ΟΧΙ: Η ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΝΗΜΗ: Το έπος του 1940 στη νεοελληνική λογοτεχνία

ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ- Σάββατο 24 Ὀκτωβρίου, ὥρα 6.30 μμ. - Δημαρχεῖο Ἀμαρουσίου (αἴθουσα ἐκδηλώσεων)

Δρ Εἰρήνη Σαρίογλου,
Ἱστορικός, Πρόεδρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος Ἱστορικῶν μελετῶν (ΙΔΙΣΜΕ)

ΟΧΙ: Η ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΝΗΜΗ: Το έπος του 1940 στη νεοελληνική λογοτεχνία

Κυρίες και κύριοι,

Πριν γίνει επέτειος, η 28η Οκτωβρίου υπήρξε το πρωινό που ανέτρεψε τη ζωή των Ελλήνων. Κάποιος ξύπνησε από τις καμπάνες, κάποιος αποχαιρέτησε το παιδί του, άλλοι φόρεσαν τη στρατιωτική στολή χωρίς να γνωρίζουν αν θα επιστρέψουν. Σήμερα γνωρίζουμε την έκβαση εκείνης της ημέρας. Εκείνοι γνώριζαν μόνο ότι άρχιζε πόλεμος. Αν θέλουμε να τους πλησιάσουμε, πρέπει να αφήσουμε για λίγο τη βεβαιότητα που μας δίνει η απόσταση του χρόνου και να ακούσουμε τις φωνές τους. Σε αυτές τις φωνές, όπως διασώθηκαν και μεταπλάστηκαν στη νεοελληνική λογοτεχνία, είναι αφιερωμένη η σημερινή μας συνάντηση.

Το «Όχι» του 1940 πέρασε στο ημερολόγιο, στην ποίηση, στο τραγούδι, στην πεζογραφία. Οι συγγραφείς κατέγραψαν τον ενθουσιασμό, αλλά και τον φόβο, την εξάντληση, τις απώλειες. Επέστρεψαν αργότερα στην ίδια εμπειρία, φωτίζοντας όσα δεν ήταν ακόμη δυνατόν να κατανοηθούν την ώρα της μάχης. Έτσι, δίπλα στην ιστορία των πολιτικών αποφάσεων, απέκτησε διάρκεια η εμπειρία των ανθρώπων. Αυτό είναι το ερώτημα που θα μας απασχολήσει: πώς ένα ιστορικό γεγονός γίνεται λογοτεχνική μνήμη και τι μας επιτρέπει αυτή η μνήμη να καταλάβουμε;

Γνωρίζουμε ότι η περίφημη λέξη «Όχι» συμπυκνώνει στη συλλογική μνήμη την απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου. Η ιστορική απάντηση του Ιωάννη Μεταξά διατυπώθηκε στα γαλλικά και σήμαινε ουσιαστικά ότι η Ελλάδα βρισκόταν πλέον σε πόλεμο. Εκείνο, όμως, που έδωσε στη λέξη δύναμη και διάρκεια ήταν η άμεση αποδοχή της από την κοινωνία. Η απόφαση της κρατικής ηγεσίας συνάντησε ευρύτατη λαϊκή συσπείρωση. Και η λογοτεχνία είναι ένα ιδιαίτερα γόνιμο πεδίο όπου μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτή τη μεταμόρφωση. 

Και όταν μιλούμε για τη λογοτεχνία της 28ης Οκτωβρίου, χρειάζεται να διακρίνουμε τρεις χρόνους: τον χρόνο της άμεσης καταγραφής, όπως στο ημερολόγιο του Θεοτοκά· τον χρόνο της Κατοχής, όταν η γραφή συνόδευε την αντίσταση· και τον μεταπολεμικό χρόνο, όταν οι συγγραφείς επέστρεφαν στα γεγονότα γνωρίζοντας πλέον την έκβασή τους. 

Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο ημερολόγιό του, γράφει την ίδια την 28η Οκτωβρίου, όχι εκ των υστέρων, αλλά μέσα στη θερμοκρασία της ημέρας. Καταγράφει καμπάνες, νέους στρατιώτες που ξεκινούν, γυναίκες που κλαίνε στο λεωφορείο, πλήθη στους δρόμους. Και σημειώνει: «Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος». Η φράση αυτή δεν περιγράφει την απουσία φόβου. Δείχνει κάτι βαθύτερο: μια κοινωνία που φοβάται, αλλά δεν παραλύει. Δίπλα στον ενθουσιασμό υπάρχει ήδη η μνήμη της προηγούμενης καταστροφής. Η ηλικιωμένη πρόσφυγας που συναντά ο Θεοτοκάς θυμάται τη Σμύρνη. Έτσι, μέσα σε αυτή τη σύντομη καταγραφή, η 28η Οκτωβρίου συνδέεται με το τραύμα του 1922 και με την αγωνία για όσα έρχονται. 

Στο ίδιο ημερολόγιο διαβάζουμε την πρώτη του σκέψη: «Το μεσημέρι το αργότερο θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν». 

Ο Θεοτοκάς καταγράφει όσα βλέπει σε μια συγκεκριμένη διαδρομή, από την Κηφισιά προς την Αθήνα. 

Σε αυτή την καταγραφή μπορούμε να δούμε πόσο κοντά βρίσκονται η δημόσια ιστορία και η ιδιωτική ζωή. Το λεωφορείο, το κλάμα μιας γυναίκας και το τραγούδι των στρατιωτών γίνονται στοιχεία της ίδιας ιστορικής εμπειρίας. Ο πόλεμος αρχίζει να υπάρχει μέσα στις συνηθισμένες κινήσεις των ανθρώπων.

Ας τοποθετήσουμε δίπλα στο ημερολόγιο του Θεοτοκά την «Ελληνική Εποποιία 1940–1941» του Άγγελου Τερζάκη, που εκδόθηκε το 1964. Στην αφήγηση για το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου, η Αθήνα ξυπνά με τις σειρήνες. Ανοίγουν παραθυρόφυλλα, οι άνθρωποι ρωτούν τους περαστικούς, η είδηση εισβάλλει στα σπίτια πριν ακόμη γίνει πλήρως κατανοητή. Ο Τερζάκης μάς επιτρέπει να αισθανθούμε τη μετάβαση από την καθημερινότητα στον πόλεμο. 

Η αντιπαραβολή του Θεοτοκά με τον Τερζάκη αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά. Στο ημερολόγιο, η έκβαση του πολέμου παραμένει άγνωστη. Στη μεταγενέστερη αφήγηση, η πρώτη ημέρα έχει ήδη αποκτήσει τη θέση της μέσα σε μια ολοκληρωμένη ιστορική διαδρομή. 

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 10 Νοεμβρίου 1940, δεκαεπτά Έλληνες διανοούμενοι απευθύνουν δημόσια διαμαρτυρία προς τους ανθρώπους του πνεύματος όλου του κόσμου. Ανάμεσά τους βρίσκονται ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Στρατής Μυριβήλης και ο Γεώργιος Δροσίνης. Οι συγγραφείς δεν περιορίζονται στην παρατήρηση των γεγονότων. Θεωρούν ότι ο λόγος έχει δημόσια ευθύνη. Απέναντι στον φασισμό, η ουδετερότητα του πνεύματος δεν είναι αθωότητα. Είναι σιωπηρή συγκατάθεση. 

Η εντονότερη, ίσως, λογοτεχνική μορφή του πολέμου του 1940 είναι ο ανώνυμος νέος στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη. Ο ποιητής είχε υπηρετήσει στο αλβανικό μέτωπο. Δεν γράφει, ως μακρινός υμνητής. Γράφει έχοντας γνωρίσει το χιόνι, την αρρώστια, την εξάντληση και την απώλεια.

Ο τίτλος του έργου ενώνει δύο λέξεις που πρέπει να παραμένουν μαζί: «ηρωικό» και «πένθιμο». Η νίκη δεν ακυρώνει τον θρήνο. Η αυτοθυσία δεν μετατρέπει τον θάνατο σε κάτι ελαφρύ. Ο χαμένος ανθυπολοχαγός δεν είναι χάλκινο άγαλμα. Είναι ένα νέο σώμα γεμάτο ζωή, έρωτα και μέλλον, που χάνεται. Ο Ελύτης μεταφέρει έτσι το «Όχι» από το επίπεδο της διακήρυξης στο ανθρώπινο κόστος της ελευθερίας. Η λογοτεχνία δεν ρωτά μόνο ποιος νίκησε. Ρωτά ποιος δεν γύρισε.

Το «Άσμα» δημοσιεύεται το 1945. Η απόσταση από το μέτωπο έχει σημασία: η εμπειρία έχει ήδη περάσει μέσα από τη μνήμη και έχει πάρει ποιητική μορφή. Το πρόσωπο του ανθυπολοχαγού συγκεντρώνει όσα χάνονται με έναν νεανικό θάνατο. Στην έκτη ενότητα, οι αναφορές στη Θράκη, στον Στρυμόνα και στα βουνά της Αλβανίας συνδέουν την ατομική ζωή με μια ευρύτερη γεωγραφία. Το τοπίο συμμετέχει στη δημιουργία του ποιητικού προσώπου και στη μνήμη του θανάτου του. 

Η συνύπαρξη του ηρωικού και του πένθιμου δεν επιτρέπει μια μονοδιάστατη ανάγνωση. Το «Άσμα» τιμά την πολεμική αρετή και δίνει στον νεκρό συμβολική διάρκεια μέσα στη φύση και στη συλλογική μνήμη. Συγχρόνως, επιμένει στην απώλεια της νεανικής ζωής. Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην ένταση ανάμεσα στη δικαίωση της αντίστασης και στο πένθος για το τίμημά της.

Ο ίδιος ανθρώπινος πόνος αποκτά σωματική αμεσότητα στην «Πορεία προς το μέτωπο», από το «Άξιον Εστί», το οποίο εκδόθηκε το 1959. Οι στρατιώτες βαδίζουν τη νύχτα για να αποφύγουν τα αεροπλάνα. Τα πόδια βουλιάζουν στη λάσπη. Στη στάση μοιράζονται λίγες σταφίδες, ενώ η ψείρα κάνει την εξάντληση ακόμη πιο βασανιστική. Ο Ελύτης συμπυκνώνει την εμπειρία στη φράση: «Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί». [6]

Το συλλογικό πρώτο πρόσωπο δίνει στην αφήγηση τον χαρακτήρα κοινής δοκιμασίας. Η αντοχή μετριέται μέσα στη νύχτα, στην κούραση και στη συνύπαρξη με τον διπλανό.

Στο «Πλατύ ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη συναντούμε μια συγγενική ματιά. Ο συγγραφέας υπηρέτησε εθελοντικά και ανέλαβε να απευθύνει από μεγάφωνα μηνύματα στα ιταλικά προς τους απέναντι στρατιώτες. Αυτή η ασυνήθιστη αποστολή ανοίγει ένα ιδιαίτερο πεδίο παρατήρησης: η γλώσσα συμμετέχει στον πόλεμο, προσπαθώντας να φτάσει στον άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά.

Μια χαρακτηριστική σκηνή είναι η αποστολή δύο Ελλήνων στρατιωτών στις ιταλικές γραμμές, για να ζητήσουν ανακωχή ώστε να ταφούν οι νεκροί. Οι Ιταλοί τούς υποδέχονται με απροσδόκητη χαρά. Ο λοχίας εξηγεί: «νομίζω πως τους φάνηκε πως τους φέρνουμε Ειρήνη». Η σύντομη αυτή παρατήρηση αποκαλύπτει μια κοινή ανθρώπινη επιθυμία μέσα στη σύγκρουση. Η καταδίκη της εισβολής παραμένει σαφής, ενώ ο αντίπαλος στρατιώτης αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο. Εδώ βρίσκεται η ηθική δύναμη της σκηνής: υπερασπίζεσαι τον τόπο σου χωρίς να παύεις να αναγνωρίζεις τον άνθρωπο απέναντι. [7]

Η αφήγηση, ωστόσο, δεν τελειώνει με μια συμφιλίωση. Η πρόταση για την ανακωχή δεν γίνεται δεκτή. Η διάκριση είναι κρίσιμη: άλλο η αυθόρμητη αντίδραση των στρατιωτών και άλλο η απόφαση της στρατιωτικής διοίκησης. Ο Μπεράτης μάς αφήνει να αισθανθούμε τη λαχτάρα για ειρήνη μαζί με την αδυναμία των ανθρώπων να την επιβάλουν.

Υπάρχει, όμως, και μια απουσία που οφείλουμε να θυμηθούμε: ο Γιώργος Σαραντάρης. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, μεγαλωμένος στην Ιταλία, πολέμησε το 1940 και πέθανε το 1941, ύστερα από τις κακουχίες του μετώπου. Στην περίπτωσή του, ο πόλεμος διακόπτει την ίδια τη δυνατότητα της γραφής. Χάνεται ένας νέος δημιουργός και μαζί του όσα θα μπορούσε ακόμη να προσφέρει. Η λογοτεχνική ιστορία της επετείου περιλαμβάνει και αυτή την ανεκπλήρωτη συνέχεια. [8]

Ας μεταφερθούμε τώρα στην κατεχόμενη Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 1943, στην κηδεία του Κωστή Παλαμά. Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημά του και λέει: «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!». Το πένθος για τον ποιητή αποκτά συλλογικό περιεχόμενο. Η απαγγελία συμμετέχει στη μετατροπή της κηδείας σε εκδήλωση αντίστασης. Οι συγκεντρωμένοι αναγνωρίζουν στη γλώσσα και στο έργο του Παλαμά έναν κόσμο που η Κατοχή δεν μπορεί να καταργήσει. [10]

Η αρχική προσφώνηση του Σικελιανού είναι εξίσου χαρακτηριστική: «Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές, / δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...». Οι προστακτικές ζητούν ήχο, κίνηση, δημόσια παρουσία. Η χώρα καλείται να ακουστεί. Η ποιητική γλώσσα αντιστέκεται έτσι στην επιβεβλημένη σιωπή και μετατρέπει την τελετή του αποχαιρετισμού σε προσκλητήριο των ζωντανών.

Εδώ το ποίημα δεν περιγράφει απλώς μια πράξη αντίστασης. Συμμετέχει στην πραγματοποίησή της. 

Στη μεταπολεμική συλλογή του Βρεττάκου «Η παραμυθένια πολιτεία», του 1947, ανήκει το «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή». Δεν το παρουσιάζουμε ως ποίημα ειδικά για το αλβανικό μέτωπο. Το ακούμε ως στοχασμό για τη θυσία και την ευθύνη όσων επιζούν: [11]

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.

Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.»

Κατά την Κατοχή, αυτή η λειτουργία της λογοτεχνίας γίνεται ακόμη πιο καθαρή. Ο «Μπολιβάρ» του Νίκου Εγγονόπουλου γράφεται τον χειμώνα του 1942 προς 1943, κυκλοφορεί αρχικά σε χειρόγραφα αντίγραφα και διαβάζεται σε αντιστασιακές συγκεντρώσεις πριν δημοσιευθεί το 1944. Η επιλογή ενός ήρωα της Λατινικής Αμερικής δεν απομακρύνει το ποίημα από την Ελλάδα. Αντίθετα, ανοίγει τον ελληνικό αγώνα προς μια οικουμενική γεωγραφία της ελευθερίας. Η άρνηση της υποταγής αναγνωρίζεται έτσι ως δικαίωμα κάθε λαού που αντιστέκεται στην τυραννία. [12]

Ο γνωστός στίχος «Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας» χρειάζεται να διαβαστεί μέσα σε αυτό το άνοιγμα. Η ελληνικότητα γίνεται ένας τρόπος αναγνώρισης του ελεύθερου ανθρώπου. Και η ποιητική γεωγραφία είναι εντυπωσιακή: από την Ύδρα και τις Άνδεις φτάνουμε στην Καστοριά και στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Η μνήμη του ελληνισμού συναντά έναν μακρινό απελευθερωτικό αγώνα. Με αυτή τη συνάντηση ο Εγγονόπουλος προσφέρει στην πολιορκημένη φαντασία των αναγνωστών του έναν κόσμο ευρύτερο από τα σύνορα που επιβάλλει ο κατακτητής.

Ταυτόχρονα αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο κυκλοφορεί η λογοτεχνία. Χειρόγραφα, παράνομα έντυπα, τραγούδια, απαγγελίες σε σπίτια και συγκεντρώσεις δημιουργούν ένα διαφορετικό αναγνωστικό κοινό. Μεταφέρει κουράγιο, πληροφορία και αίσθημα κοινότητας. Σε χρόνια λογοκρισίας, ακόμη και η διάδοση ενός ποιήματος μπορεί να γίνει πολιτική πράξη.

Η εμπειρία του πολέμου συμπεριλαμβάνει βέβαια και τις γυναίκες και  εκτείνεται πέρα από το πεδίο της μάχης. Οι γυναίκες της Πίνδου μετέφεραν πολεμοφόδια και τρόφιμα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Γυναίκες κράτησαν οικογένειες και κοινότητες ζωντανές, εργάστηκαν ως νοσοκόμες, σύνδεσμοι και μέλη αντιστασιακών οργανώσεων, έκρυψαν καταδιωκόμενους, συμμετείχαν στον παράνομο Τύπο, φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν.

Η συμβολή τους δεν είναι υποσημείωση στο ανδρικό έπος. Είναι μέρος της ίδιας της ιστορικής του δομής. Και η γυναικεία γραφή βοήθησε να διευρυνθεί το λογοτεχνικό βλέμμα. Η Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη γράφει μέσα στην Κατοχή το «Νανούρισμα στην Κατοχή», τον «Ύμνο του ΕΛΑΣ» και άλλα αντιστασιακά ποιήματα και τραγούδια. Στα κείμενά της η ποίηση δεν προορίζεται μόνο για ανάγνωση. Η ποίηση γίνεται φωνή που μπορεί να απομνημονευθεί, να τραγουδηθεί και να περάσει από στόμα σε στόμα. [13]

Η Μέλπω Αξιώτη, ενεργή στην Αντίσταση, στρέφει την προσοχή στις γυναίκες που δεν παρακολουθούν απλώς την Ιστορία, αλλά τη δημιουργούν. Στο έργο της «Εικοστός αιώνας», που εκδίδεται το 1946, η μεγάλη Ιστορία περνά μέσα από τη ζωή της Πολυξένης και από τη γυναικεία εμπειρία της Κατοχής και της αντίστασης. 

Στο ανθολογημένο απόσπασμα του «Εικοστού αιώνα», με τίτλο «Από δόξα και θάνατο», η Πολυξένη ανακαλεί από τη φυλακή δύο σκηνές: το συσσίτιο των καλλιτεχνών στο Μουσείο και μια αντικατοχική διαδήλωση. Στην πρώτη, τα ονόματα των δημιουργών ακούγονται καθώς διανέμεται το φαγητό. Στη δεύτερη, το πλήθος δέχεται πυρά. Η ίδια γυναίκα θυμάται και τις δύο εμπειρίες. Μέσα από τη δική της συνείδηση, η επιβίωση και η αντίσταση γίνονται μέρη μιας κοινής δοκιμασίας. 

Στο συσσίτιο ακούγεται και το όνομα του Σικελιανού. Ας το σκεφθούμε δίπλα στην κηδεία του Παλαμά: ο ποιητής που δίνει φωνή στη συλλογική αξιοπρέπεια ανήκει και στον κόσμο της πείνας. Η Αξιώτη μάς επιτρέπει να κρατήσουμε μαζί αυτές τις δύο εικόνες. Το πνευματικό έργο δεν καταργεί τις υλικές ανάγκες του δημιουργού. Και η ανάγκη για ψωμί δεν ακυρώνει την ανάγκη για ελευθερία. Η παράλληλη ανάγνωση των δύο σκηνών αναδεικνύει τη συνύπαρξη της πνευματικής παρουσίας και της σωματικής δοκιμασίας.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, η Άλκη Ζέη θα μεταφέρει αυτή την εμπειρία στις νεότερες γενιές με τον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου», που κυκλοφόρησε το 1971. Η ιστορία αρχίζει στις παραμονές του πολέμου. Ο μικρός Πέτρος έχει τις δικές του έγνοιες, τις συνήθειες και τα αγαπημένα του πλάσματα. Η εισβολή και η Κατοχή αλλάζουν σταδιακά όσα θεωρούσε δεδομένα. Η πείνα, οι απώλειες και η συμμετοχή στην αντίσταση επιταχύνουν την ψυχική ωρίμανσή του. [16]

Ο Πέτρος είναι εννιά χρονών στην αρχή της ιστορίας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Οκτώβριο του 1944. Η Ζέη αξιοποιεί τη βιωμένη εμπειρία της εποχής μέσα σε μυθιστορηματική αφήγηση· δεν παραδίδει ημερολόγιο ενός πραγματικού παιδιού. Αυτή η διάκριση επιτρέπει να εκτιμήσουμε το έργο για εκείνο που προσφέρει: μια προσέγγιση της Ιστορίας μέσα από τις σχέσεις, τις απώλειες και τις αποφάσεις ενός παιδιού που μεγαλώνει πρόωρα.

Στο κατώφλι της Απελευθέρωσης, η προσδοκία της επιστροφής συνοδεύεται ήδη από αγωνία για το μέλλον. Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει τον «Τελευταίο σταθμό» στην Cava dei Tirreni της Ιταλίας, στις 5 Οκτωβρίου 1944. Η ημερομηνία προηγείται της απελευθέρωσης της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου. Ο ποιητής αναλογίζεται το τίμημα του πολέμου και αντιμετωπίζει με δυσπιστία την ιδιοτέλεια και τις εύκολες ηρωικές διακηρύξεις. Η ελευθερία πλησιάζει, αλλά το μέλλον παραμένει αβέβαιο. 

Στον «Τελευταίο σταθμό» ο Σεφέρης δίνει σε αυτή τη σκέψη ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, τον Μιχάλη, που φεύγει από το νοσοκομείο με ανοιχτές πληγές. Προς το τέλος του ποιήματος διαβάζουμε: «Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά». Ας ακούσουμε το βάρος του στίχου. Οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν δεν είχαν μπροστά τους τη γνώση που έχουμε εμείς. Δεν ήξεραν πότε θα τελειώσει η δοκιμασία, αν θα επιζήσουν, αν θα αναγνωριστεί η πράξη τους. 

Η «Ρωμιοσύνη» του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένη στα χρόνια 1945 έως 1947 και δημοσιευμένη αργότερα, ενώνει την εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης με τη μεγάλη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας. Το τοπίο, οι πέτρες, τα δέντρα και τα πρόσωπα γίνονται φορείς μιας επίμονης ανάγκης για ελευθερία και δικαιοσύνη. Εδώ, όμως, συναντούμε και τη βαριά σκιά του Εμφυλίου. Η ενότητα του 1940 δεν επιβίωσε αλώβητη. Η λογοτεχνία αρνήθηκε να σβήσει αυτή την αντίφαση. Την διατήρησε μαζί την περηφάνια και το τραύμα. 

Από αυτή τη διαδρομή αναδύονται τέσσερις όψεις της λογοτεχνικής μνήμης του πολέμου.

Πρώτον, ενισχύθηκε η παρουσία του καθημερινού ανθρώπου ως λογοτεχνικού ήρωα: του νεαρού ανθυπολοχαγού, της γυναίκας της Πίνδου, του πεινασμένου κατοίκου της πόλης, του παράνομου τυπογράφου, του παιδιού της Κατοχής.

Δεύτερον, ο ηρωισμός απέκτησε σύνθετη ανθρώπινη έκφραση. Δίπλα στη λεβεντιά στάθηκαν το πένθος, η σωματική δοκιμασία, η αγωνία και η αμφιβολία. Ο ήρωας δεν είναι άτρωτος. Είναι ευάλωτος και παρ' όλα αυτά επιλέγει να μην υποταχθεί.

Τρίτον, η λογοτεχνία απέκτησε επείγουσα δημόσια λειτουργία. Το ποίημα έγινε χειρόγραφο που κυκλοφορούσε κρυφά, τραγούδι που ένωνε μια ομάδα, επικήδειος που μετέτρεπε μια κηδεία σε διαδήλωση, μαρτυρία που προστάτευε όσα η εξουσία ήθελε να εξαφανίσει.

Τέταρτον, τα έργα αυτά εμπλούτισαν την εθνική μνήμη. Η λογοτεχνία δεν επέτρεψε στο 1940 να παραμείνει μια ακίνητη εικόνα νίκης. Το συνέδεσε με την Κατοχή, την πείνα, την Αντίσταση, την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο. Μας βοήθησε να δούμε τη συνέχεια και τις αντιφάσεις εκείνης της εποχής.

Δεν έχουν όλα τα κείμενα που αναφέραμε την ίδια σχέση με την 28η Οκτωβρίου. Ο Θεοτοκάς καταγράφει την ημέρα. Ο Ελύτης και ο Μπεράτης επεξεργάζονται την εμπειρία του μετώπου. Ο Σικελιανός και ο Εγγονόπουλος γράφουν μέσα στην Κατοχή. Η Ζέη επιστρέφει αργότερα στη δοκιμασία της γενιάς της. Αν τα τοποθετήσουμε σωστά στον χρόνο, η επέτειος γίνεται αφετηρία για να κατανοήσουμε μια ολόκληρη εποχή, χωρίς να συγχέουμε τα επιμέρους γεγονότα της.

Η 28η Οκτωβρίου μας θυμίζει ότι ένας μικρός λαός μπορεί να αντισταθεί σε μια υπέρτερη δύναμη, αλλά και ότι η ελευθερία δεν διατηρείται από μόνη της. Χρειάζεται πολίτες που σκέφτονται, δημιουργούς που μιλούν και κοινωνίες που δεν συνηθίζουν την αδικία.

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, στους ανθρώπους εκείνου του πρώτου πρωινού. Για εμάς είναι πρόσωπα της Ιστορίας. Για τους δικούς τους ήταν ο πατέρας, η κόρη, ο φίλος που περίμεναν να γυρίσει. 

Αν η σημερινή επέτειος μας οδηγήσει να ανοίξουμε ένα από αυτά τα έργα, να ακούσουμε καθαρότερα μια μαρτυρία, να μιλήσουμε στα παιδιά με περισσότερη γνώση, τότε η μνήμη θα έχει βρει συνέχεια. Και το ερώτημα θα παραμένει ζωντανό:

Όταν η αξιοπρέπεια, η ελευθερία και η αλήθεια δοκιμάζονται, ποια στάση είμαστε εμείς έτοιμοι να κρατήσουμε;

Σας ευχαριστώ.