ΗΜΕΡΙΔΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦ 18 ΜΑΪΟΥ 2019

ΗΜΕΡΙΔΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦ 18 ΜΑΪΟΥ 2019 - ΒΙΝΤΕΟ

ΒΙΝΤΕΟ

ΒΙΝΤΕΟ ΗΜΕΡΙΔΑΣ - ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΕ ΜΕΤΡΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ (ΣΥΝΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΝΤΑΝΗ ΑΝΑMΕΤΑΔΟΣΗ)

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ "ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΟΥΔΕΤΕΡΗ" ΠΟΛΙΤΕΙΑ

21 OrthΓεωργίου Ἀποστολάκη,
Ἀρεοπαγίτου

[ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦ 18 ΜΑΪΟΥ 2019]

              1.- Ἡ Ἐκκλησία ἀπό τίς κατακόμβες μέσα στήν Πολιτεία.

              Ἡ Ἐκκλησία ξεκίνησε μέ μαρτύριο, τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, δυνάμωσε στίς κατακόμβες ἐν διωγμῷ καί εἶναι προφητευμένο ὅτι θά κλείσει τήν ἐπί γῆς ἱστορία της στήν ἔρημο πάλι, μέ τό μέγα διωγμό τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἡ πρώτη, ἑπομένως, σχέση της μέ τό ἀντίθεο κράτος ἦταν σχέση διώκτη καί διωκομένου.

              Ὡστόσο, ὅταν ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου βγῆκε ἀπό τίς κατακόμβες, καί ὅσο ὑπῆρχαν φιλόχριστοι ἤ ἔστω ἀνεκτικοί ἄρχοντες, διαμορφώθηκε μία ἄλλη σχέση μεταξύ τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, στήν Ἐκκλησιαστική μας Παράδοση, ἀπό τό Βυζάντιο ἀκόμη, ὑπάρχει σχέση συνεργασίας. Σχέση συνεργασίας Ἱερωσύνης καί Βασιλείας, Ἐκκλησίας καί Διοικούντων, Ἀρχόντων. Δυό ἦταν οἱ ἐξουσίες μέσα στό κράτος, Ἱερωσύνη καί Βασιλεία, ἰσότιμες, ἰσοδύναμες καί συνεργαζόμενες μέ τόν ἀναγκαῖο ἀλληλοσεβασμό. Ἡ Πολιτεία προστάτευε τήν Ἐκκλησία καί ἡ Ἐκκλησία συνεργοῦσε εὐεργετικά στίς δραστηριότητες τῆς Πολιτείας. Ἡ ὀργανική ἑνότητα προέλευσης καί ἀναφορᾶς τῶν δυό αὐτῶν ἐξουσιῶν ἀποτελεῖ καθολική συνείδηση τοῦ λαοῦ τῆς αὐτοκρατορίας καί ἡ κοινωνική αὐτή συνείδηση λαμβάνει μέ τή σειρά της τή μορφή νομικῶν διατάξεων.

           2.- Ἐκκλησία καί ὑπόδουλο Γένος.

              Ἡ τάξη αὐτή διακόπηκε ἀναγκαστικά μέ τήν ὑποδούλωση τοῦ Γένους ἀπό τούς Ὀθωμανούς. Ἐκ τῶν πραγμάτων, κατά τούς χρόνους τῆς δουλείας, ἡ Ἐκκλησία ἀνέλαβε τήν προστασία τοῦ Γένους, ἐθναρχοῦσε. Ὁ Ἑλληνισμός γνώρισε στούς αἰῶνες τῆς Τουρκοκρατίας τήν ἐκκλησιαστική γνησιότητα. Γνώρισε μία ἐκκλησία ἀπαλλαγμένη ἀπό τόν κρατικό ἐναγκαλισμό, ἀληθινά ἐλεύθερη. Δηλαδή, ἔζησε τήν Ἐκκλησία σέ συνθῆκες τοῦ ἐπαχθέστερου δυνατοῦ χωρισμοῦ ἀπό τό Κράτος. Ἡ Ἐκκλησία, τούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς, συντήρησε τήν ὀρθόδοξη πίστη, τήν ἑλληνική γλώσσα καί συνείδηση, ἀπέτρεψε τόν ὁλοσχερῆ ἐξισλαμισμό, ἀνακούφιζε πνευματικά καί ὑλικά τούς ἀναγκεμένους ὑπόδουλους, ἔδωσε στή θυσία τοῦ Ἀγώνα στελέχη της καί περιουσία. Ἐνέπνευσε καί πρωτοστάτησε στόν ἀγώνα τῆς Ἀπελευθέρωσης.

              Τούς αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς, πού δέν ὑπῆρχε κράτος, τό ἔθνος εἶχε φυσικό ἀρχηγό του τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἐθναρχοῦσα. Πατέρας τοῦ ἔθνους ἦταν ὁ Πατριάρχης. Καί σέ ὅλους τούς ἀγῶνες γιά ἐλευθερία, ἀρχηγός ἦταν κάποιος κληρικός, συνήθως ἐπίσκοπος.

           3.- Ἡ Ἐκκλησία μετά τήν Ἀπελευθέρωση.    

              Τό ἑλληνικό ἔθνος, λοιπόν, μέ τούς θρησκευτικούς του ἡγέτες, ἀγωνίστηκε καί θυσιάστηκε, ὥστε νά δημιουργήσει ἕνα ἐλεύθερο ἑλληνικό κράτος. Γι' αὐτό ὁ ἐθνικός μας ποιητής λέει γιά τήν ἐλευθερία ὅτι εἶναι «βγαλμένη ἀπ' τά κόκαλα τῶν Ἑλλήνων τά ἱερά». Ἑπομένως, τό ἑλληνικό κράτος ὑπάρχει χάρη στούς Ἕλληνες. Δέν τοῦ χρωστᾶνε τίποτα οἱ Ἕλληνες. Αὐτό χρωστάει στούς Ἕλληνες τήν ὕπαρξή του. Χωρίς τούς ἀγῶνες τους, δέν θά ὑπῆρχε.

              Ἡ σύνδεση Ἔθνους καί Ἐκκλησίας ἦταν τότε προφανής. Δέν νοοῦνταν τό ἕνα χωρίς τό ἄλλο. Γι' αὐτό μέ τό Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου ἔγινε ἡ ἐπανασύνδεση: Ὁρίσθηκε ὅτι τό νέο Βασίλειο θά διοικεῖται μέ τούς νόμους τοῦ Βυζαντίου. Μάλιστα, ὅλα τά συνταγματικά κείμενα, ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ὡς τό σημερινό, πανηγυρικά καθιέρωναν τή Θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατοῦσα. Ἡ ἔννοια καί ὁ ὅρος τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας ὑπάρχει ἤδη πρίν ἀπό τήν Ἀπελευθέρωση. Ὑπάρχει πρώιμη περί αὐτῆς ἀναφορά στό Σύνταγμα τῶν Ἑπτανήσων ἤδη τό 1801-1803.

              Ἡ προμετωπίδα τοῦ Συντάγματος, πού ἐπικαλεῖται τήν Ἁγία Τριάδα, εἶναι ἡ ἀψευδέστερη ἀπόδειξη τῆς ἱστορικῆς συνδέσεως τοῦ σημερινοῦ Συντάγματος μέ τήν ἐπαναστατική προέλευση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὑπῆρχε σέ ὅλα τά ἐπαναστατικά Συντάγματα. Δέν ἦταν ἁπλά μία ἱστορική ἤ συναισθηματική ἀναφορά. Ἦταν συνειδητή πολιτική ἐπιλογή τῶν χριστιανῶν ἱδρυτῶν τοῦ νέου Κράτους καί ἡ διατήρησή της μέχρι σήμερα ἐκδηλώνει σταθερά τήν πεποίθηση τοῦ συντακτικοῦ νομοθέτη ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί τό Ἑλληνικό ἔθνος εἶναι δυό μεγέθη ἀδιαχώριστα. Τό Ἑλληνικό Κράτος δέν προέκυψε τεχνητά μέ συμφωνία τῶν συμφωνιῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ἡ δημιουργία του στηρίζεται στή βάση ἑνός Ἔθνους πού ἔχει, ὄχι ὁποιαδήποτε, ἀλλά μία πολύ συγκεκριμένη πολιτιστική καί θρησκευτική ταυτότητα: Ἑλληνική καί Χριστιανική Ὀρθόδοξη. Ἡ προμετωπίδα μέ τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος τήν ὑπενθυμίζει τόσο ἐμφαντικά, πού καί ὁ ἀνίδεος ἀκόμη ἀντιλαμβάνεται ὅτι τό Σύνταγμα αὐτό ἀναφέρεται σέ κράτος μέ θρησκευτική ταυτότητα καί μάλιστα ὀρθόδοξη χριστιανική. Ὅσο αὐτή ἡ ταυτότητα παραμένει σταθερή καί δέν ἀλλάζει, δέν ὑπάρχει κανένας οὐσιαστικός λόγος πού νά δικαιολογεῖ τήν ἐπιχειρούμενη ἀναθεώρηση.

         Μέ τούς Βαυαρούς ὅμως εἰσάγεται ὅλη ἡ Εὐρώπη στό νεαρό ἑλληνικό κράτος. Ἀρχίζει ἡ κρατικοποίηση τῆς Ἐκκλησίας πρός ὄφελος τοῦ Κράτους καί ἐξ αὐτῆς οἱ ἀμφίδρομες παθογένειες.

           4.- Ἡ ἰσχύουσα συνταγματική δικαιοταξία.

              Μέ τό ἰσχῦον συνταγματικό καθεστώς, τό θεμέλιο τῆς νομικῆς ὀργανώσεως τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί τῆς τελευταίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, εἶναι τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἡ ἔκφραση πάγιας συνταγματικῆς παραδόσεως καί ἡ ἑρμηνευτική ἐπεξεργασία του ἀπό τά δικαστήρια,    συνδυαστικά μέ τό ἄρθρο 13 Συντάγματος περί θρησκευτικῆς ἐλευθερίας· ἔχει ξεκαθαρίσει μέ σαφήνεια τά διακριτά ὅρια κάθε θεσμοῦ, ἔτσι ὥστε νά μήν ὑπάρχουν πλέον προβλήματα στίς σχέσεις τους. Ἡ μόνιμη ἀναφορά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένη καί ὁ ὅρος αὐτός ἔχει περιεχόμενο ὄχι μόνο ἱστορικό καί πολιτισμικό καί  πληθυσμιακό, ἀλλά ἐπιβεβαιώνει τήν ἱστορική καί ἐνεργό σχέση τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μέ τήν ὀρθόδοξη παράδοση.

              Ἡ διάταξη ὅμως, ὡς ἔχει σήμερα, δέν ἀποτελεῖ μόνο μία ἁπλή (ἄνευ ἐννόμων συνεπειῶν) διαπίστωση καί ἀναγνώριση, ὅτι στήν παροῦσα συγκυρία ἡ ἐπικρατοῦσα -πληθυσμιακά- θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Εἶναι θεσμικοῦ καί κανονιστικοῦ περιεχομένου, ἀποβλέπουσα στή συνέχιση τῆς καταστάσεως αὐτῆς γιά τό μέλλον. Εἰς τό διηνεκές. Τουλάχιστον μέχρι νά ὑπάρξει ἀλλαγή στήν συνταγματική αὐτή διάταξη. Πράγμα πού ἐπιχειρεῖται τώρα μέ τήν ἀναθεώρησή της. Ἡ κανονιστική σημασία τοῦ ὅρου "ἐπικρατοῦσα θρησκεία" προκύπτει ἀπό τό νομικό status τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτό διαμορφώθηκε ἐξελικτικά ἀπό τήν κοινή νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐπιφυλάσσει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς πρός ὁρισμένα θέματα, εἰδική μεταχείριση, πού δέν ἐπεκτείνεται αὐτοδικαίως στά ἄλλα δόγματα ἤ θρησκεύματα, χωρίς αὐτό νά εἶναι ἀντίθετο πρός τή συνταγματική ἀρχή τῆς ἰσότητας. Αὐτή ἡ "εἰδική μεταχείριση" εἶναι κυρίως πού προσδίδει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τόν χαρακτήρα τῆς "ἐπίσημης θρησκείας" τοῦ Κράτους. Ἡ κανονιστική της ἰδιότητα (σέ συνδυασμό καί μέ τίς διατάξεις τῶν ἄρθρων 13 καί 16 παρ. 2) κρίθηκε καί ἐπιβεβαιώθηκε πρόσφατα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς ὁλομέλειας τοῦ ΣτΈ 660/2018 καί 926/2018.  Παράγει δέ ἀποτελέσματα κυρίως στό θέμα τῆς χριστιανικῆς ὀρθόδοξης θρησκευτικῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων. Βεβαίως, παράγει καί ἄλλες συνέπειες, ὅπως π.χ. στήν καθιέρωση τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν ὡς ὑποχρεωτικῶν ἀργιῶν σέ ἐθνικό καί τοπικό ἐπίπεδο, στόν δημόσιο καί ἰδιωτικό τομέα (πρβλ Ὁλομ ΣτΈ 100/2017).

              Τό ἰσχῦον ἄρθρο 3 ρυθμίζει ἄριστα τίς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, σεβόμενο τή διαμορφωμένη (μέ βάση τό κανονικό δίκαιο) σχέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Προστατεύει τή δογματική ἑνότητα, τό καθεστώς τῶν Νέων Χωρῶν, τῆς Κρήτης, τῆς Δωδεκανήσου, ἀλλά καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως εἰδικότερα προβλέπεται στό ἄρθρο 105. Τό ἄρθρο 3, ὡς ἔχει, λειτουργεῖ θετικά γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τά ἐκκλησιαστικά καθεστῶτα στόν ἑλλαδικό χῶρο πού ὑπάγονται σ' αὐτό, προστατεύοντας τή διεθνῆ νομική καί κανονική του θέση. Καθιερώνει σοφά δυό παράλληλα, ἀλλά διαφορετικά συστήματα σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας: Ἕνα σύστημα συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος (ὅπως οἱ σχέσεις αὐτές ἐξειδικεύονται κάθε φορά μέ κοινούς νόμους) καί ἕνα σύστημα ὁμοταξίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

              Πολλοί χαρακτηρίζουν τό σύστημα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Κράτους μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο ὅρο. Ἄλλοι τό ὁρίζουν ὡς σύστημα "νόμῳ κρατούσας Πολιτείας", ἄλλοι ὡς σύστημα "συναλληλίας", ἄλλοι ἀλλιῶς. Μόνον ἡ ἱστορία μπορεῖ νά καταδείξει τήν οὐσία τῆς πραγματικῆς φύσης αὐτῆς τῆς σχέσης. Ἡ Ἑλλάδα ἀποτελεῖ μία ἰδιαίτερη περίπτωση. Δέν εἶναι κράτος "λαϊκό" (ἐκκοσμικευμένο μέ τήν ἤπια ἤ τήν ἀκραία μορφή), οὔτε βέβαια "θεοκρατικό". Ἀνήκει σέ μία τρίτη κατηγορία κρατῶν πού εἶναι "λαϊκά", μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποδέχεται τήν ἀρχή τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀλλά ὄχι ἐκκοσμικευμένο, θρησκευτικά οὐδέτερο ἤ ἀθεϊστικό. Εἶναι κράτος ὀρθόδοξο χριστιανικό. Αὐτό ἐκφράζεται μέ ἐπισημότητα  ἀφενός στήν προμετωπίδα καί ἀφετέρου στή διακήρυξη τοῦ ἄρθρου 3 γιά τό ποιά εἶναι ἡ "ἐπικρατοῦσα θρησκεία".  Νά τό ξεκαθαρίσουμε ὅμως: Ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς (ἐπικρατούσας) θρησκείας νοεῖται στό Σύνταγμα ὑπό τήν κοινή (τή μή θεολογική) κοινωνιολογική ἔννοια τῆς θρησκείας. Διότι ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι θρησκεία. Εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ κανονική ὁδός τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν, τό πνευματικό θεραπευτήριο τῶν βαπτισμένων, χωρίς βέβαια νά παραγνωρίζεται καί ἡ ἀξία τῆς θεσμικῆς της πλευρᾶς.

              Ἡ "μείξη" αὐτή λαϊκοῦ καί θρησκευτικοῦ στοιχείου, πού χαρακτηρίζει τίς σχέσεις Κράτους καί Ἐκκλησίας στήν Ἑλλάδα, δέν εἶναι κάτι παράδοξο, ἀλλά εἶναι ἀποτέλεσμα ἰδιαιτέρων ἱστορικῶν συνθηκῶν. Ἡ ἰδέα τοῦ "λαϊκοῦ" κράτους μέ τήν ἔννοια τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας συνδέθηκε ἄλλοτε μέ ἰδέες ἀντιθρησκευτικές πού ὁδήγησαν στήν ἀπώθηση καί περιθωριοποίηση τῆς θρησκείας, καί ἄλλοτε, ἀντιθέτως, μέ ἰδέες θρησκευτικές, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στήν ἀναγνώριση τῆς θρησκείας ὡς στοιχείου ταυτότητας ἑνός ἔθνους. Τό πρῶτο συνέβη στή Γαλλία, τό δεύτερο στήν Ἑλλάδα (ὁμοίως στή Ρωσία καί στό Ἰσραήλ). Στή Γαλλία τό "λαϊκό" κράτος  προσέλαβε ἀντιθρησκευτικό χαρακτήρα, ὑπό τήν ἐπίδραση τῶν ἀντικληρικαλιστικῶν ἰδεῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ καί τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ὡς ἀντίδραση στίς ἐπεμβάσεις τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ καί στούς θρησκευτικούς πολέμους πού εἶχαν προηγηθεῖ καί εἶχαν διασπάσει τή συνοχή  τῆς κοσμικῆς κυριαρχίας στήν  κεντρική Εὐρώπη. Στήν Ἑλλάδα, ἡ ἰδέα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας προσέλαβε ἀντίθετα θρησκευτικό χαρακτήρα, ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἐθνικοῦ ἀγώνα ἐναντίον τοῦ ἀλλόθρησκου Ὀθωμανοῦ δυνάστη, ἡ ὁποία ὑποχρέωσε τούς ἐπαναστατημένους Ἕλληνες νά αὐτοπροσδιοριστοῦν μέσῳ τῆς θρησκείας τους. Αὐτό ἀποτυπώνεται ἔκτοτε σταθερά σέ ὅλα τά Συντάγματα (πλήν ἐκείνου τοῦ 1927 πού εἶχε δυτικοευρωπαϊκές ἐπιρροές) στήν προμετωπίδα καί στήν ἀναγνώριση τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας, πού ἔκτοτε συνιστοῦν σταθερά στοιχεῖα τοῦ πολιτειακοῦ μας δικαίου. Ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο συνέβαλε στήν ἐπιβίωση τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά καί στόν ἐλεύθερο βίο του συνδιαμόρφωσε τή νεοελληνική ἐθνική καί πολιτισμική ταυτότητα.

              Οἱ λόγοι αὐτοί ἐξακολουθοῦν νά ὑπάρχουν καί σήμερα, γιατί ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι νεκρή παράδοση, ἀλλά "ζωντανό σῶμα" στή συνείδηση τῆς μεγάλης πλειονότητας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τό Σύνταγμα (ὅπως καί ἡ κοινή νομοθεσία), ἀπηχώντας τήν ἱστορική ἀλλά καί σύγχρονη αὐτή πραγματικότητα, περιέχει εὐάριθμες διατάξεις πού ἀπονέμουν στήν Ἐκκλησία μας εὐμενῆ εἰδική μεταχείριση, ἐνῶ γιά ὅλα τά ἄλλα δόγματα καί θρησκεύματα ἀναφέρεται συλλήβδην στό ἄρθρο 13 Συντάγματος. Οἱ διατάξεις αὐτές, πού ἐξαίρουν τή θέση καί τό ρόλο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τήν καθιστοῦν καί ὑπό τό ἰσχῦον Σύνταγμα ἐπίσημη θρησκεία τοῦ Κράτους, παρόλο πού ἡ θέση καί ὁ ρόλος πού τῆς ἀναγνωρίζεται σήμερα εἶναι σημαντικά περιορισμένος καί ὑπάρχει τάση περαιτέρω περιορισμοῦ, στήν ὁποία, ὀφείλω νά τό πῶ, συμβάλλει ὁ ἐνδοτισμός καί ἡ χλιαρότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἀναζωπυρώνεται μόνο ὅταν θίγονται οἰκονομικά κεκτημένα (βλ. μισθολόγιο κληρικῶν). 

           5.- Ἡ προτεινόμενη τροποποίηση.

              Ἡ προτεινόμενη τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 3 Συντάγματος στήν οὐσία καταργεῖ, ἄν καί δέν τολμᾶ νά τό ἀναφέρει εὐθέως, αὐτό τό σύστημα σχέσεων. Βάζει τό συνταγματικό θεμέλιο τοῦ χωρισμοῦ, τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας, πού θά ὑλοποιηθεῖ σταδιακά μέ τήν πλήρη ἀποδόμηση τῶν σχέσεων αὐτῶν. Αὐτό θά γίνει μέ τήν ἀλλαγή τῆς κοινῆς νομοθεσίας πού θά ἀκολουθήσει. Ἡ εἰσαγωγή στό Σύνταγμα τῆς ρήτρας ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι «θρησκευτικά οὐδέτερο κράτος» εἶναι ἡ ταφόπλακα τῶν μέχρι σήμερα σχέσεων τῶν δυό θεσμῶν.

              Μέ τή ρήτρα περί θρησκευτικά οὐδέτερου κράτους, καταργεῖται οὐσιαστικά, καίτοι παραμένει, ἡ προμετωπίδα πού φέρει τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δέν τολμοῦν νά τήν καταργήσουν εὐθέως, τήν ἀφήνουν, διότι ἔτσι καταργοῦν ὅλη τη συνταγματική ἱστορία μας, ἀλλά τήν καθιστοῦν ἄνευ νοήματος (γράμμα κενό) μέ  τήν οὐδετερόθρησκη ρήτρα. Οὐσιαστικά δέν πρόκειται γιά μία ἁπλή ἀναθεώρηση, ἀλλά γιά πλήρη ἀνατροπή τῆς συνταγματικῆς τάξης στό ζήτημα τῶν σχέσεων κράτους καί Ἐκκλησίας. Ἀνατρέπονται τά θεμέλια, ἀνατρέπεται ἡ ἱστορία μας.

              Κατ' ἀρχήν, ἡ νέα διάταξη εἰσάγει στό ἀνωτέρω σύστημα ρυθμίσεως τῶν σχέσεων ἕνα νέο παράγοντα, ὁ ὁποῖος ὅμως, ὅπως ἐπεσήμανε καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος , εἶναι ὅρος νοηματικά ἀόριστος καί εἶναι βέβαιο ὅτι θά προκαλέσει σοβαρά ἑρμηνευτικά προβλήματα καί παραδοχές ἐπικίνδυνες στίς σχέσεις τῶν δυό θεσμῶν (Κράτους - Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος). Προβλήματα ἐπίσης θά προκαλέσει καί στίς σχέσεις αὐτῶν μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἡ ρήτρα ὅτι τό ἑλληνικό κράτος εἶναι «θρησκευτικά οὐδέτερο κράτος» χαρακτηρίζεται ὡς πολιτικά, νομικά καί ἐπιστημονικά ἀόριστη. Ποιό ἀκριβῶς μοντέλο θρησκευτικῆς οὐδετερότητας ἐννοεῖ; Ὑπάρχουν διεθνῶς τόσα εἴδη θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, ὅσα καί τά κράτη, πού δηλώνουν θρησκευτικά οὐδέτερα, εἴτε μέσῳ τῆς καθιερώσεώς τους ρητά στά οἰκεῖα Συντάγματα, εἴτε μέσῳ τῆς κοινῆς νομοθεσίας καί τῆς ἱστορικῆς τους παραδόσεως. Πρόκειται γιά μία δυσμενῆ οὐδετερότητα  πού συνεπάγεται θρησκευτικά ἀδιάφορο κράτος ἤ γιά μία εὐμενῆ οὐδετερότητα πού ὁδηγεῖ σέ ἕνα μή παρεμβατικό κράτος, τό ὁποῖο ὅμως ἐνισχύει τά θρησκεύματα καί ἀναγνωρίζει ἰδιαίτερο καθεστώς γιά τή διευκόλυνση τῆς ἀποστολῆς τους; Ἔτσι ἀόριστα πού διατυπώνεται ἡ ρήτρα αὐτή, γίνεται ἐξαιρετικά προβληματική καί ἐπικίνδυνη. Εἶναι ἐπικίνδυνο γιά τό μέλλον τῆς Χώρας νά ὑπάρχει στό Σύνταγμα μία  τέτοια καθοριστική γιά τήν ἱστορία τοῦ ἔθνους ρήτρα πού, ἄν καί διεθνῶς ἔχει πολύσημο περιεχόμενο, παρά ταῦτα διατυπώνεται ἀπροσδιόριστα, μέ συντομία πολιτικοῦ συνθήματος.

              Πρέπει νά παρατηρήσουμε καί κάτι ἄλλο: Ἡ ρήτρα περί θρησκευτικά οὐδέτερου κράτους σκόπιμα τοποθετεῖται στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ἄρθρου 3, πού ἀναγνωρίζει τό ρόλο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά τεθεῖ στό ἄρθρο 13 περί θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, προσδιορίζοντας τήν ἰσότιμη στάση τῆς Πολιτείας ἔναντι ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκευμάτων. Τοποθετούμενη ὅμως στό ἄρθρο 3, εἶναι φανερό ὅτι ἀνταγωνίζεται καί στήν πράξη ἀκυρώνει τήν ἀπό τό ἴδιο ἄρθρο ἀναγνώριση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσας θρησκείας.      

          6.- Ἑρμηνευτικές δυσλειτουργίες καί ἄλλες συνέπειες τῆς ἀναθεωρήσεως.         

              Σέ ἀντίθεση μέ τά μέχρι σήμερα ἰσχύοντα, μέ τήν προτεινόμενη ἀλλαγή, τό Σύνταγμα, ὡς πρός τήν «ἐπικρατοῦσα σήμερα θρησκεία», ἁπλά θά διαπιστώνει μία παροῦσα κατάσταση καί τό ἱστορικό της προηγούμενο, τήν ὁποία ὅμως ἐπιχειρεῖ νά ἀλλάξει ἀπό ἐδῶ καί στό ἐξῆς σέ «θρησκευτική οὐδετερότητα». Γιά νά μήν ἀφήνει καί ἀμφιβολίες ὡς πρός αὐτό, συνοδεύεται καί ἀπό ἑρμηνευτική δήλωση: "Ὁ ὅρος ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν ἀποτελεῖ ἀναγνώριση ἐπίσημης κρατικῆς θρησκείας καί δέν ἐπιφέρει καμία δυσμενῆ συνέπεια σέ βάρος ἄλλων θρησκευμάτων καί γενικότερα τήν ἀπόλαυση τοῦ δικαιώματος τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας". Τέτοια ὅμως προστασία γιά τά ἄλλα θρησκεύματα πού ἐπικαλεῖται ἡ ἑρμηνευτική αὐτή δήλωση δέν ἦταν καθόλου ἀναγκαία, ἀφοῦ ἤδη τό ἄρθρο 13 (ἐνισχυμένο καί μέ τό ἄρθρο 9 τῆς ΕΣΔΑ) καθιερώνει μέ πληρότητα τήν ἀρχή τῆς ἐλευθερίας καί ἰσότητας ὅλων τῶν γνωστῶν θρησκειῶν, τῶν ὁποίων οἱ ὀπαδοί εἶναι ἐλεύθεροι νά ἐξασκοῦν τήν λατρεία τους στή Χώρα μας. Ἡ ἑρμηνεία καί ἡ πρόθεση τῆς προτεινόμενης ἀναθεωρητικῆς διάταξης ἐνισχύεται ἀπό τή σχετική αἰτιολογική ἔκθεση τῆς Κυβέρνησης. Σέ αὐτήν ἀναφέρεται ἐμφατικά ὅτι ἡ ἀναδιατύπωση τοῦ ἄρθρου 3 γίνεται «προκειμένου νά κατοχυρωθεῖ ρητά ἡ θρησκευτική οὐδετερότητα τοῦ κράτους» καί ὅτι ἡ ἐν συνεχείᾳ ἀναφορά ἀναγνώρισης τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς ἐπικρατούσας θρησκείας γίνεται «γιά ἱστορικούς καί πραγματολογικούς λόγους». Τά ὁποῖα σημαίνουν ἀναγνώριση μίας παρελθούσας, ἱστορικῆς καί μίας σημερινῆς πραγματικότητας μέ χρονική ὅμως λήξη, ἀφοῦ θεσπίζει ἀπό δῶ καί στό ἑξῆς "θρησκευτική οὐδετερότητα" τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Ἡ δική μας γενιά καί ἡ ἑπόμενη μπορεῖ νά μήν κινδυνεύει ἀπό τήν ἀλλαγή τῆς διαπιστωμένης σήμερα ἐπικρατούσας θρησκείας ὡς πραγματικότητας. Γιά τίς μεθεπόμενες γενιές ὅμως, αὐτή θά μποροῦσε νά εἶναι μία ἁπλή ἱστορική ἀνάμνηση.

      7.- Βάσιμος ὁ κίνδυνος νεοφανῶν ἑρμηνευτικῶν προσεγγίσεων τοῦ ὅρου "ἐπικρατοῦσα θρησκεία" σέ βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.             

              Ἡ παραπάνω πρόταση περί θρησκευτικῆς οὐδετερότητας, σέ συνδυασμό μέ τήν ἑρμηνευτική δήλωση, δέν εἶναι ἑπομένως ἄνευ σημασίας. Θά ἔχει πολλές καί σοβαρές κανονιστικές καί νομικές συνέπειες. Καί τοῦτο γιατί θά ἀποτελέσει τό ἐφαλτήριο γιά μία νέα ἑρμηνεία τῆς φράσεως ὅτι «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στήν Ἑλλάδα εἶναι ἡ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ». Ἡ προσθήκη τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας θά ἐπηρεάσει καθοριστικά, ἀλλά ἀρνητικά, τήν ἑρμηνεία τοῦ ὅρου «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία», ὁ ὁποῖος θά ἐπανεξετασθεῖ  αὐτή τή φορά μέ τή δυναμική τῆς προτασσόμενης θρησκευτικῆς οὐδετερότητας. Ἡ ρήτρα περί θρησκευτικῆς οὐδετερότητας θά γίνει ἐργαλεῖο καί μέσο ἑρμηνείας τοῦ ὅρου. Ἡ νέα ἑρμηνεία  μέ τή σειρά της θά ἀποτελέσει τή δικαιολογία γιά τήν κατάργηση τῶν μέχρι σήμερα ὑφισταμένων πατροπαραδότων σχέσεων Κράτους καί Ἐκκλησίας.

              Μέ τή νέα αὐτή ἑρμηνευτική θεώρηση, ὁ ὅρος «Ἐπικρατοῦσα θρησκεία» θά χάσει κάθε κανονιστική ἰσχύ. Θά ἑρμηνεύεται ἁπλῶς ὡς μία διάταξη ἱστορική καί διαπιστωτική, ἑπομένως χωρίς οὐσιαστικές συνέπειες .Ἤδη αὐτό τό ὑποστηρίζουν καί σήμερα μέ τήν ὑπάρχουσα διατύπωση πολλοί συνταγματολόγοι, κάποιοι ἐχθρικοί, κάποιοι οὐδέτεροι, ὁ καθένας γιά δικούς του λόγους, ἀδιάφοροι ὅμως ὅλοι γιά τή σχέση Ἔθνους καί Ἐκκλησίας. Μέ ἄλλα λόγια, μέ τήν προτεινόμενη ἀναθεώρηση, οἱ ἑκάστοτε κυβερνήσεις καί οἱ πολιτικοί τους θά ἔχουν τή συνταγματική δικαιολογία τοῦ οὐδετερόθρησκου κράτους καί θά προχωροῦν σταδιακά στήν κατάργηση, μέ κοινούς νόμους, τῆς θεσμικῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τοῦ πολιτικοῦ καί κοινωνικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ἤ πάλι, ἀνάλογα μέ τίς κυρίαρχες πολιτικές ἐπιλογές, θά ἔχουν τή δικαιολογία γιά νά θεσπίσουν τήν ἴση συμμετοχή στόν κοινωνικό θρησκευτικό βίο τῆς Ἑλλάδος καί ὅλων τῶν ἄλλων θρησκειῶν, πού ὑπάρχουν στόν ἑλληνικό χῶρο (μέ αὐξανόμενο τό νέο-εἰσαγόμενο Ἰσλάμ), παρότι κάτι τέτοιο δέν ἔχει οὔτε ἱστορικό, οὔτε λαϊκό, οὔτε κάποιο ἄλλο ἔρεισμα. Ἡ προβολή τῆς πολυθρησκευτικότητας καί τῆς πολυπολιτισμικότητας εὐνοεῖ στίς ἡμέρες μας μία τέτοια ἐκδοχή.

              Ἐξ αἰτίας τοῦ περιορισμοῦ ἤ τῆς καταργήσεως τῆς θεσμικῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θά καταστεῖ δυνατή λόγῳ τῆς συνταγματικῆς ἀλλαγῆς στό ἄρθρο 3, πρέπει μέ βεβαιότητα νά ἀναμένεται μέ τήν ψήφιση κοινῶν νόμων:

              α) Ἡ ἀπόσυρση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων καί τῶν ἄλλων χριστιανικῶν συμβόλων ἀπό τίς Δημόσιες Ὑπηρεσίες. Οἱ Ἱερές Εἰκόνες, ὁ τίμιος Σταυρός τοῦ Κυρίου μας καί γενικά τά θρησκευτικά σύμβολα τῆς πίστεώς μας, δέν θά ἔχουν πλέον θέση στά Δικαστήρια, στά δημόσια ἐκπαιδευτήρια, στά Νοσοκομεῖα καί σέ ὅλες τίς Δημόσιες Ὑπηρεσίες. Ἐνδεχόμενα καί ἡ φανερή κατοχή θρησκευτικῶν συμβόλων ἀπό τούς ὑπαλλήλους τοῦ εὐρυτέρου δημοσίου τομέα θά ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἀπαγορεύσεων ἤ περιορισμῶν μέ πρόσχημα τήν ἀποφυγή προκλήσεως τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως ἀλλοδόξων καί ἀλλοπίστων.

             β) Ἡ ἀποεκκλησιαστικοποίηση τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καί τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Τό Θρησκευτικό Σῶμα στίς Ἔνοπλες Δυνάμεις, στήν Ἀστυνομία καί τά λοιπά Σώματα Ἀσφαλείας, μέ τήν πρώτη δικαιολογία, θά καταργηθοῦν ὡς μή συνάδοντα μέ τόν οὐδέτερο θρησκευτικό χαρακτήρα τοῦ Κράτους.

             γ) Ἡ κατάργηση Ἱερῶν Ναῶν σέ Δημόσια Νοσοκομεῖα.

           δ) Ἡ σταδιακή κατάργηση τῶν προστατευτικῶν διατάξεων γιά τήν ἐκκλησιαστική περιουσία, ὅπως τό ἀνεπίδεκτο χρησικτησίας ἤ τό ἀκατάσχετο. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά δικονομικά ἤ ἄλλης φύσεως προνόμια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῶν ὀργανωτικῶν της ὑποδιαιρέσεων.

             ε) Κατά παρόμοιο τρόπο καί γιά τούς ἴδιους λόγους, τό πρόσχημα τῆς θρησκευτικῆς οὐδετερότητας θά δικαιολογήσει τή νομοθετική κατάργηση τοῦ Ἁγιασμοῦ στή Βουλή, στούς ΟΤΑ, στά Σχολεῖα, στά Δικαστήρια, καθώς καί τήν κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ ὅρκου, τῶν θρησκευτικῶν ἑορτῶν, τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς καί ἄλλων πολλῶν δημοσίων θρησκευτικῶν ἐκδηλώσεων καί δράσεων, ἀπό αἰώνων συνυφασμένων μέ τή θρησκευτική ταυτότητα τοῦ Ἕλληνα.

            Οἱ παραπάνω προβλέψεις δέν εἶναι ἁπλές φοβίες ἤ ἐνδεχόμενα. Εἶναι βεβαιότητα. Τό "θρησκευτικά οὐδέτερο" κράτος  συνεπάγεται ἕναν θεσμοθετημένο ριζικό διαχωρισμό Κράτους καί Ἐκκλησίας σέ ἐπίπεδο δημόσιας καί ἰδιωτικῆς σφαίρας. Ἀπό τό δημόσιο βίο θά ἐξοβελιστεῖ κάθε θρησκευτική ἀναφορά, ἀκόμη καί συμβολισμός, τό θρησκευτικό φαινόμενο θά ἀπωθηθεῖ  στό περιθώριο καί ἡ θρησκεία δέν θά ἐκτιμᾶται ὡς ἱστορικό, πολιτισμικό καί ὑπερβατικό μέγεθος. 

          8.- Ὁ ἀληθινός στόχος εἶναι ὁ χωρισμός Ἔθνους καί Ὀρθοδοξίας.

              Αὐτοί εἶναι οἱ τελικοί σκοποί τῆς συγκεκριμένης προτάσεως ἀναθεωρήσεως. Πάγια εἶναι ἡ θέση τῆς Ἀριστερᾶς, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τίς διακηρύξεις της, τή διανόησή της καί τήν ἐπ' αὐτοῦ ἀρθρογραφία, γιά νά εἶμαι δίκαιος ὄχι μόνον τῆς Ἀριστερᾶς ἀλλά καί ἄλλων πολιτικῶν δυνάμεων, ὅτι ἡ ἀναφορά γιά "ἐπικρατοῦσα θρησκεία" στό ἄρθρο 3 ἔχει ἁπλά διαπιστωτικό καί ὄχι κανονιστικό περιεχόμενο. Ἄν αὐτή ἡ θέση ἐπιβληθεῖ, μέσῳ τῆς προτεινόμενης ἀναθεώρησης, οἱ δικαιοπολιτικές συνέπειες θά εἶναι αὐτές πού προαναφέρθηκαν.

              Ὑπάρχει ὅμως κάτι βαθύτερο στίς προθέσεις τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς ἀναθεωρήσεως, πού δέν ὁμολογεῖται εὐθέως. Τό φανερώνει ἡ πρόταση ἀναθεωρήσεως τῶν ἄρθρων 13 παρ. 5, 33 παρ. 2 καί 59 παρ. 1 καί 2 γιά τήν καθιέρωση τοῦ πολιτικοῦ ὅρκου, ὅπως καί ἡ κατάργηση τῆς προαιρετικότητας στήν ὁρκοδοσία αἱρετῶν καί δημοσίων λειτουργῶν. Τά μέτρα αὐτά, ἄν ἐκτιμηθοῦν συνολικά καί συνδυαστικά, στοχεύουν εὐθέως στήν ἀπομάκρυνση καί ἀποσύνδεση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό δημόσιο βίο. Βαθύτερα ἀκόμη σκοπεύουν στήν ἀλλοίωση τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας τῶν Ἑλλήνων πού ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων προσδιόριζε τό «ὁμόθρησκον».

              Πρέπει νά τό συνειδητοποιήσουμε: Τό σκοπούμενο, μέ τήν ἐπιδιωκόμενη ἀναθεώρηση, εἶναι ὁ χωρισμός Ἔθνους καί Ὀρθοδοξίας.

              Ποιοί ὅμως εἶναι ἐκεῖνοι πού θά συμφωνήσουν νά ἀλλάξουν τό Σύνταγμα, μέ μία ἀλλαγή πού ἔρχεται νά καταστρέψει τήν Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση; Ἀπό ποῦ ἀντλοῦν τίς διαλυτικές προθέσεις τους; Πρέπει νά καταστήσουμε γνωστό σέ ὅλους ὅτι ὁδηγούμαστε σέ μία ἀλλαγή πού ἔχει συγκεκριμένο στόχο: Νά χωρίσει τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τόν Ἑλληνισμό. Αὐτός εἶναι ὁ στόχος. Διότι πραγματικός σκοπός δέν εἶναι ἡ δῆθεν προστασία τῶν ἄλλων θρησκευμάτων κ.λπ. Εἶναι ἡ ἀποσύνδεση τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τό Ἑλληνικό Ἔθνος.

              Σταδιακά ὁδηγούμαστε πρός ἕνα ἄθεο ἔθνος μέσα σέ ἕνα πολυθρησκειακό κράτος. Σέ ἕνα ἄθεο κράτος (ὀργανωμένη ἀθεΐα), ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιβιώνει. Παράδειγμα ἡ Σοβιετική Ἕνωση. Σέ ἕνα "οὐδέτερο" ὅμως πολυθρησκειακό κράτος, ἐπέρχεται σύγχυση τοῦ ὀρθοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Πρός τά ἐκεῖ ὁδηγοῦν σκοπίμως τά πράγματα : Νά δημιουργηθεῖ ἕνα νέο "ἔθνος" πολύθρησκο καί πολυφυλετικό, γιά νά γίνει αὐτή ἡ σύγχυση. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς σκοπούς τῆς Παγκοσμιοποίησης.

           Πρέπει νά γνωρίζουμε τοῦτο καλά: Τό οὐδετερόθρησκο κράτος εἶναι θεσμός ἄγνωστος στήν ἑλληνική ἱστορία. Ὁ χωρισμός Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ἱεροῦ καί κοσμικοῦ, θείου καί ἀνθρωπίνου, οὐδέποτε ἀπασχόλησε τήν ἑλληνική Πολιτεία, προχριστιανικά καί μεταχριστιανικά. Οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες ἔζησαν σέ ἕνα ἄθρησκο κράτος. Ὁ Πλούταρχος τό ἐπιβεβαιώνει: Ὑπάρχουν, λέγει, πόλεις μέ ποικίλες διαφορές μεταξύ τους, διοικητικές κ.ἄ., τίς ἐνώνει ὅμως ἕνα κοινό γνώρισμα: ἡ θεοσέβεια. "Εὕροις δ’ ἄν ἐπιῶν πόλεις ἀτειχίστους, ἀγραμμάτους, ἀβασιλεύτους, ἀοίκους, ἀχρημάτους, νομίσματος μέ δεομένας, ἀπείρους θεάτρων καί γυμναστηρίων. Ἀνιέρου δέ πόλεως καί ἀθέου, μή χρωμένης εὐχαῖς, μή δ’ ὅρκοις, μηδέ μαντείαις, μηδέ θυσίαις ἐπ’ ἀγαθοῖς, μή δ’ ἀποτροπαῖς κακῶν οὐδείς ἐστι, οὐδ’ ἔσται γεγονώς θεατής." Σέ σύντομη ἀπόδοση: Μπορεῖς νά βρεῖς πόλεις χωρίς ἄλλα πράγματα, ἀλλά ὄχι χωρίς θρησκεία καί θεό.

            Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἀγωνίζονταν ὑπέρ βωμῶν (δηλαδή τῶν ναῶν) καί τῶν ἑστιῶν, ὄχι μόνον ὑπέρ τῶν ἑστιῶν. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ φράση τοῦ Ἡρόδοτου:«τό ἑλληνικόν ἐόν ὄμαιμον τέ καί ὁμόγλωσσον καί θεῶν ἱδρύματα κοινά καί θυσίαι ἤθεα τέ ὁμότροπα» (Ἡρόδοτος, Οὐρανία 144). Δηλαδή: «ὑπάρχει καί τό ἑλληνικό ἔθνος ἀπό τό ἴδιο αἷμα καί μέ τήν ἴδια γλώσσα  μ΄ ἐμᾶς, μέ τό ὁποῖο ἔχουμε κοινά ἱερά τῶν θεῶν καί κοινές θυσίες καί ἤθη κοινά» (μετάφραση Ἄγγελου Βλάχου, «Γαλαξίας» 1971).

              Οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες ὡς συντεταγμένη κοινότητα θέλησαν νά κρατήσουν οὐδετερότητα ἀπέναντι στό Θεό καί στά Θεῖα. Αὐτό σήμερα ἐπιχειρεῖται γιά πρώτη φορά.

              Στήν Εὐρώπη, ἀντίθετα, ἔχουμε, ἀπό τή Γαλλική Ἐπανάσταση καί μετά, ἐγκαθίδρυση κοσμικῶν κρατῶν, ὅπως στή Γαλλία, καί ἀργότερα, στίς χῶρες τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ, ὑποχρεωτική ἐπιβολή τῆς ἀθεΐας, ὡς κρατικῆς ἰδεολογίας.

              Ἡ δική μας παράδοση ὅμως εἶναι διαφορετική. Μετά  τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας Του, οἱ Ἕλληνες ἦταν πρῶτοι  ἐκεῖνοι πού ἀξιώθηκαν, μέ τή Θεόθεν κλήση ἑνός πολιτικοῦ ἄρχοντος, τοῦ Βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου, τοῦ τότε κυριάρχου ὅλης τῆς Οἰκουμένης, νά δημιουργήσουν τήν πρώτη χριστιανική πολιτεία, τή βυζαντινή αὐτοκρατορία, ἰσχνό κατάλοιπο τῆς ὁποίας εἶναι τό σημερινό Ἑλληνικό κράτος. Τό "ψέμμα, τό Βασίλειο"  πού λέει ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς στόν  "Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου"  στόν 8ο λόγο τόν Προφητικό. Τό πρῶτο χριστιανικό κράτος πού ἐμφανίσθηκε στή γῆ ἦταν τό Βυζάντιο, ἡ Ρωμανία.

              Τό σύστημα αὐτό, δηλαδή τό ἱερό χριστιανικό κράτος, ἐπιβίωσε καί στήν Τουρκοκρατία, ὄχι βέβαια σέ σχέση μέ τήν Ὀθωμανική ἐξουσία, πού ἐδίωκε καί καταπίεζε τήν Ἐκκλησία, ἀλλά στό ἐπίπεδο τῶν κοινοτήτων, στά τότε αὐτοδιοικητικά ὄργανα τοῦ ὑπόδουλου ἑλληνισμοῦ.

              Κανένας δέν ἔχει τό δικαίωμα, ἰδιαίτερα οἱ ἐκκλησιαστικοί μας ἡγέτες, οἱ θεολόγοι καί γενικότερα οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι, νά ἐγκαταλείψουμε τό θεόθεν ἐγκαθιδρυμένο μοντέλο τῆς χριστιανικῆς πολιτείας τοῦ Βυζαντίου καί νά ἐπιτρέψουμε σέ ἄθεους πολιτικούς νά προχωρήσουν σέ μορφές χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας. Ἡ συνέχεια τῆς συμπόρευσης Κράτους καί Ἐκκλησίας, μέ τή μορφή τῶν συνταγματικά ρυθμισμένων σχέσεων, εἶναι ἱστορική ἀπαίτηση.

              Τό αἴτημα χωρισμοῦ Ἐκκλησίας καί Πολιτείας εἶναι ξενόφερτο καί προέρχεται ἀπό ἐπιρροές τοῦ Διαφωτισμοῦ καί τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀθεΐας, χωρίς νά ἀνταποκρίνεται σέ ἐσωτερική πολιτική ἀναγκαιότητα. Ἀλήθεια ποιός ζήτησε τόν χωρισμό αὐτόν;

              Τό αἴτημα αὐτό ἀρχίζει νά ἐμφανίζεται στό πολιτικό καί συνταγματικό προσκήνιο μετά τό 1974. Τό ἐπέτρεψε μία συγκυρία: Ἡ ἀντίδραση τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, κυρίως τοῦ ἀριστεροῦ, στό "Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν" τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος.

              Μέ τήν καθιέρωση τοῦ οὐδετερόθρησκου κράτους, οἱ πολιτικοί προδίδουν τήν ἱστορία μας, προδίδουν καί τήν ἀρχαία Ἑλλάδα, ὅπου δέν ὑπῆρχε ἄθρησκο κράτος, προδίδουν καί τή Ρωμανία.

              Ἡ Ἐκκλησία, κληρικοί καί λαός, πρέπει νά μιλήσουν. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δικαίωμα πολιτικοῦ λόγου. Τό πρόβλημα εἶναι ὁ κομματισμός της. Δέν δικαιοῦται νά κομματίζεται. Κρατᾶ ἴσες ἀποστάσεις πρός ὅλους. Ὁ κομματισμός θά εἶναι καταστροφικός.

              Οἱ σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας εἶναι ἤδη ρυθμισμένες (ν. 590/1977). Δέν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπανακαθορισμοῦ. Οἱ ρόλοι εἶναι ἤδη διακριτοί. Ὑπάρχει ἑπομένως ἕνα εἶδος χωρισμοῦ. Αὐτό πού τώρα ἐπιχειρεῖται καί ἐπιζητεῖται εἶναι ὁ ἐπαχθής χωρισμός. Ἕνας τέτοιος χωρισμός ἀλλάζει τήν ἱστορία σου. Ὅλα αὐτά πού ἐπιχειροῦνται, ἐντάσσονται στό πνεῦμα τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων. Σκοπός, ὁ χωρισμός Ἔθνους καί Ὀρθοδοξίας.

              Αὐτό εἶναι ὁ διπλός οἰκουμενισμός: Ὁ πολιτικός (ἤ διαθρησκειακός) καί ὁ πνευματικός (ἤ διαχριστιανικός) οἰκουμενισμός. Τό σκοπούμενο εἶναι ὁ χωρισμός Ὀρθοδοξίας καί Ἔθνους. Τό φοβερότερο ὅπλο στά χέρια τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ἐκπαίδευση, ὅπως τό περιεχόμενό της ὀργανώνεται τώρα. Ἄν περάσουν αὐτά, μένει πλέον νά ἀρχίσουμε νά "ξεσκονίζουμε" τίς κατακόμβες. Ἐπιβάλλεται νά συνειδητοποιήσουμε ποῦ πηγαίνουν τά πράγματα. Νά ἐνισχύσουμε τήν ἑνότητά μας στή βάση. Ἔτσι ἐπιβιώνουμε. Νά ξαναβροῦμε τήν ἑνότητα μεταξύ μας.

            9.- Δέν ὑπάρχει οὐσιαστικά ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 3 Συντάγματος.

            Τό ἄρθρο 3 Συντάγματος ἐγγυᾶται ὅτι τό Κράτος ἀναγνωρίζει ὡς Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, δηλαδή ὡς τόν ἀποκλειστικό φορέα τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας τῶν Ἑλλήνων, ἐκείνη τήν Ἐκκλησία πού διοικεῖται μέ βάση τά Πατριαρχικά ἔγγραφα (: τόν Τόμο 1850, τήν Πράξη 1928) καί ἔχει «κοινωνία» μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Τό ἄρθρο 3 Συντάγματος δεσμεύει τό Κράτος ἀναφορικά μέ τό ποιά Ἐκκλησία εἶναι αὐτή, πού ἐκπροσωπεῖ τήν πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων. Αὐτό νομικά κατοχυρώνει τό ἑξῆς: Ὅτι δέν μποροῦν νά διεκδικήσουν τήν θρησκευτική ἐκπροσώπηση, ἔναντι τοῦ Κράτους, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος  ἄλλες θρησκευτικές κοινότητες καί ὁμάδες, πού δέν πληροῦν τά παραπάνω κριτήρια.  

              Συνεπῶς, ὑπό τήν ἰσχύ τοῦ ἄρθρου 3 Συντάγματος καί τῶν ὁρισμῶν, πού αὐτό εἰσάγει (ὁρίζει, ὅπως εἴπαμε, ποιά Ἐκκλησία εἶναι ὁ φορέας τῆς ἐπικρατούσας θρησκείας τῆς Χώρας), οἱ σχέσεις Κράτους καί Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ξεκαθαρισμένες καί οἱ ρόλοι διακριτοί. Οἱ περαιτέρω λεπτομέρειες μποροῦν νά τροποποιοῦνται μέ κοινούς νόμους, χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 3. Πρός τήν κατεύθυνση αὐτή ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει ζητήσει νομοθετικές ἀλλαγές, πρός τήν κατεύθυνση τῆς μεγαλύτερης αὐτονομίας της ἀπό τό Κράτος, πού ἐκκρεμοῦν καί δέν προϋποθέτουν καμία συνταγματική ἀναθεώρηση.

              Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι στό παρελθόν (καί ὑπό τό καθεστώς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1975) παρουσιάστηκαν προβλήματα στήν ἄσκηση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας γιά κάποιους συμπολίτες μας. Εἴτε ἐπρόκειτο γιά Καθολικούς, πού δέν μποροῦσαν νά προσφύγουν στά δικαστήρια, εἴτε γιά Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά, πού διώκονταν ποινικά μέ βάση τίς διατάξεις περί προσηλυτισμοῦ, εἴτε γιά μουσουλμάνους, πού δέν μποροῦσαν νά ἀσκήσουν μέ ἀξιοπρέπεια τά λατρευτικά τους καθήκοντα, εἴτε τέλος γιά γονεῖς, πού ἔπρεπε νά ἀποκαλύψουν τά θρησκευτικά τους πιστεύω, γιά νά ἀπαλλάξουν τά παιδιά τους ἀπό τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, τά προβλήματα αὐτά ἦταν ὑπαρκτά. Μόνο πού τά περισσότερα ἀπό τά προβλήματα αὐτά ξεπεράστηκαν στήν πράξη, μέ διατάξεις τῆς κοινῆς νομοθεσίας καί χωρίς νά χρειαστεῖ νά τροποποιηθεῖ στό παραμικρό τό ἄρθρο 3 τοῦ Συντάγματος περί ἐπικρατούσας θρησκείας. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία δέν στάθηκε ἐμπόδιο, οὔτε γιά τήν ἀνέγερση τοῦ τζαμιοῦ στό Βοτανικό μέ κρατική μέριμνα καί χρηματοδότηση, οὔτε γιά τή νομοθετική θεσμοθέτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν νομικῶν προσώπων πού διευκόλυνε τήν ἄσκηση τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἀπό ὅλους. Πρίν ἀπό τίς νομοθετικές πρωτοβουλίες, εἶχαν προηγηθεῖ σημαντικές ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καί ἰδίως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οἱ ὁποῖες δέχθηκαν τήν ἀντισυνταγματικότητα διατάξεων, ὅπως λ.χ. τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου τοῦ 1939 πού ἐπέβαλε τήν ἄδεια τοῦ ἐπιχωρίου Μητροπολίτη γιά τήν ἀνέγερση ναοῦ ἤ εὐκτηρίου οἴκου ἄλλης θρησκείας ἤ ἄλλου δόγματος.

              Συμπέρασμα: Ἡ θρησκευτική ἐλευθερία γιά ὅλους μπορεῖ κάλλιστα νά ὑπάρξει καί νά ἀσκηθεῖ ἀποτελεσματικά καί χωρίς πανηγυρικές συνταγματικές διακηρύξεις περί θρησκευτικῆς οὐδετερότητας τοῦ κράτους.

       10.- Σέ κάθε περίπτωση, ἡ Ὀρθοδοξία δέν μπαίνει στό περιθώριο τῆς συνείδησης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.        

              Ἀλλά καί ἄν ἀκόμη βρεθοῦν οἱ ἀναγκαῖες ψῆφοι στήν ἑπόμενη Βουλή καί ἀναθεωρηθεῖ ἡ διάταξη αὐτή, ἀκόμη καί ἄν γίνει στή συνέχεια, μέσῳ τῆς μεταβολῆς τῆς κοινῆς νομοθεσίας, ἡ ἐπιδιωκόμενη περιθωριοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, καί πάλι δέν πτοούμαστε. Ἡ Ἐκκλησία, ὅσο καί ἄν πολεμηθεῖ, δέν νικᾶται. Διότι δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Οὔτε ἐξαρτᾶ τή σύστασή της ἤ τήν διάρκειά της ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία.

              "Πόσοι ἐπολέμησαν τήν Ἐκκλησία; Καί ὅμως. Αὐτοί πού τήν πολέμησαν χάθηκαν. Κι’ ἡ Ἐκκλησία ὑψώθηκε πιό πέρα κι ἀπ’ τόν οὐρανό. Τέτοιο εἶναι τό μέγεθος τῆς Ἐκκλησίας. Πολεμᾶται μέ λύσσα; καί αὐτή νικᾶ. Κλυδωνίζεται; ἀλλά δέν καταποντίζεται. Παλαίει κι ἀγωνίζεται, ἀλλά ποτέ δέν νικᾶται. Ὑβρίζεται; ἀλλά λαμπρότερη πάντοτε γίνεται. Δέχεται τραύματα; ἀλλά δέν θανατώνεται. Χειμάζεται; ἀλλά ποτέ δέν ναυαγεῖ… Οὐδέν Ἐκκλησίας ἰσχυρότερον»( Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος). (Ε.Π.Ε. 33, 110.386).

              Ἡ Ἐκκλησία θά συνεχίσει νά λειτουργεῖ ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὡς πνευματικό θεραπευτήριο. Θά ἐξακολουθήσει νά σώζει ψυχές, νά "παράγει" ἁγίους. Νά συνεορτάζει μέ τό ἔθνος καί νά τελεῖ ἑόρτιες λειτουργικές συνάξεις καί δοξολογίες σέ ἐπετείους τοῦ συλλογικοῦ βίου, ζωντανές στή μνήμη τοῦ λαϊκοῦ της σώματος. Ἄν οἱ ἑκάστοτε πολιτικές ἡγεσίες καί οἱ κρατικοί ἀξιωματοῦχοι ἔχουν προσωπική ἀνάγκη νά μετέχουν στό σῶμα καί ἄθλημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας, θά παρευρίσκονται καί στίς «δοξολογίες». Ὄχι ἐπειδή τό ἐπιτάσσει κάποιο πρωτόκολλο, ἀλλά ἐπειδή οἱ ἴδιοι τό ἐπιλέγουν.

              Καί ἄν στό τέλος ἐπικρατήσουν ἀντίθεες κοσμικές δυνάμεις καί προχωρήσουν σέ διωγμούς, τήν καταφυγή στίς κατακόμβες ἤδη τή γνωρίζει.

              Ὅπως καί στήν ἀρχή εἴπαμε, ἡ Ἐκκλησία ξεκίνησε μέ μαρτύριο, τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, δυνάμωσε στίς κατακόμβες ἐν διωγμῷ καί εἶναι προφητευμένο ὅτι θά κλείσει τήν ἐπί τῆς γῆς ἱστορία της στήν ἔρημο πάλι, μέ τό μέγα διωγμό τοῦ Ἀντιχρίστου. Τό ξέρουμε καί τό περιμένουμε μέ ὅπλο τό Σταυρό.