ΗΜΕΡΙΔΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦ 18 ΜΑΪΟΥ 2019

ΗΜΕΡΙΔΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦ 18 ΜΑΪΟΥ 2019 - ΒΙΝΤΕΟ

ΒΙΝΤΕΟ

ΒΙΝΤΕΟ ΗΜΕΡΙΔΑΣ - ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΕΤΡΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ (ΣΥΝΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΝΤΑΝΗ ΑΝΑMΕΤΑΔΟΣΗ)

«Οἰκουμενισμός: Νεώτερες ἐξελίξεις ἀπό τήν ‘Σύνοδο’ τῆς Κρήτης μέχρι σήμερα»

01 Orth Ἀρχιμ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου, Συγγραφέως,
Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καί Παραθρησκειῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς

[Εἰσήγησή του στήν ἡμερίδα «Ἡ Ὀρθοδοξία ἀπέναντι στή σύγχρονη ἄρνηση»].

Σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί σύνεδροι, κυρίες καί κύριοι, Χριστός Ἀνέστη!

Κατ’ ἀρχήν θά ἤθελα νά ἐκφράσω τίς θερμές εὐχαριστίες μου πρός τή Συντονιστική Ἐπιτροπή τῆς «Συνάξεως γιά τήν Ὀρθοδοξία», γιά τήν τιμή τῆς ἀναθέσεως τῆς παρούσης ὁμιλίας, στά πλαίσια τῆς παρούσης Ἡμερίδος μέ γενικό θέμα  «Ἡ Ὀρθοδοξία μπροστά στή σύγχρονη ἄρνηση».

Τό θέμα μου ἔχει τίτλο: «Οἰκουμενισμός: Νεώτερες ἐξελίξεις ἀπό τήν ‘Σύνοδο’ τῆς Κρήτης μέχρι σήμερα» καί περιλαμβάνει μία σύντομη εἰσαγωγή, στή συνέχεια περιγράφουμε συνοπτικά, ποιές ἦταν οἱ κυριώτερες ἐκκλησιαστικές συνέπειες ἀπό τήν ψευδοσύνοδο, ποιές ἦταν οἱ θεολογικές ἐξελίξεις στόν τομέα τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί πῶς ἀναπτύχθηκε ἡ νέα οἰκουμενιστική θεωρία τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων», καί τέλος κλείνουμε μέ συμπεράσματα, σκέψεις καί προτάσεις.

Γύρω ἀπό τήν «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, (στό ἑξῆς Σ.τ.Κ), τίς μακροχρόνιες προετοιμασίες της, τόν τρόπο ὀργανώσεώς της καί τίς ἀποφάσεις της, μέ βάση τά ὀκτώ κείμενα πού αὐτή παρήγαγε, ἔχουν γραφεῖ τόμοι ὁλόκληροι βιβλίων, ἔχουν δημοσιευθεῖ ἑκατοντάδες ἄρθρα καί μελέτες ἀπό ἔγκριτους μελετητές καί καταξιωμένους ἐρευνητές, πανορθοδόξου κύρους καί ὁ ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νά ἀνατρέξει στήν ὑπάρχουσα βιβλιογραφία. Ἐνδεικτικά μόνον μνημονεύουμε ἐδῶ τόν ὀγκώδη τόμο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου μέ τίτλο: «Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη. Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις»[1]  καί τήν δίτομη ἔκδοση τοῦ Περιοδικοῦ «Θεοδρομία» μέ τίτλο: «Οὔτε Ἁγία, οὔτε μεγάλη, οὔτε Σύνοδος[2]». Ὁ σκοπός τῆς εἰσηγήσεώς μας δέν εἶναι νά πρωτοτυπήσουμε, οὔτε νά ἐντυπωσιάσουμε. Ὁ στόχος εἶναι καθαρά ἀγωνιστικός. Νά δοῦμε δηλαδή, ποῦ βρισκόμαστε σήμερα ἀπό πλευρᾶς Οἰκουμενισμοῦ, πῶς διαμορφώθηκε τό ἐκκλησιαστικό καθεστώς μετά τήν ψευδοσύνοδο καί πῶς θά μπορούσαμε νά προχωρήσουμε ἀπό δῶ καί μπρός.

Εἰσαγωγικά

Εἶναι πλέον κοινός τόπος καί ὅλοι τό διαπιστώνουν ξεκάθαρα, ὅσοι τουλάχιστον ἔχουν ὑγιεῖς πνευματικούς ὀφθαλμούς, ὅσοι ἀκόμη εἶναι ζωντανοί καί δέν ἔχουν πεθάνει πνευματικά ἀπό τό δηλητήριο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅτι ἡ παναίρεση αὐτή πού κυριάρχησε σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνος, ἔφθασε πλέον στό ἀποκορύφωμά της στίς ἀρχές τοῦ 21ου αἰῶνος μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, (Ἰούνιος 2016). Ἄν ἡ γνωστή καί περιβόητη πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιος τοῦ 1920 ἐγκαινίασε ἐπίσημα τήν εἴσοδο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τότε ἡ ψευδοσύνοδος αὐτή ἔδωσε σ’ αὐτόν πλήρη συνοδική νομιμοποίηση. Ἄν ὁ πρῶτος μεγάλος σταθμός αὐτῆς τῆς παναιρέσεως εἶναι ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ 1920, τότε ὁ δεύτερος μεγάλος σταθμός εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης. Τό καρκίνωμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐπί 100 περίπου χρόνια προχωροῦσε καί ἐπεκτεινόταν ἀνενόχλητα μέσα στό ἐκκλησιαστικό σῶμα, μή ὑπαρχόντων ἱκανῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀντιστάσεων. Δυστυχῶς ἡ παναίρεση αὐτή, ἡ φοβερότερη καί πλέον ἐπικίνδυνη, ἀπό ὅσες ἐμφανίστηκαν μέχρι σήμερα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ὁποία πολύ σοφά χαρακτήρισε ὁ ἀείμνηστος ἀρχιμ. π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ὡς τόν τελευταῖο πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου, δέν ἀντιμετωπίστηκε ἐγκαίρως ἐν τῇ γενέσει της, συνοδικά, σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, ὅπως βέβαια θά ἔπρεπε, ἐξ αἰτίας κυρίως τῆς ἀδράνειας τῆς πλειονότητος τῶν ἐπισκόπων, ἀλλά καί γενικότερα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, στίς κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, μέ ἀποτέλεσμα νά φθάσουμε σ’ αὐτή τήν τραγική κατάσταση πού βιώνουμε  σήμερα. Νά βλέπουμε δηλαδή σήμερα ἕνα πρωτόγνωρο φαινόμενο, ἕνα φαινόμενο μοναδικό, πού δέν ἔχει προηγούμενο στή Συνοδική καί Κανονική μας Παράδοση, νά ἐμφανίζεται δηλαδή ἡ φοβερή αὐτή πολυαίρεση καί ἡ Ἐκκλησία ἐπί 100 χρόνια νά ἀδυνατεῖ νά τήν ἀντιμετωπίσει ἀποτελεσματικά καί συνοδικά σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο. 

Κυριώτερες ἐξελίξεις στό χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετά τήν ψευδοσύνοδο.

Οἱ ἐκκλησιαστικές ἐξελίξεις στό χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετά τήν ψευδοσύνοδο, εὑρισκόμενες σέ ἄμεση διαλεκτική σχέση καί συνάρτηση μ’ αὐτήν, ὑπῆρξαν ὡς ἐπί τό πλεῖστον τραγικές καί ὀδυνηρές, καί στό προσεχές μέλλον, κατά τήν ταπεινή μου γνώμη, θά γίνονται ἀκόμη τραγικότερες. Ὡστόσο ὑπῆρξαν καί κάποιες ἐλάχιστες θετικές καί ἐνθαρρυντικές. Παρά κάτω θά ἐπισημάνουμε τίς κυριώτερες ἀπό αὐτές.    

1) Ἡ πρώτη ἄμεση συνέπεια ἦταν ὅτι αὐτή τραυμάτισε καίρια τήν πανορθόδοξη ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί προκάλεσε διαιρέσεις κατ’ ἀρχήν σέ ἐπίπεδο τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ ἀπουσία τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Ρωσίας, τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Γεωργίας, πού δέν συμμετεῖχαν στή «Σύνοδο», δέν ὀφειλόταν σέ πρακτικούς λόγους, ἀλλά στή φανερή καί ἐκφρασθεῖσα διαφωνία τους γιά τόν Κανονισμό Λειτουργίας της καί γιά πολλές ἀντιπατερικές καί ἀντορθόδοξες θέσεις τῶν κειμένων, πού εἶχαν ψηφισθεῖ. Ὅπως δέ ἦταν ἑπόμενο, τήρησαν ἀπορριπτική στάση ἀπέναντι στίς ἀποφάσεις της. Ὡστόσο ἡ μή συμμετοχή τῶν ἐν λόγῳ τεσσάρων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, πού ἐκπροσωποῦν τά 2/3 περίπου τῆς παγκοσμίου Ὀρθοδοξίας ἀπό πλευρᾶς πληθυσμοῦ ἔφερε καί ἕνα θετικό καί παρήγορο ἀποτέλεσμα, πού μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἐντάσσεται μέσα στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τό γεγονός δηλαδή ὅτι ἀκριβῶς αὐτή ἡ μή συμμετοχή ἀποτέλεσε τό πρῶτο μεγάλο καί καίριο πλῆγμα κατά τοῦ πανορθοδόξου κύρους τῆς Σ.τ.Κ. καί τήν ἀπαρχή, (καθώς ἐλπίζουμε), μιᾶς μελλοντικῆς ἀναθεωρήσεως τῶν κακοδόξων ἀποφάσεών της. Συγκεκριμένα τά μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας σέ ἔκτακτη συνοδική Συνεδρία τους τήν 27η Ἰουνίου 2016, ἀπεφάσισαν μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Νά θεωρήσουν τή Συνάντηση τῆς Κρήτης ὡς μία προκαταρκτική Συνέλευση τῆς πανορθοδόξου Μεγάλης Συνόδου, ἑπομένως καί νά θεωρήσουν ὅτι τά ἔγγραφά της δέν εἶναι τελικά, ἀλλά ἀνοιχτά πρός συζήτηση καί πρός τυχόν τροποποιήσεις, ὅταν συγκληθεῖ ἡ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν παρουσία καί συμμετοχή ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν[3]».  Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας συνῆλθε στίς 2 Δεκεμβρίου 2017, καί μέ τήν παρουσία 377 ἀρχιερέων ἀπεφάσισε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος, [τῆς Κρήτης], δέν δύναται νά θεωρεῖται πανορθόδοξη, οὔτε καί οἱ ἀποφάσεις της ὡς δεσμευτικές γιά ὅλο τό Ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἐπειδή ἡ μή ἐξασφάλιση τῆς σύμφωνης γνώμης τῶν ὁρισμένων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν γιά τή σύγκλησή της στίς προκαθορισμένες ἡμερομηνίες παραβίασε τήν ἀρχή τῆς ὁμοφωνίας….Ἡ ἀνάλυση τῶν κειμένων τῆς ἐν Κρήτῃ Συνόδου, …ἀπέδειξε ὅτι ὁρισμένα ἐξ αὐτῶν περιλαμβάνουν ἀσαφεῖς καί διφορούμενες διατυπώσεις, κάτι τό ὁποῖο δέν ἐπιτρέπει νά τά θεωροῦμε ὡς ὑποδειγματική ἔκφραση τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας[4]».  Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας μέ συνοδική ἀπόφασή της τήν 15η Νοεμβρίου 2016, ἀπεφάσισε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Κατόπιν προσεκτικῆς μελέτης τῶν κειμένων πού υἱοθετήθηκαν ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἡ Ἱερά Σύνοδος ἔχει καταλήξει στό συμπέρασμα, ὅτι περιέχουν ἀποκλίσεις ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀπό τήν δογματική καί Κανονική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων[5]».  Τέλος ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας σέ συνεδρίασή της στίς 22 Δεκεμβρίου 2016 ἀπεφάσισε μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς: «Ἐπειδή στή Σύνοδο τῆς Κρήτης δέν συμμετεῖχαν τέσσερις Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἡ Σύνοδος δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ Καθολική… Ἑπομένως οἱ ἀποφάσεις καί τά κείμενα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης δέν εἶναι δεσμευτικά γιά τήν Ἐκκλησία….Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ διόρθωση σέ σημεῖα, ἤ καί ἡ πλήρης ἀντικατάσταση τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης[6]». 

2) Ἄλλη περαιτέρω θλιβερή ἐξέλιξη ὑπῆρξε ἡ γενομένη ἀλλοίωση καί στρέβλωση τοῦ παραδοσιακοῦ συνοδικοῦ Συστήματος καί ἡ καθιέρωση γιά πρώτη φορά στή Σ.τ.Κ. ἑνός ἄλλου Συνοδικοῦ Συστήματος, τό ὁποῖο, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι εἶναι καρπός τῆς ἀναπτύξεως τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς θεωρίας τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων», γιά τήν ὁποία θά ὁμιλήσουμε παρά κάτω.  

3) Ἄλλη σημαντική ἐξέλιξη ὑπῆρξαν οἱ πολλές περαιτέρω διαιρέσεις, θυελλώδεις ἀντιδράσεις καί θεολογικές ἀντιπαραθέσεις μεταξύ πολλῶν ἐπισκόπων, ἡγουμένων ἱερῶν Μονῶν, λοιπῶν κληρικῶν, ἁγιορειτῶν μοναχῶν, σωματείων καί συλλόγων, θεολόγων, ἀλλά καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας τόσον τοῦ τρόπου συγκροτήσεως, ὅσο καί τῶν κακοδόξων ἀποφάσεων τῆς Σ.τ.Κ., τόσο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὅσο καί σέ ἄλλες Ὀρθόδοξες χῶρες, ὅπως στήν Ρουμανία, τήν Μολδαβία καί τήν Οὐκρανία, ἀμέσως σχεδόν μετά τήν ψευδοσύνοδο. Οἱ διαμαρτυρίες, ἡ ὀργή καί ἡ ἀγανάκτηση ἐκφράσθηκαν μέ πλῆθος δημοσιεύσεων, ὁμιλιῶν, συνεδρίων καί Ἡμερίδων. Μερικοί ἐξ αὐτῶν ἔφθασαν στό σημεῖο νά διακόψουν τό μνημόσυνο τῶν ἀρχιερέων, πού ἀποδέχθηκαν τίς ἀποφάσεις της, ἐφαρμόζοντας τόν 15ο Ἱερό Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Εἰδικότερα στόν ἑλληνικό ἐκκλησιαστικό χῶρο, ἡ ὀργή καί ἀγανάκτηση ἐντάθηκε ἀκόμη περισσότερο, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπαράδεκτης στάσεως πού τήρησε ἡ ἑλληνική ἀντιπροσωπεία στή «Σύνοδο». Ὅπως σημειώνει ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας σχετικά: «Ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τήν λεγομένη ‘Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο’ εἰς τό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης ὑπερέβη τά ἄκρα ὅρια τῆς διακριτικῆς της εὐχέρειας καί ἀπέτυχε τῶν προσδοκιῶν τῆς ἐντολῆς πού ἔλαβε ἀπό τό ἱερό μας σῶμα….Ἡ ἀντιπροσωπεία μας ἦταν ἐντολοδόχος τοῦ ἱεροῦ σώματος καί ὄφειλε ἄχρι τέλους νά καταθέση τήν ἐντολή πού ἔλαβε χωρίς καμία παθογένεια ‘διανοίας Κυρίου’….Δέν εἶχε καμία ἐξουσιοδότηση νά μεταβάλη τό περιεχόμενο τῆς ἐντολῆς[7]».  Ἡ σύσσωμη ἀντίδραση τοῦ κλήρου καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου εἶναι κάτι τό ἐνθαρρυντικό καί παρήγορο. Ἀπέδειξε πάνω στήν πράξη ὅτι ὁ κλῆρος καί ὁ λαός ἀποτελοῦν σήμερα τά μόνα ἰσχυρά προπύργια καί ἀναχώματα πού ἀπέμειναν στόν ἀγώνα κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

4) Ἄλλη περαιτέρω θλιβερή ἐξέλιξη ὑπῆρξε τό γεγονός ὅτι οἱ ἐκκλησιαστικές ἡγεσίες τῶν δέκα Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, πού ἔλαβαν μέρος στή Σ.τ.Κ., κατέβαλαν καί συνεχίζουν νά καταβάλουν συντονισμένες προσπάθειες γιά τήν ἐμπέδωση καί ἀποδοχή τῶν ἀποφάσεών της στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα, ἀφ’ ἑνός μέν μέ τό νά προβάλλουν καί διαφημίζουν τή Σ.τ.Κ. ὡς σπουδαῖο καί μεγάλο ἱστορικό καί ἐκκλησιαστικό γεγονός μέ συνέδρια, ἡμερίδες, δημοσιεύσεις, κ.λ.π. καί ἀφ’ ἑτέρου μέ τό νά συκοφαντοῦν, λοιδωροῦν, ἀπειλοῦν, διώκουν καί ἐπιβάλλουν ποινές σέ ὅσους ἀντιδροῦν καί ἀντιστέκονται. Ἐδῶ μνημονεύουμε τήν Ἐγκύκλιο, τήν ὁποία ἐξαπέλυσε ἡ Δ.Ι.Σ. τόν Ἰανουάριο τοῦ 2017, μέ τίτλο: «Πρός τόν Λαό. Γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης», μέ τήν ὁποία ἐπιχειρεῖ νά ἐνημερώσει τόν λαό γιά τά λεχθέντα καί πραχθέντα στή Σ.τ.Κ. Τό μήνυμα πού προσπαθεῖ νά περάσει ἡ  Δ.Ι.Σ. μέ τήν Ἐγκύκλιο αὐτή, εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἦταν μία γνήσια Ὀρθόδοξη Σύνοδος, ἡ ὁποία ἔλαβε δῆθεν Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις. Ὁ συντάκτης πουθενά δέν κάνει τήν παραμικρή κριτική ἀξιολόγηση τοῦ τελευταίου 6ου κειμένου μέ τίτλο: «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», γιά τό ὁποῖο ἔγινε τόσος θόρυβος σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο καί τό ὁποῖο δέχθηκε ὡς γνωστόν σφοδρότατη θεολογική κριτική. Οὐδόλως ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν του δυστυχῶς τίς ὀρθότατες θεολογικές παρατηρήσεις τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας πού δημοσίευσε στό διαδίκτυο ἐν ὄψει τῆς συγκλήσεως τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στίς 23 καί 24 Νοεμβρίου τοῦ 2016, μέ τίτλο: «Οἱ προσδοκίες μας ἀπό τήν Ἁγία Σύνοδο δέν ἐκπληρώθηκαν», ὅπως καί τήν ἐκτενέστατη, (33 σελίδων), θεολογική παρέμβαση πού κατέθεσε ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος στήν ὡς ἄνω Σύνοδο σχετικά μέ τήν Σ.τ.Κ..

Μνημονεύουμε ἐπίσης τό 8ο Διεθνές Συνέδριο Ὀρθοδόξου Θεολογίας, πού ὀργανώθηκε ἀπό τή Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. ἀπό 20 ἕως 24 Μαΐου 2018 μέ θέμα «Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία τόν 21ο αἰώνα». Στό Συνέδριο αὐτό προσπάθησαν οἱ πολυπληθεῖς ὁμιλητές νά παρουσιάσουν τήν Σ.τ.Κ. ὡς μέγα ἱστορικό γεγονός καί τίς ἀποφάσεις της κατά πάντα Ὀρθόδοξες, χωρίς φυσικά νά πείσουν τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ. Ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ μνημονεύουμε τήν Ἡμερίδα πού πραγματοποιήθηκε στή Θεσσαλονίκη στίς 16 Ἰουνίου 2018 μέ τίτλο: «Ὀρθοδοξία καί Κολυμπάρι δυό χρόνια μετά», ἀπό τή «Σύναξη κληρικῶν καί Μοναχῶν», τήν «Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν», καί τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανικούς Συλλόγους «Ἅγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής» καί «Ζωοδόχος Πηγή».

5) Ἄλλη περαιτέρω θλιβερή ἐξέλιξη ὑπῆρξε ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς καί ἀποδοχῆς τῶν ἀποφάσεων τῆς Σ.τ.Κ. στό ἅγιον Ὄρος μέ ἀφόρητες πιέσεις πού ἀσκήθηκαν πρός ἐκεῖνες τίς Ἱερές Μονές, πού ἀμφισβητοῦσαν τίς ἀποφάσεις της, ἀλλά καί μέ διωγμούς καί ποινές, πού ἐπιβλήθηκαν σέ μοναχούς πού ἀντιδροῦσαν καί σέ ὅσους διέκοψαν τό μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Στίς 30 Ἰουνίου 2017 ἡ Ἱερά κοινότητα τοῦ ἁγίου Ὄρους δημοσίευσε κείμενο μέ τίτλο «Μήνυμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης ἐν Κρήτῃ Συνόδου», τό ὁποῖο ἀπογοήτευσε τόν κλῆρο καί τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά ἕνα κείμενο ἀπαράδεκτο, πού προσπαθεῖ νά συμβιβάσει τά ἀσυμβίβαστα, ἀφοῦ ἀποφεύγει νά ἐπισημάνει δογματικά λάθη, ἀσάφειες καί ἐλλείψεις τῶν συνοδικῶν κειμένων. Καί μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι καμία σχέση δέν ἔχει, οὔτε κάν συγκρίνεται, μέ παλαιότερα ἁγιορειτικά κείμενα, στά ὁποῖα οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες, μέ ρωμαλέο καί ἀγωνιστικό φρόνημα, μέ ὁμολογιακό θάρρος καί παρρησία, ὕψωναν τό ἀνάστημά τους καί τολμοῦσαν νά ἐλέγξουν κάθε παρέκκλιση ἀπό τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἀπό ὅπου καί ἄν αὐτή προέρχονταν. Γενικότερα μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ εἰσβολή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέσα στό ἅγιον Ὄρος, τό ἄλλοτε μέγα προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀποτελεῖ μία χειροπιαστή πραγματικότητα ἤδη καί πρίν ἀπό τήν Σ.τ.Κ., ἔγινε ὅμως ἀκόμη πιό αἰσθητή μετά ἀπό αὐτήν[8]

6) Ἕνας ἄλλος πικρός καρπός τῆς ὑπῆρξε ἡ εἰσβολή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέσα στόν χῶρο τῆς παιδείας μέ τήν μετάλλαξη τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀπό μάθημα μέ σαφῶς Ὀρθόδοξο χαρακτήρα καί προσανατολισμό σέ μάθημα θρησκειολογικό. Ἄν ἀνοίξει κανείς τούς «Φακέλλους τοῦ Μαθήματος» ὅπως ὀνομάσθηκαν τά νέα βιβλία τῶν Θρησκευτικῶν, παρατηρεῖ ὅτι εἶναι γεμάτα ἀπό κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου, μέ τά ὁποία προσπαθοῦν νά τήν διαφημίσουν καί νά δηλητηριάσουν τίς ἁγνές παιδικές ψυχές μέ τούς πικρούς καρπούς της. Πολύ σοφά παρατηρεῖ σχετικό δημοσίευμα τῆς «Συνάξεως Κληρικῶν καί Μοναχῶν»:  «Ὅταν στίς περισσότερες Μητροπόλεις καί Ἐνορίες δέν ἀκούγεται τίποτε ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῶν Διαθρησκειακῶν Συναντήσεων, ὅταν πατριάρχες καί ἐπίσκοποι προσφέρουν ὡς δῶρο τό Κοράνιο καί συμπροσεύχονται μέ τούς αἱρετικούς καί τούς ἀλλοθρήσκους, ὅταν στίς Θεολογικές Σχολές, τή συνηγορία καί ἐπισκόπων, εἰσάγεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰσλάμ, ὅταν οἱ πρωτεργάτες τῆς μετατροπῆς τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν σέ θρησκειολογία συνεργάζονται μέ τήν Ἱερά Σύνοδο καί πολλές Μητροπόλεις, ἡ εὐθύνη δέν βαρύνει τόν ἄθεο Ὑπουργό Παιδείας, ἀλλά καί σέ ὅσους μέχρι σήμερα δέν ἀντιδροῦσαν, ἀλλά ἐνεθάρρυναν πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση τά πράγματα[9]». 

7) Ἕνας ἀκόμη πικρός καρπός τῆς Σ.τ.Κ. ὑπῆρξε ἡ εἰσβολή τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέσα στόν χῶρο  τῆς οἰκογενείας μέ τήν συνοδική θεσμοθέτηση ἀπό τήν Σ.τ.Κ. τῆς κατ’ οἰκονομίαν ἀποδοχῆς τῶν μικτῶν γάμων, οἱ ὁποῖοι ρητῶς ἀπαγορεύονται ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας καί δέν ἀφήνουν κανένα περιθώριο οἰκονομίας[10]

8) Ἄλλος πικρός καρπός τῆς εἶναι τό περιβόητο οὐκρανικό ζήτημα. Τήν βαθειά ἐσωτερική σχέση μεταξύ τῆς Σ.τ.Κ. καί τῆς ἀποδόσεως Αὐτοκεφαλίας στούς σχισματικούς της Οὐκρανίας θά παρουσιάσει στήν εἰσήγησή του ὁ κ. Λάμπρος Σκόντζος. Ἐδῶ μόνο θά μνημονεύσουμε τήν στάση πού τήρησε ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου σχετικά μέ τό οὐκρανικό ζήτημα. Σέ ἔκτακτη συνεδρία της στίς 18 Φεβρουαρίου 2019, συνδέει ἄμεσα τήν Σ.τ.Κ. μέ τό οὐκρανικό ζήτημα. Μεταξύ ἄλλων ἀποφαίνεται ὅτι «Ἄν ἡ εἰλικρίνεια εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διά τήν ὁμαλή συμβίωση τῶν πιστῶν, ἐνῶ ἡ ὑστεροβουλία δυναμιτίζει τίς μεταξύ τούς σχέσεις, πολύ περισσότερον ἰσχύουν αὐτά στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν. Πόσο ἑπομένως σταθερά καί εἰλικρινής εἶναι ἡ μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν μας σχέση ὅταν, παρά τίς ὁμόφωνες ἀποφάσεις τῶν συσκέψεων τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν τοῦ 2014 καί τοῦ 2016 περί συγκλήσεως τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, χωρίς κανέναν οὐσιαστικό λόγο, τέσσερις Ἐκκλησίες δέν συμμετέσχαν στή Σύνοδο;[11]». 

9) Τέλος ἕνας ἀκόμη καρπός της, (χωρίς νά ἐξαντλεῖται ἐδῶ ὁ κατάλογος), ὑπῆρξε τό γεγονός, ὅτι ἡ Σ.τ.Κ. ἔδωσε νέα ἰσχυρή ὤθηση παγκοσμίως στήν ἐξάπλωση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Οἱ πρωτεργάτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετά τήν συνοδική νομιμοποίηση τοῦ Διαχριστιανικοῦ καί Διαθρησκειακού Διαλόγου, προχωροῦν τώρα ἀκάθεκτοι, μέ περισσότερο ζῆλο καί ἐνθουσιασμό, στήν ὑλοποίηση τῶν στόχων του, ἐπικαλούμενοι «ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ» τίς ἀποφάσεις τῆς ψευδοσυνόδου, γιά νά δικαιολογήσουν συμπροσευχές καί συλλείτουργα μέ αἱρετικούς, μετάδοση τῆς Θείας κοινωνίας σέ ἑτεροδόξους καί ἄλλες παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, γενόμενοι ἑκόντες, ἄκοντες ὄργανα τῆς Νέας ἐποχῆς. Ὁ Παγκόσμιος Οἰκουμενισμός σέ θρησκευτικό ἐπίπεδο βρίσκεται σέ πλήρη ἐξέλιξη καί προχωρεῖ στήν ὑλοποίηση τῶν στόχων του, δηλαδή στή σύγκλιση τῶν θρησκειῶν καί τήν πραγματοποίηση τοῦ ὁράματος τῆς Πανθρησκείας. Τά Διαθρησκειακά Συνέδρια ὀργανώνονται μέ καταιγιστικούς ρυθμούς, τό ἕνα μετά τό ἄλλο. Ἐδῶ ἐνδεικτικά μνημονεύουμε τή νέα Διαθρησκειακή Συνάντηση τῆς Ἀσίζης, πού πραγματοποιήθηκε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2016[12]  καί τήν Β΄ Διεθνῆ Διαθρησκειακή Διάσκεψη γιά τήν Εἰρηνική Συνύπαρξη στή Μέση Ἀνατολή πού πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα στίς 30 Ὀκτωβρίου 2017[13] . Κορυφαῖοι πολιτικοί ἡγέτες τοῦ κόσμου καί ἡγέτες θρησκειῶν ὁμιλοῦν, ἀνοικτά πλέον, γιά «παγκόσμια θρησκευτική κοινότητα», γιά «συνεργασία τῶν θρησκειῶν γιά τήν παγκόσμια εἰρήνη καί ἀσφάλεια». Αἱρετικοί προτεστάντες ὁμιλοῦν γιά τήν ἀξία τοῦ Ἑβραϊσμοῦ. Τό Βατικανό ἀποφάνθηκε πρόσφατα, πώς ὁ ἑβραῖος δέν χρειάζεται νά γίνει χριστιανός, διότι μπορεῖ νά σωθεῖ διά τῆς ἑβραϊκῆς θρησκείας. Ἐπίσης, σύμφωνα μέ ἔγκυρες πληροφορίες, ἔχει ἱδρυθεῖ πρόσφατα στή Νότια Καλιφόρνια ἕνα καινούργιο θρησκευτικό μόρφωμα τό λεγόμενο «Χρισλάμ», ἀποτελούμενο ἀπό «χριστιανικά» καί ἰσλαμικά στοιχεῖα. Λειτουργοί διαφόρων θρησκειῶν καλοῦνται σέ παπικούς καί προτεσταντικούς ναούς στήν Εὐρώπη, γιά νά…κηρύξουν! Σέ πολλούς ναούς, ὅπως φέτος στό Βέλγιο, ἄνοιξαν παπικοί ναοί, γιά νά ἑορτάσουν οἱ μουσουλμάνοι τό Ραμαζάνι! Παράλληλα τόσο στήν Ἑλλάδα ὅσο καί στό ἐξωτερικό, κατεβάζουν τούς σταυρούς καί ἄλλα θρησκευτικά σύμβολα ἀπό δημόσιους χώρους χάριν δημιουργίας «κλίματος θρησκευτικῆς ἀνεκτικότητας».

Οἱ ἐξελίξεις στόν τομέα τοῦ Διαλόγου μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς καί ἡ νάπτυξη τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς θεωρίας τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων».

Οἱ ἐξελίξεις στόν τομέα αὐτόν ὑπῆρξαν ἐξ ἴσου τραγικές καί ὀδυνηρές. Μερικούς μῆνες μετά τήν Σ.τ.Κ., (ἀπό 16 ἕως 21 Σεπτεμβρίου 2016), πραγματοποιήθηκε ὡς γνωστόν  ἡ 14η Γενική Συνέλευση τῆς Ὁλομέλειας τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου στό Κιέτι τῆς Ἰταλίας, στήν ὁποία ἐγκρίθηκε κείμενο μέ τίτλο «Συνοδικότητα καί πρωτεῖο κατά τήν πρώτη χιλιετία: στήν πορεία πρός κοινή κατανόηση, στήν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας». Τό κείμενο αὐτό εἶναι συνέχεια τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας, (Ὀκτώβριος 2007), ἀφοῦ τόσον αὐτό, ὅσο καί τό τῆς Ραβέννας ἀσχολεῖται μέ τό θέμα τοῦ Πρωτείου σέ σχέση μέ τήν Συνοδικότητα. Σημειωτέον, ὅτι τό κείμενο τῆς Ραβέννας δέχθηκε στό παρελθόν σφοδρότατη θεολογική κριτική ἀπό δυό εὐστοχότατες κριτικές μελέτες, πού ἔγιναν πάνω σ’ αὐτό καί δημοσιεύθηκαν ἤδη πρό ἐτῶν: α) αὐτήν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους[14],  καί β) αὐτήν τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημ. Τσελεγγίδη[15].  Οἱ μελέτες αὐτές ἀπέδειξαν σαφέστατα, ὅτι πρόκειται γιά ἕνα διάτρητο κείμενο μέ πλεῖστες ὅσες προβληματικές καί ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτες θέσεις. Τό κείμενο τοῦ Κιέτι, τό ὁποῖο περιλαμβάνει 21 παραγράφους, ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πάπα καί ὅλων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πλήν τοῦ πατριαρχείου Βουλγαρίας, μέ τήν ἔκφραση ἐπιφυλάξεων μόνο ἀπό τούς ἐκπροσώπους τοῦ Πατριαρχείου τῆς Γεωργίας ἐπί ὁρισμένων παραγράφων του. Τό κείμενο αὐτό, (ὅπως καί τό κείμενο τῆς Ραβέννας), πάσχουν σοβαρά ἀπό δογματικῆς ἀπόψεως καί ἔχουν ἀνάγκη λεπτομεροῦς συνοδικῆς μελέτης καί ἐξετάσεως. Περιέχουν ἐκκλησιολογικές θέσεις, πού ἀποκλίνουν σοβαρά ἀπό τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Πιό συγκεκριμένα:

Στό κείμενο κατ’ ἀρχήν γίνεται λόγος γιά «Ἑνότητα στήν ποικιλομορφία», (παράγρ. 2). Πρόκειται γιά μία καθαρά προτεσταντικῆς προελεύσεως αἱρετίζουσα  διδασκαλία, ἡ ὁποία ἔχει τίς ρίζες της στήν οἰκουμενιστική «θεωρία τῆς περιεκτικότητος». Ἐπιχειρεῖται μάλιστα καί ἡ βιβλική θεμελίωσή της πάνω στήν  περικοπή ἀπό τήν Α' πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστ. Παύλου, (12,4-11). Ὅπως εἶναι γνωστό ἕνας ἀπό τούς βασικούς στόχους τῆς «Νέας Ἐποχῆς» εἶναι ἡ ἑνότητα στήν ποικιλομορφία, ἡ ἑνοποίηση ὅλων τῶν πίστεων καί τῶν θρησκειῶν παρά τίς ὑπάρχουσες δογματικές καί ἄλλες θρησκειολογικές διαφορές.

Ἡ παραγρ. 8 ἀναφέρεται στόν ρόλο τοῦ ἐπισκόπου στή ζωή τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαιτέρως στήν εὐχαριστιακή Σύναξη: «Ἡ μία, ἁγία καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι παροῦσα στήν εὐχαριστιακή σύναξη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὑπό τόν ἐπίσκοπό της. Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός πού προεδρεύει (προεστώς). Στήν λειτουργική σύναξη ὁ ἐπίσκοπος κάνει  ὁρατή τήν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στήν τοπική ἐκκλησία, (δηλαδή τήν ἐπισκοπή), οἱ πιστοί καί οἱ κληρικοί ὑπό τόν ἕναν ἐπίσκοπο εἶναι ἑνωμένοι μεταξύ τους ἐν Χριστῷ, καί εἶναι σέ κοινωνία μαζί Του σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, εἰδικότερα κατά  τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας». Τό κείμενο εἶναι ἔτσι διατυπωμένο, ὥστε νά ἀφήνει περιθώρια γιά μία ἐπισκοποκεντρική ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλά καί γενικότερα του ρόλου τοῦ ἐπισκόπου στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Θεία λειτουργία ἔχει πρωτίστως καί κυρίως χριστοκεντρικό χαρακτήρα καί στή συνέχεια ἐπισκοποκεντρικό, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος προΐσταται καί προεδρεύει αὐτῆς ἵσταται ὄντως εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἐφ’ ὅσον δηλαδή ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἐνσαρκώνει τίς ἀρετές τοῦ Χριστοῦ. Παρά κάτω γίνεται μία προσέγγιση τῆς Συνοδικότητος σέ σχέση μέ τό Πρωτεῖο, τό ὁποῖο μάλιστα παρουσιάζεται ὑπό τήν μορφή τῆς διακονίας. Χωρίς ἀμφιβολία τό κείμενο ἔχει κάποιες ὀρθές θέσεις, ὡστόσο ὅμως ἀπουσιάζει μία βασική καί θεμελιώδης ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἀπό μόνη της κατεδαφίζει κάθε ἔννοια πρωτείου ἐξουσίας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο, εἴτε τοῦ Πάπα, εἴτε τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὅτι δηλαδή  ἡ ἀνώτατη αὐθεντία μέσα στήν Ἐκκλησία σέ κτιστό ἐπίπεδο εἶναι ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος καί ὄχι τό πρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἤ τοῦ Πάπα.

Στό κείμενο ἀναπτύσσεται ἐπίσης μία καινοφανής θεωρία περί Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζεται ὡς Εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος: «...Ἡ ἑνότητα, πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀντικατοπτρίζεται στήν κοινωνία μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ''Εἰκόνα'' τῆς Ἁγίας Τριάδος…», (παραγρ. 1). Ἡ κακόδοξη αὐτή θεωρία πέρασε δυστυχῶς ὄχι μόνο στό κείμενο τοῦ Κιέτι, ἀλλά καί στά κείμενα τῆς Σ.τ.Κ., συγκεκριμένα στήν «Ἐγκύκλιο» τῆς Συνόδου, (κεφ.1, παραγρ.1). Τίς ρίζες αὐτῆς τῆς θεωρίας θά πρέπει νά ἀναζητήσουμε στήν Ρωσική θεολογία τοῦ 19ου καί 20ου αἰῶνος, μέ κυριώτερο ἐκπρόσωπο τόν ρῶσο θεολόγο Ἀλέξανδρο Χομιάκωφ. Ἐδῶ πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἀπό τήν ἐποχή πού ἄρχισε νά συζητεῖται τό θέμα τοῦ πρωτείου τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης, ἀλλά καί νωρίτερα ἀκόμη, ἄρχισε νά καταβάλλεται προσπάθεια ἀπό οἰκουμενιστικούς κύκλους τοῦ Φαναρίου, ἀνοικοδομήσεως μίας μορφῆς πρωτείου μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀνάλογης μέ τό παπικό πρωτεῖο, ἑδραζόμενο ὅμως ὄχι στό γνωστό «Πέτρειο δόγμα» τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλά στό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Συγκεκριμένα καλλιεργήθηκε μία καινοφανής θεωρία, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι δῆθεν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Κατά τούς ἰσχυρισμούς τῶν πρωτεργατῶν τῆς θεωρίας αὐτῆς, τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό ἅγιο Πνεῦμα, ἀποτελοῦν Σύνοδο καί ἐνεργοῦν συνοδικῶς μέ πρόεδρο τῆς Συνόδου τόν Πατέρα. Ὁ Πατέρας ὡς πρόεδρος τῆς Συνόδου κατέχει ἕνα εἶδος πρωτείου, ἀφοῦ Αὐτός ὡς πηγή τῆς Θεότητος,  διασφαλίζει τήν ἑνότητα τῆς Ἁγιοτριαδικῆς συνόδου. Ἑπομένως, καί ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι μία διαρκής σύνοδος, λειτουργεῖ καί πρέπει νά λειτουργεῖ καί αὐτή συνοδικῶς καί γιά «θεολογικούς» λόγους ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἕναν πρῶτον, καί μάλιστα παγκόσμιον. Ὁ κυριώτερος ἐκπρόσωπος αὐτῆς τῆς θεωρίας, ὁ Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας, ξεκινώντας ἀπό τήν Ὀρθόδοξη θεολογική διδασκαλία ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ διά τῆς γεννήσεως καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τῆς ἐκπορεύσεως, στό ἔργο του «Συνοδικότητα καί Πρωτεῖο», γράφει: «Πρωτεῖο ὑπάρχει ἀκόμη καί στή ζωή τῆς Τριάδος, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὁ Πατήρ ἡ ‘αἰτία’ τῶν Τριαδικῶν Προσώπων τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ ὁποίου πηγάζει κάθε θεία ἐνέργεια καί λειτουργία…Τό πρωτεῖο στήν τοπική ἐκκλησία ἀναδύθηκε μέσα ἀπό τήν Τριαδολογική καί Χριστολογική θεολογία, οἱ ρίζες του εἶναι βαθιά θεολογικές... Ὅτι τό πρωτεῖο αὐτό ἀποτυπώνεται στήν Τριαδολογική θεολογία καί στή Χριστολογία εἶναι προφανές, ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ primus, (ὁ ἐπίσκοπος), νοεῖται ὡς ἐπέχων στήν Ἐκκλησία τήν θέση, (τόν τόπο), τοῦ Πατρός[16]».  Μέ τίς παρά πάνω φράσεις ὁ Περγάμου ἀποδίδει στήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός[17] μία ἰδιαίτερη ὑποστατική ἐνέργεια, τήν «εὐδοκία», πού δέν ἀνήκει στίς κοινές ἄκτιστες ὑποστατικές ἐνέργειες καί τῶν τριῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος. Διά μέσου αὐτῆς τῆς ἰδιαίτερης ὑποστατικῆς ἐνέργειας, τῆς «εὐδοκίας», πηγάζει κάθε ἄλλη ἄκτιστη θεία ἐνέργεια. Σέ ἄλλο ἔργο του μέ τίτλο: «Συνοδικός θεσμός», θεμελιώνει τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὄχι στήν κοινή φύση τῶν τριῶν προσώπων, τό ὁμοούσιο, ἀλλά στήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός.  Γράφει: «Στήν ἴδια ἀρχή, [γιά τήν ὁποία ὁμίλησε πιό πάνω, τῆς στενῆς δηλαδή ἀλληλεξαρτήσεως Συνόδου καί πρωτείου], βασίζεται καί ἡ ἀνάπτυξη καί ἡ διαμόρφωση τοῦ ἐπισκοπικοῦ λειτουργήματος, ἡ ὁποία συνδέεται κατά βάθος μέ τήν τριαδική ζωή τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ἡ κοινωνία τῶν τριῶν προσώπων γίνεται ἑνότητα μόνο σέ ἕνα πρόσωπο, τήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός».  Μέ τήν παρά πάνω φράση ὁ Περγάμου ἀποδίδει στήν ὑπόσταση τοῦ Πατρός μία ἀκόμη ἰδιαίτερη ὑποστατική ἐνέργεια, αὐτήν τῆς «ἑνότητος», πού δέν ἀνήκει στίς κοινές ἄκτιστες ὑποστατικές ἐνέργειες καί τῶν τριῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος.  

Τίς κακόδοξες αὐτές θεολογικές ἀπόψεις προσπαθοῦν νά στηρίξουν στή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ, στό ἔργο του μέ τίτλο «Μυσταγωγία»[18],  τόν ὁποῖο ὅμως παρερμηνεύουν.

Πλήρη θεολογική ἀνάλυση καί ἀνατροπή τῆς θεωρίας αὐτῆς ἐπιχειρεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, στό ἔργο του «Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη. Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις[19]»,  καί παραπέμπουμε ἐκεῖ γιά περισσότερα στοιχεῖα τόν κάθε ἐνδιαφερόμενο. Ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου ἀποδεικνύει, ἐπικαλούμενος καί παράλληλα χωρία καί μαρτυρίες ἄλλων Πατέρων, ὅπως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου[20],  τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ[21],  καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[22],  ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐδῶ δέν ὁμιλεῖ γιά τήν Ἐκκλησία ὡς τύπο καί εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς τύπο καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Δέν ὁμιλεῖ γιά τίς ἐνδοτριαδικές σχέσεις τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, δηλαδή τόν τρόπο ὑπάρξεως τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς εἰκόνος τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων στήν Ἐκκλησία, ὅπως ἐσφαλμένα νομίζουν οἱ ἐπινοήσαντες τήν θεωρία αὐτή, ἀλλά γιά τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ[23].  Μεταξύ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῆς κτίσεως δέν ὑπάρχουν ἀναλογίες, ἐπειδή ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, δέν εἶναι δυνατόν νά ἀνευρίσκονται ὁμοιότητες στόν κτιστό κόσμο γιά τήν σχέση τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος μεταξύ τους. Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία, πού εἶναι θεανθρώπινος ὀργανισμός, δέν μπορεῖ νά εἶναι εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού εἶναι τό θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ.  

Περαιτέρω θεολογική ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας αὐτῆς συναντᾶμε στόν Μητροπολίτη Προύσης Ἐλπιδοφόρο, (νῦν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς), ὁ ὁποῖος βασιζόμενος σέ δυό χωρία ἀπό τούς θεολογικούς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τόν τρίτο[24]  καί τόν πέμπτο[25] , φθάνει στό συμπέρασμα νά ὁμιλεῖ περί «Μοναρχίας τοῦ Πατρός», ἀφοῦ, κατά τούς ἰσχυρισμούς του, καί αὐτός ἀκόμη «ὁ Θεολόγος τῶν Πατέρων», ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁμιλεῖ περί μοναρχίας καί πρωτείου τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Γράφει: «Παλαιόθεν καί συστηματικῶς ἡ Ἐκκλησία ἐξέλαβε τό πρόσωπον τοῦ Πατρός ὡς τόν Πρῶτον (‘ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός’) τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος». Καί προσθέτει παρά κάτω: «Ἐάν θέλωμεν νά ὁμιλήσωμεν περί πηγῆς ἑνός πρωτείου εἰς τήν ἀνά τήν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν, αὕτη εἶναι αὐτό τοῦτο τό πρόσωπον τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχιερεύς εἶναι μέν πρῶτος ‘μεταξύ ἴσων’, ὡς Κωνσταντινουπόλεως, ὅμως, καί συνεπῶς ὡς Οἰκουμενικός Πατριάρχης, εἶναι πρῶτος δίχως ἴσων, (primus sine paribus)[26]». 

Ὡστόσο ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν ὁμιλεῖ περί μοναρχίας ἑνός προσώπου, τοῦ Πατρός, («Μοναρχία δέ, οὐχ ἥν ἕν περιγράφει πρόσωπον»), ὅπως θέλει ὁ συγγραφέας, ἀλλά περί τῆς μοναρχίας τῆς (μιᾶς) φύσεως καί τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, («ἀλλ’ ἥν φύσεως ὁμοτιμία συνίστησι»). Αὐτή δέ ἡ ὁμοτιμία τῆς φύσεως γεννᾶ τήν ὁμοτιμία τῶν προσώπων, ἀφοῦ καί τά τρία πρόσωπα μετέχουν τῆς αὐτῆς φύσεως. Περί αὐτῆς δέ τῆς ὁμοτιμίας τῶν προσώπων μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «ἵνα πάντες τιμῶσι τόν Υἱόν καθώς τιμῶσι τόν Πατέρα» (Ἰω. 5,23). Ἐφ’ ὅσον, σύμφωνα μέ τόν λόγον τοῦ Κυρίου, ἡ ἴδια τιμή πού ἀνήκει στόν Πατέρα, ἀνήκει καί στόν Υἱόν, τότε δέν εἶναι δυνατόν νά νοήσουμε προβάδισμα πρωτείου στόν Πατέρα σέ σχέση πρός τόν Υἱόν. Ἐπίσης ἐάν ἀποδώσουμε στόν Πατέρα πρωτεῖο, κατά τό γεγονός ὅτι ἀποτελεῖ πηγή τῆς Θεότητος καί τῆς Πατρότητος, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ συγγραφέας, τότε ἀναγκαίως θά πρέπει νά θεωρήσουμε τόν Υἱόν ὡς δεύτερον Θεόν, κατώτερον πρός τόν Πατέρα. Στήν περίπτωση αὐτή καταλήγουμε στίς Ὠριγενιστικές αἱρετικές θεωρίες σχετικά μέ τό δόγμα τῆς  Ἁγίας Τριάδος, τίς ὁποῖες κατεδίκασε ἡ Ἐκκλησία κατά τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο[27].  Ὁ Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου πολύ σωστά παρατηρεῖ ὅτι οἱ βαθύτεροι λόγοι πού ὁδηγοῦν τόν Σεβασμιώτατο Περγάμου καί αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦν, σ’ αὐτή τήν κακόδοξη θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶναι ὅτι μέσῳ τῆς θεωρίας αὐτῆς ἐπιζητοῦν νά θεμελιώσουν τό ἐκκλησιαστικό Πρωτεῖο πάνω σέ θεολογική βάση καί ὄχι πάνω στή βάση τῶν πρεσβείων τιμῆς, πού καθόρισαν οἱ Ἱεροί Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων[28].

Οὐσιαστικά πρόκειται γιά τήν θεολογική ἀνάπτυξη μία νέας οἰκουμενιστικῆς θεωρίας, πού θά μπορούσαμε νά τήν ὀνομάσουμε ὡς θεωρία τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων». Ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῆς οἰκουμενιστικῆς αὐτῆς θεωρίας συναντοῦμε στόν τρόπο ὀργανώσεως τῆς Σ.τ.Κ., ὅπου βάσει τοῦ κανονισμοῦ λειτουργίας τῆς Συνόδου, (ἄρθρο 12, παράγ. 1-3), καταργήθηκε ἡ πλήρης καί ὁμότιμος συμμετοχή ὅλων τῶν ἐπισκόπων, πού συμμετεῖχαν στή σύνοδο. Οἱ προκαθήμενοι τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀνυψώθηκαν, ὡς πρῶτοι ἄνευ ἴσων, ὑπεράνω τῶν ἄλλων ἐπισκόπων, διότι αὐτοί μόνον εἶχαν δικαίωμα ψήφου. Ἕνας ἐκ τῶν συμμετεχόντων στή Σ.τ.Κ. ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, πολύ σωστά παρατηρεῖ σχετικά ὅτι ἡ Σ.τ.Κ. ἦταν μία Σύνοδος Προκαθημένων μέ τίς συνοδεῖες τους[29].  Ἄλλο κλασικό παράδειγμα ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς της συναντοῦμε στήν περίπτωση τοῦ Πατριάρχου Σερβίας Εἰρηναίου. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἀπό τά 25 μέλη τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας οἱ 17 ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν τό πιό προβληματικό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἐπειδή ὅμως τό ἐψήφισε ὁ προκαθήμενος, θεωρήθηκε ψηφισμένο ἀπό ὅλους, μολονότι ἡ πλειοψηφία τό ἀπέρριψε. Μία ἄλλη ἔμπρακτη ἐφαρμογή της συναντοῦμε στό οὐκρανικό ζήτημα, ὅπου ἐνῶ ὅλες οἱ Τοπικές Ἐκκλησίες ζητοῦν ἐπιτακτικά τήν σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου γιά τήν ἐπίλυσή του, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀρνεῖται νά συγκαλέσει σύνοδο. Τέλος μνημονεύουμε καί τόν λεγόμενο θεσμό τῶν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων, ἕνα θεσμό πού καθιερώθηκε ἐδῶ καί μερικές δεκαετίες στή συνοδική ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι ξένος καί ἄγνωστος στή Συνοδική καί Κανονική μας Παράδοση, ἔχει τίς ρίζες του σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν οἰκουμενιστική θεωρία τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων».

Συμπεράσματα, σκέψεις καί προβληματισμοί.

     Μέ ὅσα παρά πάνω παραθέσαμε, προσπαθήσαμε νά σκιαγραφήσουμε ἁδρομερῶς καί μέ πολύ συνοπτικό τρόπο, πώς τό καρκίνωμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, πού ξεκίνησε στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα προχώρησε σταδιακά καί ἐξαπλώθηκε μεθοδικά, καθ’ ὅλη τη διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνος, ἔτσι ὥστε τελικά νά βρεῖ πλήρη συνοδική νομιμοποίηση, ἀντί καταδίκης, στήνΣ.τ.Κ.. Προσπαθήσαμε ἀκόμη νά δώσουμε μία εἰκόνα τῶν περαιτέρω ἐκκλησιαστικῶν ἐξελίξεων, ἔτσι ὅπως αὐτές ἔχουν διαμορφωθεῖ μετά τήν ψευδοσύνοδο, οἱ ὁποῖες ὑπῆρξαν πικροί καρποί καί θλιβερές συνέπειές της. Τέλος περιγράψαμε τήν ἀνάπτυξη τῆς νέας οἰκουμενιστικῆς θεωρίας τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων», μιᾶς θεωρίας πού ἐπέφερε καίριο πλῆγμα, στόν Συνοδικό Θεσμό τῆς Ἐκκλησίας.

    Τώρα πλέον ἡ κατάσταση τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τραγική. Τό πολυκέφαλο θηρίο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προχωρεῖ τώρα ἀκάθεκτο μέ πολύ περισσότερη ὁρμή καί ἀποφασιστικότητα στήν πραγματοποίηση τῶν στόχων τῆς Νέας τάξεως πραγμάτων καί τῆς Νέας Ἐποχῆς, στήν πραγματοποίηση δηλαδή τοῦ ὁράματος τῆς Πανθρησκείας, ἡ ὁποία θά στρώσει τό χαλί γιά τήν ἔλευση τοῦ ἀντιχρίστου. Ὅπως πολύ σωστά παρατηρεῖ νεώτερος ἐρευνητής, ἡ «διάβρωση πού ἔχουν ὑποστεῖ οἱ θεσμοί, πού θά ἔπρεπε νά λειτουργοῦν ὡς ἀναχώματα στήν πλημμύρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή οἱ ἱεράρχες, τό ἱερατεῖο γενικά, τό Ἅγιον Ὄρος καί οἱ Θεολογικές Σχολές, μέ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις[30],  εἶναι πρωτοφανής καί ἄνευ προηγουμένου». Μετά τήν ψευδοσύνοδο ἡ οἰκουμενιστική θύελλα ἐν εἴδει τυφῶνος σαρώνει πλέον τά πάντα στό πέρασμά της. Ἐν ὄψει αὐτῆς τῆς τραγικῆς καταστάσεως, τίθεται τό καυτό ἐρώτημα: Ποιό εἶναι τό χρέος μας ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας;

    Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας δέν γνωρίζει ἄλλον τρόπο  ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρέσεων ἐκτός ἀπό αὐτόν τῆς συνοδικῆς καταδίκης των σέ τοπικό καί οἰκουμενικό ἐπίπεδο. Ἑπομένως καί ἡ παναίρεση αὐτή δέν  μπορεῖ νά ἐξουδετερωθεῖ μέ ἄλλο τρόπο ἐκτός ἀπό αὐτόν τῆς συνοδικῆς καταδίκης. Τό ὅτι, βέβαια, ἡ κατάσταση εἶναι πολύ ζοφερή αὐτό δέν σημαίνει ὅτι θά ἀπελπιστοῦμε. Ἀντίθετα μάλιστα. Καλούμαστε ὅλοι ἐμεῖς, κλῆρος καί λαός, ὅσοι ἀπό τούς ἐπισκόπους μας καί ἀπό τούς λοιπούς κληρικούς καί λαϊκούς μας παρέμειναν ἀνεπηρέαστοι ἀπό τό δηλητήριο τῆς αἱρέσεως, νά ἀγωνιστοῦν πρός τήν κατεύθυνση αὐτή, μέ ὁμολογιακό καί θυσιαστικό φρόνημα, ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τόν θεσμικό ρόλο πού ἔχει στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς θά ἀγωνιστοῦμε  μέχρι τέλους καί μέχρις ὅτου ἐπέμβει ὁ Θεός, ἀλλά καί μέ  τήν βεβαιότητα, ὅτι ἡ τελική νίκη ἀπέναντι στήν φοβερή αὐτή παναίρεση ἀνήκει στόν Χριστό, ὁ ὁποῖος κρατάει τό τιμόνι τῆς Ἐκκλησίας στά παντοδύναμα χέρια του. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι καί θά παραμένει ἀνίκητη μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ πρύτανις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σέ μία ὑπέροχη ὁμιλία του «Πρό τῆς Ἐξορίας»: «οὐδέν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λύσον τόν πόλεμον, ἵνα μή καταλύσῃ σου τήν δύναμιν. Μή εἴσαγε πόλεμον εἰς τόν οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐάν πολεμῇς, ἤ ἐνίκησας, ἤ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δέ ἐάν πολεμῇς, νικῆσαι σέ ἀμήχανον. Ὁ Θεός γάρ ἐστιν ὁ πάντων ἰσχυρότερος[31]».  

Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή σας.


[1]   Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Πελαγίας, 2018

[2]   Ἔτος 18ο, τεύχη 3-4, Ἰούλιος – Δεκέμβριος 2016.

[3]  Περιοδ. «Θεοδρομία», ἔτος ΙΗ΄, τεύχη 3-4, Ἰούλιος – Δεκέμβριος 2016, σελ. 370.

[4]   Βλ. aktines.blogspot.com/2017/12/377.html.

[5] Περιοδ. «Θεοδρομία», ἔτος ΙΗ΄, τεύχη 3-4, Ἰούλιος – Δεκέμβριος 2016, σελ. 379.

[6]  Βλ. thriskeftika.blogspot. com/2016/12/blog-post_85.html.

[7] www.romfea.gr/epikairotita-xronika/11491-peiraios-oi-prosdokies.

[8] Γιά περισσότερα στοιχεῖα βλέπε ἡμετέρα Εἰσήγηση στή «Σύναξη γιά τήν Ὀρθοδοξία» μέ θέμα:

«Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀπέναντι στή ‘Σύνοδο τῆς Κρήτης’», πού ἔγινε στό Πνευματικό Κέντρο Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος, (5.11.2018).

[9]  www. impantokratoros .gr /4BC6693D.el.aspx, Σεπτέμβριος 2016.

[10] Βλ. 72ος Ἱερός Κανών τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Συνόδου.

[11] www.orthodoxianewsagency. gr/aytokefales_ekklisies /ekklisia. 

[12] Βλ. thriskeftika.blogspot. com/2016/10/blog-post_73.html.

[13]Βλ.http://www.romfea.gr/diafora/17927-enarji-tis-diethnis-diaskepsis-gia-eiriniki-sunuparji-sti-mesi-anatoli-foto.

[14] Ἀρχ. Γεωργίου, Καθ. Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου ἁγίου Ὄρους, «Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό Πρωτεῖο τοῦ Πάπα», Ἅγιον Ὄρος, 30 Δεκεμβρίου 2007, στό Περιοδ. «Ἐν Συνειδήσει»: «Οἰκουμενισμός, ἱστορική καί κριτική προσέγγιση», Ἔκδ. Ἱ. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σ.σ. 90-99.

[15]«Ὀρθόδοξοι προβληματισμοί μέ ἀφορμή τό κείμενο τῆς Ραβέννας», στό Περιοδ. «Ἐν Συνειδήσει»….ὁ.π., σ.σ. 100-111.

[16] Conciliarity and Primacy, Metropolitan of Pergamon John Zizioulas, Θεολογία 2/2015, σελ. 29-30.

[17]  «Ὁ Συνοδικός θεσμός», στό περιοδ. «Θεολογία», 2/2009, σελ. 5.

[18] Βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, «Φιλοκαλία τῶν νηπτικῶν καί ἀσκητικῶν», τόμ. 14, Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 50-51.

[19] Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Πελαγίας, 2018, σελ. 64-74,

[20]  Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἔργα, τόμ 1, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1975, σέλ. 376-378.

[21]  Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 58.

[22] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἔργα, τόμ. 3, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 110-112.

[23] Ἡ διατύπωση τῆς φράσεως τήν ὁποία ἐπικαλοῦνται οἱ οἰκουμενιστές εἶναι: «Τήν τοίνυν ἁγίαν Ἐκκλησίαν κατά πρώτην θεωρίας ἐπιβολήν, τύπον καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ φέρειν ἔλεγεν ὁ μακάριος γέρων, ὡς τήν αὐτήν αὐτῷ κατά μίμησιν καί τύπον ἐνέργειαν ἔχουσαν». Μετάφραση: Ἔλεγε, λοιπόν ὁ μακάριος ἐκεῖνος γέροντας, [προφανῶς ἐννοεῖ τόν ἅγιο Διονύσιο], μ’ ἕνα πρῶτο συμβολισμό τῆς θεωρίας του, ὅτι ἡ ἁγία Ἐκκλησία εἶναι τύπος καί εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή μιμεῖται τήν ἴδια τήν ἐνέργεια ἐκείνου καί δανείζεται τόν τύπο της.

[24] Λόγος Θεολογικός τρίτος, PG 36, 76: «Ἠμῖν δέ μοναρχία τό τιμώμενον. Μοναρχία δέ, οὐχ ἤν ἕν περιγράφει πρόσωπον (ἔστι γάρ καί τό ἕν στασιάζον πρός ἑαυτό πολλά καθίστασθαι), ἀλλ’ ἤν φύσεως ὁμοτιμία συνίστησι καί γνώμης σύμπνοια καί ταυτότης κινήσεως καί πρός τό ἕν τῶν ἐξ αὐτοῦ σύννευσις (ὅπερ ἀμήχανον ἐπί τῆς γεννητῆς φύσεως), ὥστε κάν ἀριθμῷ διαφέρῃ, τῇ γε οὐσίᾳ μή τέμνεσθαι».

[25] Λόγος Θεολογικός πέμπτος, PG 36, 164.

[26] Βλ. ἄρθρο τοῦ Γραφείου αἱρέσεων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς μέ τίτλο: «Ἰησοῦς Χριστός ὁ μοναδικός Primus Sine Paribus. Σχολιασμός στήν πρόσφατη δημοσίευση (8.1.2014), τοῦ Μητροπολίτου Προύσης Ἐλ. Λαμπρινιάδη καθηγητοῦ τοῦ ΑΠΘ.

[27] Ὠριγένους, Περί ἀρχῶν, 1,3,5: «ὁ μέν Θεός καί Πατήρ, συνέχων τά πάντα φθάνει εἰς ἕκαστον τῶν ὄντων, μεταδιδούς ἐκάστῳ ἀπό τοῦ ἰδίου τό εἶναι (ὤν γάρ ἐστίν). Ἐλάττων δέ πρός τόν Πατέρα ὁ Υἱός, φθάνων ἐπί μόνα τά λογικά (δεύτερος γάρ ἐστί τοῦ Πατρός), ἔτι δέ ἧττον τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἐπί μόνους τούς ἁγίους διϊκνούμενον».

[28]  Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη…ὁ.π. σελ. 73.

[29]  Βλ. «Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Κρήτη. Θεολογικές καί ἐκκλησιολογικές θέσεις», Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Πελαγίας, 2018, σελ. 255-257.

[30]  Βλ. Εἰσήγηση πρωτοπ. π. Θεόδωρου Ζήση μέ τίτλο: «Δυό χρόνια μετά τό Κολυμπάρι. Ποιά εἶναι ἡ κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας», σέ Ἡμερίδα μέ τίτλο: «Ὀρθοδοξία καί Κολυμπάρι, δυό χρόνια μετά», στό περιοδ. «Θεοδρομία», ἔτος Κ΄, τεῦχ. 2, Ἀπρίλιος – Ἰούνιος 2018, σελ. 210-224.

[31] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας 1-2, PG 52, 429.