπάρχουν ἁπλῶς χωρισμένοι ἀδελφοί, μὲ τοὺς ὁποίους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεωρούμενου ὡς "ἑνὸς ἁγιοτριαδικοῦ χριστιανικοῦ βαπτίσματος", ὑφίσταται (ἀόρατη) κοινωνία ἀτελοῦς μορφῆς, ἡ ὁποία αἰσιοδοξεῖ νὰ λάβει καὶ ὁρατὴ μορφή, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσης νὰ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀποκατάσταση καὶ τῆς "ὁρατῆς ἑνότητας". Ἔτσι ὑπερβαίνεται τὸ κλασσικὸ ἐκκλησιολογικὸ δίπολο κοινωνία – ἀκοινωνησία, ἀντικαθιστάμενο ἀπὸ τὸ δίπολο τῆς πλήρους – ἀτελοῦς κοινωνίας. Δηλ. δὲν τίθεται ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξη κοινωνίας. Αὐτὴ θεωρεῖται δεδομένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἑνὸς βαπτίσματος καὶ ἁπλῶς διακρίνεται σὲ μορφὴ πλήρους ἢ ἀτελοῦς κοινωνίας, ἀναλόγως τοῦ ἂν ὑφίσταται ἢ ὄχι κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης.
Σύμφωνα μὲ τὴν βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία διαμορφώνονται νέα, διευρυμένα ἐκκλησιολογικὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα δὲν ὁριοθετοῦνται πλέον ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς πίστεως ἀλλὰ πλατύνονται ἐκτὸς τῆς Μίας πίστεως μέχρις ἐκεῖ ὅπου τελεῖται "τριαδικὸ βάπτισμα". Ὅπου ὑπάρχει "τριαδικὸ βάπτισμα" ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν μορφὴ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, οἱ ὁποῖες μετέχουν κατὰ διαφορετικοὺς βαθμοὺς πληρότητας στὴν Μία Ἐκκλησία, στὸ σχῆμα τῆς διαβαθμισμένης κοινωνίας, ἀναλόγως τῶν ἐκκλησιαστικῶν στοιχείων ποὺ διατήρησαν ἐκ τῆς "ἀδιαίρετης παράδοσης". Καὶ ἐνῷ, καὶ ἐτυμολογικὰ ἀκόμη, ἡ κοινωνία προϋποθέτει τὸ "κοινὸν" ὡς πρὸς τὴν πίστη, στὴ νέα ἐκκλησιολογία τῆς οἰκουμενικῆς θεολογίας εἰσάγεται ἐν εἴδει συνθήματος ἡ φράση «ἑνότητα στὴν πίστη καὶ ἑτερότητα στὶς διατυπώσεις». Μὲ ἄλλα λόγια οἱ αἱρέσεις ἐκλαμβάνονται ἁπλῶς ὡς ἑτερότητες καὶ ὡς διαφορετικὲς ἑρμηνευτικὲς ἀπόπειρες τῆς αὐτῆς πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς "Μίας Ἐκκλησίας".
Ἡ ἀνωτέρω φράση λειτουργεῖ ὡς ἡ βάση ἐπανερμηνείας τοῦ περιεχομένου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἡ ὁποία δὲν κατανοεῖται πλέον ὡς ἑνότητα πίστεως ἀλλὰ ὡς σύνδεσμος καὶ κοινωνία μεταξὺ τῶν καλούμενων "ἱστορικῶν ἐκκλησιῶν". Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ δὲν συναντᾶται πλέον ἡ συνοδικὴ διατύπωση τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τους ἐκτὸς αὐτῆς στὴν ἑνότητά της, ἀλλὰ πλέον ἐπικρατεῖ ἡ εὐχὴ γιὰ ἐπανεύρεση τῆς ὁρατῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ὡς νὰ πρόκειται γιὰ ζητούμενο κοινωνιολογικῆς φύσεως, ὡς ἡ ἑνότητα νὰ μὴν εἶναι δεδομένη μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ἀντίφαση αὐτὴν τὴν συναντᾶ κανεὶς στὸ 6ο κείμενο τῆς συνόδου του Κολυμπαρίου, ὅπου ἀπὸ τὴ μιὰ δηλώνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἡ ἑνότητά της ὀντολογικῶς δὲν δύναται νὰ διαταραχθεῖ, παρὰ ταῦτα τὴν ἴδια στιγμὴ «ἦτο εὔνους καὶ θετικῶς διατεθειμένη τόσον διὰ θεολογικούς, ὅσον καὶ διὰ ποιμαντικοὺς λόγους, πρὸς θεολογικὸν διάλογον μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διμερὲς καὶ πολυμερὲς ἐπίπεδον καὶ πρὸς τὴν συμμετοχὴν γενικώτερον εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, [...] μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρὸς τὴν ἑνότητα». Στὴν ἴδια παράγραφο, ἡ ἑνότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ δεδομένη καὶ ζητούμενο.
Σύμφωνα μὲ τὸν π. Πέτρο Χίρς, ὁ ὁποῖος ἀσχολήθηκε ἐξειδικευμένα μὲ τὴν ἐκκλησιολογία τῆς Β΄ Βατικανὴς Συνόδου καὶ τὸν ὁρισμὸ τοῦ βαπτίσματος ὡς τοῦ νέου ὁρίου τῆς Ἐκκλησίας, «τὸ ζητούμενο ἦταν νὰ βρεθεῖ ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστής, στὸν ὁποῖο ὑπῆρχε, παρ’ ὅλες τις ὑπάρχουσες διαιρέσεις, μία οὐσιαστικὴ χριστιανικὴ ἑνότητα» .
Συνεπῶς ἡ ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν ὕπαρξη ἢ ὄχι ὑποστατὴς ἱερωσύνης ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα «μποροῦν νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ σύνολο καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ζωοπάροχα».
Ἑπομένως, τὰ στοιχεῖα ἀπὸ μόνα τοὺς ἀποτελοῦν φορεῖς τῆς χάριτος τοῦ ἁγ. Πνεύματος. Ἂν γίνει ἡ ἀντιστοιχία αὐτὴ καὶ στὸ μυστήριο τῆς θ. εὐχαριστίας τότε εὔκολα νομιμοποιεῖται ἐκκλησιολογικῶς καὶ ἡ Οὐνία, ἡ ὁποία ὡς γνωστὸν χρησιμοποιεῖ κοινὸ λειτουργικὸ τυπικὸ μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Μέσῳ κοινῶν ἐξωτερικῶν στοιχείων θὰ δύναται, ὑπὸ τὸ σκεπτικὸ καὶ τῆς ἀρχὲς τῆς ἀκινάτειας θεολογίας, νὰ ἀναγνωριστεῖ ὡς ἔγκυρο μυστήριο καὶ ἡ τελούμενη ὑπ’ αὐτοὺς θ. λειτουργία.
Οἱ ἀνωτέρω καινοφανεῖς ἐκκλησιολογικὲς θέσεις, οἱ ὁποῖες σὲ κάθε περίπτωση ἀνήκουν στὴν μετά-βατικάνεια δογματικὴ διδασκαλία τῶν Λατίνων, ἀφομοιώνονται σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ὀρθοδόξων, ποὺ ἀγνοοῦν συνειδητὰ τὴν συνοδικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ γοητεύονται ἀπὸ τὴν διευρυμένη ἐκκλησιολογία. Ἐκφράσεις τοῦ τύπου «ὅπου ὑπάρχει τριαδικὸ βάπτισμα δὲν μποροῦμε νὰ τελέσουμε βάπτιση παρὰ μόνο χρῖσμα» ἐκφράζουν κενότητα θεολογικῆς γνώσης καὶ ἀδυναμία ποιμαντικῆς εὐθύνης. Διατυπώσεις ὅπως ἡ ἀνωτέρω προδίδουν τὶς καταφανεῖς ἐπιρροὲς ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν θεολογικῶν συγκλίσεων ποὺ κατὰ καιροὺς δημοσιεύει τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.), τὰ ὁποῖα δὲν χαρακτηρίζονται ἀσφαλῶς γιὰ τὴν θεολογικὴ ἀκρίβεια καὶ καθαρότητα τῶν ἐκφραζόμενων θέσεών τους. Σὲ αὐτὰ ἐντοπίζονται οἱ ἀπαρχὲς τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων. Ἐπὶ παραδείγματι, στὸ κείμενο τῆς Λίμα τοῦ 1982 ἐκφράζεται ξεκάθαρα τὸ βαπτισματικὸ πλαίσιο κατανόησης τῆς διευρυμένης Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο ὡς φαίνεται, καὶ σὲ βάθος χρόνου, προκάλεσε ἀλλαγὲς στὸν τρόπο ἀντίληψης πλείστων ὀρθοδόξων ἐπὶ τέτοιων ἐκκλησιολογικῶν ζητημάτων: «...Αἱ Ἐκκλησίαι καθίστανται ὁλοὲν καὶ περισσότερον ἱκαναὶ νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ βάπτισμα ἡ μία τῆς ἄλλης ὡς τὸ μοναδικὸν βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀμοιβαία ἀναγνώρισις τοῦ βαπτίσματος ἀποτελεῖ προφανῶς σημαντικὸν σημεῖον καὶ μέσον ἐκφράσεως τῆς βαπτιστηρίου ἑνότητος τῆς δοθείσης ἐν Χρίστῷ. Πανταχοῦ ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, αἱ Ἐκκλησίαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζουν κατὰ ρὴτὸν τρόπον τὴν ἀμοιβαίαν ἀναγνώρισιν τῶν βαπτισμάτων των».
Ὑπό το φῶς κειμένων ὅπως τὸ ἀνωτέρω, παρατηρεῖται ὅτι λαμβάνει χώρα μία μετακύλιση τῶν ἐκκλησιαστικῶν διοικήσεων, ἀπὸ τὴν στέρεη βάση τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πρὸς θέσεις καὶ ἀπόψεις ὀργανισμῶν, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀλήθεια εἶναι ζητούμενο καὶ ὄχι δεδομένο. Ἀναζητεῖται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἑνότητα μέσα σὲ στρογγυλεμένες διατυπώσεις ποὺ νὰ ἱκανοποιοῦν ὅλους τοὺς συμβαλλόμενους, μακριὰ ὅμως ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ κοινὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς της. Πρὶν ἀρκετὰ χρόνια ὑπῆρχε ἡ θέση, τὴν ὁποία ὑποστήριζε καὶ ὁ καθ. Ἰωάννης Καρμίρης, περὶ τοῦ ἀνοικονόμητου τῆς περίπτωσης τῶν Προτεσταντῶν καὶ τὴν ἀποδοχή τους ὑποχρεωτικὰ διὰ βαπτίσματος. Πλέον καὶ αὐτὴ ἡ θέση ξεπεράστηκε, καὶ παρ' ὅτι οἱ Προτεστάντες ἀρνοῦνται θεμελιώδεις πτυχὲς τῆς πίστεως, ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοια τοῦ μυστηρίου, γίνονται δεκτοὶ διὰ χρίσματος. Τέτοιου εἴδους πρακτικὲς δείχνουν ὅτι στὴ σύγχρονη ποιμαντικὴ πράξη ἔχει παρεξηγηθεῖ ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἀπροϋπόθετη πρόσληψη στὴ βάση τῆς ἀλληλοαναγνώρισης ἐκκλησιαστικότητας μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.
Τέτοιου εἴδους ἐκκλησιολογικὲς ἐκπτώσεις ἐπιχειροῦν νὰ λάβουν θεολογικὸ κῦρος μέσῳ γνωμοδοτήσεων, συγκεκριμένων πρόθυμων κανονολόγων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀξίζει ἕνα παρενθετικὸ σχόλιο: Στὴ σύγχρονη ἀκαδημαϊκὴ θεολογικὴ μαθητεία, διακρίνονται σαφῶς τὰ μαθήματα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Δογματικῆς, παρ' ὅτι ἡ μήτρα ποὺ ἐξέθεσε τοὺς θεοδίδακτους Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἦταν κοινὴ· ὁ σύλλογος τῶν συνοδικῶν Πατέρων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες θεσπίστηκαν μὲ σκοπὸ πρωτίστως τὴν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιολογίας καὶ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐπίσης τῆς εὐταξίας. Ὅταν οἱ κανόνες ἀποκόβονται ἀπὸ τὸ δογματικό τους περιβάλλον καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς δογματικῆς διασφάλισης, ἐκπίπτουν ἀπὸ τὸ θεολογικό τους ὕψος καὶ καταλήγουν, ὡς στεῖρες νομικὲς διατάξεις, νὰ ἐκπροσωποῦν ἕνα διαδικαστικὸ δίπολο "ἐπιτρέπεται - ἀπαγορεύεται" ὡς αὐτονομημένα ἄρθρα δικαίου, κατὰ μίμηση τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δυστυχῶς γίνεται πολλάκις ἡ χρήση τους ὑπὸ εἰδικῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ὅταν αὐτοὶ ἀγνοοῦν βασικὰ θέματα ὀρθόδοξης δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογίας. Στὴν περίπτωση αὐτή, τότε, δυστυχέστατα προκαλοῦνται τεράστια προβλήματα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα, ὄχι μόνον νὰ μὴν ἐπιλύονται τὰ ἀναφυόμενα προβλήματα ἀλλὰ μάλιστα νὰ χειροτερεύουν, μὲ τὸ ἀκόμη χειρότερο, νὰ μὴν κατανοοῦν οἱ εἰδικοὶ κανονολόγοι, ποῦ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ πρόβλημα, γιὰ ποιόν λόγο οἱ προτεινόμενες ἀπὸ τοὺς ἴδιους λύσεις εἶναι θεολογικῶς ἄστοχες καὶ γιὰ ποιόν λόγο τὸ πρόβλημα παραμένει ὡς ἄλυτο. Βλ. ἐπὶ παραδείγματι τὶς γνωμοδοτήσεις των κανονολόγων σχετικὰ μὲ τὸ Οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα. Σὲ καμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ ἐκκλησιολογικὴ βάση τοῦ προβλήματος, ποὺ ἀφορᾶ κυριώτατα στὴν ἀπουσία ἱερωσύνης στοὺς δεχθέντες τὸν Τόμο τῆς αὐτοκεφαλίας. Γιὰ τοὺς περισσότερους κανονολόγους (ἂν ὄχι ὅλους) ὅλα τελοῦν καλῶς. Καὶ αὐτὸ διότι ὁ νομικίστικος τρόπος σκέψης παρατηρεῖ ἁπλῶς διαδικασίες, δίχως νὰ ἐξετάζει ἐὰν αὐτὲς θεμελιώνονται στὸ ὑπόβαθρο τῆς ἐκκλησιολογίας ἢ ἂν στέκουν μετέωρες.
Ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ οἰκονομία θεολογικῶς θεμελιώνεται ἐπὶ τῆς ἐκκλησιολογίας, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ σύγχρονη πρακτική, ἡ ὁποία τὴν καταλύει, προκαλῶντας σύγχυση στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιφάσεις στὴν ποιμαντικὴ πράξη καὶ δημιουργία ἐντυπώσεων στοὺς ἑτεροδόξους ὡς νὰ ἔχουν ὄντως ὑποστατὰ στοιχεῖα ἐκκλησιαστικότητας, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀναγνωρίζει. Ἡ ἄκτιστη χάρη τῶν μυστηρίων, ὅμως, δὲν αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴν Μία Ἐκκλησία, καὶ ἀσφαλῶς τὰ μυστήρια ἐν γένει δὲν μποροῦν νὰ ὑφίστανται τμηματικὰ ἢ κατακερματισμένα σὲ ἑτερόδοξες χριστιανικὲς κοινότητες ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ἐπιβάλλεται ἡ ἐπανεξέταση τῆς τρέχουσας πρακτικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεολογίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου οἱ ἐνεργοῦντες τὴν οἰκονομία νὰ ἐπαναπροσδιορίσουν τὸν χαρακτῆρα, τὰ κριτήρια, τὸν τρόπο καὶ τὰ ὅρια τῆς οἰκονομίας, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς ἰσοπεδωτικῆς σύγχυσης, ποὺ φαίνεται ὅτι ὑφίσταται στὸ ζήτημα αὐτό.
Συνεπῶς, συνοψίζοντας τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀληθὲς βάπτισμα εἶναι ἕνα, ἀποτελώντας ἀπόρροια καὶ ἔκφραση τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Στὴν παύλεια διατύπωση «εἷς κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα», προδίδεται δι’ αὐτῆς τῆς τρισύνθετης ἑνότητας ἡ σύμπτωση τῶν κανονικῶν καὶ τῶν χαρισματικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ἐκκλησιολογικὴ πραγματικότητα ἡ ὁποία ὁμολογεῖται σαφῶς καὶ στὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν...». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει βάπτισμα ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μιὰ ἀντίθετη θέση θὰ σήμαινε, ἀφ' ἑνὸς τὴν ἀποδέσμευση τῶν μυστηρίων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καθὼς αὐτὰ θὰ ἔπαυαν νὰ ἀποτελοῦν τοὺς τρόπους ποὺ αὐτὴ ἐκφαίνεται, παρουσιαζόμενα ὡς αὐθυπόστατα γεγονότα ποὺ ὑφίστανται καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ ἀφ' ἑτέρου ἡ ὁμολογία στὸ ἕνα σωτήριο βάπτισμα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως θὰ ἀπέβαινε κενὸς λόγος.
Κατὰ συνέπεια, ἡ ἐπιβαλλόμενη βαπτισματικὴ ἐκκλησιολογία εἶναι εὐθέως ἀντίθετη τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἀναιρετικὴ τοῦ μυστηριακοῦ της χαρακτῆρα.
