«Ἄσκηση καί κάθαρση κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο»

Γράφτηκε από τον/την Orthros Ενεργό .

πρωτ. Ἀντωνίου Μπουσδέκη

(ὁμιλία τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου πρωτ. Ἀντωνίου Μπουσδέκη,
ἐφημερίου Ἱ.Ν. Ἁγίου Νικολάου Νικαίας,
κατά τήν ἐπετειακή ἐκδήλωση τῆς ΕΣΤΙΑΣ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ  ΜΕΛΕΤΩΝ
στό Δημαρχεῖο Ἀμαρουσίου τήν 24η Ἰαν 2014)

AgGrigoriosTheologos

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί.

Σᾶς καλωσορίζουμε στήν ἐπετειακή ἑορτή τῆς Ἑστίας μας.

Ἕνας νέος χρόνος ξεκίνησε πρίν ἀπό λίγες μέρες, μέσα σέ πολύ δύσκολες συνθῆκες καί μέ τίς πιό δυσοίωνες προβλέψεις γιά τό μέλλον.  Συνεχιζόμενες ἀπολύσεις, μειώσεις τῶν μισθῶν, αὔξηση τῆς φορολογίας, χαράτσια, αὐξήσεις τιμῶν στά εἴδη πρώτης ἀνάγκης. Παράλληλα, συστηματική εὐτέλιση ὅλων τῶν θεσμῶν·  διάβρωση καί συστηματική ἀποχριστιανοποίηση τῶν παιδιῶν μας μέσα ἀπό τά νέα προγράμματα σπουδῶν (ἀλλοίωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, διδαχή ὅλων τῶν θρησκειῶν καί ἐξίσωση μέ τή μοναδική ὀρθόδοξη πίστη στόν ἕνα Τριαδικό Θεό). 

Προσπάθεια ἀπομά­κρυνσης τῶν εἰκόνων καί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀπό τίς Δημόσιες ὑπηρεσίες μας.  Τό δημόσιο σύστημα ὑγείας γκρεμίζεται γιά νά ἀνακαινισθεῖ! καί οἱ Ἕλληνες πού ἔχουν πληρώσει ἑκατομμύρια εἰσφορῶν γιά τήν ὑγεία μένουν ἀκάλυπτοι, ἀναγκασμένοι πάμπολλες φορές νά πληρώνουν (ὅσοι ἔχουν βέβαια καί οἱ ὑπόλοιποι νά ταλαιπωροῦνται καί νά πεθαίνουν), γιά νά θεραπεύσουν μιά ἀρρώ­στια ἤ νά ὑποβληθοῦν σέ ἕνα χειρουργεῖο.  Ἀντί νά δημιουργοῦνται νέα νοσοκομεῖα γιά τίς πάμπολλες ἀνάγκες τῶν πολιτῶν συγχωνεύονται καί καταργοῦ­νται καί αὐτά πού ὑπάρχουν, διότι τάχα δέν χρειάζονται.  Ἀπολύονται χιλιάδες ἰατροί ἀπό τή δημόσια ὑγεία γιατί ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ὑπεράριθ­μοι, μέ κίνδυνο σέ λίγο νά μή βρίσκουμε γιατρούς κάποιων εἰδικοτήτων… Ὁποιοσδήποτε τομέας στή χώρα μας πάει καλά, κοιτοῦν μέ κάθε εἴδους τροπολογίες νά τόν διαλύσουν.  Ἐπί­σης σημαντικά θέματα, ὅπως ἡ νομιμοποίηση τῶν ἀμβλώσεων, ὁ πολιτικός γάμος, τό σύμφωνο συμβιώσεως, ἡ προώθηση τῆς ὁμοφυ­λοφιλίας μέ τή χρηματοδότηση τῶν παρελάσεών τους!!! ξεκίνησαν ἀπό τό παρελθόν καί συνεχίζονται καί ἐπεκτείνονται.

Αὐτή τή φρικτή, περισσότερο ἀπό ὁποτεδήποτε ἄλλοτε, ἀνθρωπίνως σταυρώσιμη κατάσταση, ἔφεραν στή πατρίδα μας σήμερα, οἱ δικοί μας ἄρχοντες. Ὁ ἑλληνικός λαός τούς ἐμπιστεύθηκε, τούς ἔβαλε στήν ἐξουσία γιά νά τόν προστατέψουν, γιά νά βελτιώσουν τίς συνθῆκες ζωῆς καί αὐτοί μᾶς πρόδωσαν, ὑπακούοντας τυφλά στά προστάγματα τῶν ξένων κατακτητῶν, μήν ὑπολογίζοντας καθόλου τόν Ἑλληνικό λαό.  

«Σήμερα» ὅπως λέει καί ὁ π. Σαράντης Σαράντος σέ μιά ὁμιλία του γιά τά 2000 φύλλα τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου «λό­γῳ αὐτῆς τῆς ἰταμῆς κατοχῆς πού ὑφιστάμεθα ὡς ὀρθόδοξο ἔθνος, πονᾶμε καί ὀδυνώ­μεθα περισσότερο γιά τό γενικό ξεπούλημα τῆς πατρίδας μας, πού γίνεται ἀπό αὐτούς πού γενναῖα καί θαρραλέα θά ἔπρεπε νά ἀντιστέκονται καί νά προστατεύουν τό λαό τους.  Θά ἀναμενόταν  νά εἶχαν ἀναρτήσει σέ ὅλα τά σύνορα, σέ ὅλες τίς ἄκρες τῆς χώρας μας ἕνα τεράστιο ΟΧΙ ἤ τό ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» καί πιό κάτω συνεχίζοντας λέει: «Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι δέν εἴμαστε μονοφυσῖτες. Δέν ἐνδιαφερόμαστε μόνο γιά τά πνευματικά.  Πρωτίστως βέβαια ἐνδιαφερόμαστε γιά τήν ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή. Ἀλλά, ἐπειδή ὁ Κύριός μας ἦταν καί εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος, μᾶς «ὑποχρεώνει» νά φροντίζουμε καί γιά τά ἀνθρώπινα. Ἄλλωστε αὐτός ὁ χῶρος, ἡ στρατευομένη μας Ἐκκλη­σία, εἶναι αὐτή ἡ ὁποία μᾶς προετοιμάζει, μᾶς ἀσκεῖ, μᾶς ἀθλεῖ γιά νά ἔχουμε τή δυνατότητα τῆς πραγματικῆς ἐλπίδας καί τῆς πραγματώσεως τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἡ μετοχή μας στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐν γένει διαγωγή μας στήν ἐπίγεια στρατευομένη μας Ἐκκλησία»[1]

Ξεκινᾶμε λοιπόν στενοχωρημένοι τό 2014.  Ἡ Ἑστία Πατερι­κῶν Μελε­τῶν ζεῖ τό δρᾶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κάνει παρεμβάσεις ὅπου μπορεῖ καί προσπαθεῖ νά σταθεῖ κοντά στούς ἀνθρώπους. 

Ἡ στενοχώρια ὅμως αὐτή δέν μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀδράνεια ἤ σέ κατάθλιψη, ἀλλά σέ προβληματισμό, σέ ἐνεργοποίη­ση τῶν δυνάμεών μας, σέ ὅ,τι χρειάζεται γιά νά κάνουμε τόν καλό μας Θεό νά παρέμβει καί νά διορθώσει τά πράγματα. 

Σήμερα γιορτάζουμε καί τιμᾶμε τόν προστάτη τῆς Ἑστίας μας, τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο, ὁ ὁποῖος ἔζησε σέ μιά πολύ δύσκολη περίοδο γιά τήν Ἐκκλη­σία μας, σέ μιά περίοδο πού κινδύνευε νά ἀλλοιωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας.  Κάτι ἀντίστοιχο μέ τή σημερινή Ἑλλάδα μας.  Ἡ ὀρθό­δοξη διδασκαλία βέβαια δέν ἦταν τότε ἀκόμα διατυπωμένη καί κατωχυρωμένη θεολογικά καί αὐτό δυσκόλευε ἀκόμα περισσότερο τά πράγματα.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στή Ναζιανζό τό 329 μ.Χ. Χειροτονήθηκε ἱερέας τό 360 μ.Χ. καί τό 373 μ.Χ. ἐπίσκοπος στήν ἄσημη καί ἄγνωστη πόλη τῶν Σασίμων.  Μπροστά ὅμως στόν Ἀρειανικό κίνδυνο καλεῖται νά ἀναλάβει τόν Πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί νά στηρίξει τούς λίγους ἐναπομείναντας Χριστιανούς.

Ἔφτασε λοιπόν τό 378 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, κάτω ἀπό φοβερές συνθῆκες, γιά νά ἀναλάβει τόν Πατριαρχικό Θρόνο καί νά ἀνορθώσει τήν Ὀρθοδοξία.  Ἡ κατάσταση τότε στήν Κωνσταντινούπολη ἦταν δραματική.  Οἱ Ἀρειανοί, μέ τίς πλάτες τοῦ ἀρειανόφρονα αὐτοκρά­τορα Οὐάλη, εἶχαν καταλάβει στήν κυριολεξία ὅλους τούς ναούς.  Οἱ Ὀρθόδοξοι φοβισμένοι, διασκορπισμένοι, φαινόταν ἕτοιμοι νά ἐξαφανιστοῦν.  Μέσα σ’ αὐτό τό κλῖμα ἐμφανίστηκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος.  Ἡ ὑποδοχή μέ πετροβολητό και μέ βρισιές.  Εὐτυχῶς γλύτωσε τά χτυπήματα.  Τί νά κάνει τώρα ἕνα μικρό καχεκτικό ἀνθρωπάκι πού δέν γέμισε τό μάτι ἀκόμα καί στούς λίγους Ὀρθοδόξους πού τόν περίμεναν στήν παραλία καί τόν γλύτωσαν καί ἀπό τά χειρότερα!  Ἀκόμα καί ὁ πλούσιος Ἀβλάβιος ὁ ὁποῖος θά τόν φιλοξενοῦσε, μέ τό πού τόν εἶδε ἔχασε πᾶσαν ἰδέα.  Εἶχαν ἀκούσει τόσα… Μόλις ὅμως ἄρχισε νά μιλάει, τότε ὅλοι κατάλαβαν τό θησαυρό πού ἔκρυβε μέσα του.

Οἱ πρῶτες λειτουργίες γίνονταν μέσα σέ διαρρυθμισμένα σπίτια, ὅπου ὁ Γρηγόριος μιλοῦσε καί θεολογοῦσε καί σαγήνευε τούς πάντες.  Στόν πρῶτο πρόχειρο ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας πού δημιούργησαν, ἐκφώνησε τούς περίφημους Θεολογικούς του λόγους.  Ἡ φήμη του ἄρχισε νά διαδίδεται σ’ ὅλη τήν πόλη.  Ὅλοι ἤθελαν νά τόν ἀκούσουν, νά δοῦν τή λάμψη τήν ὁποία εἶχε ὅταν μιλοῦσε, ὅταν λειτουργοῦσε καί νά στηριχθοῦν στήν πίστη. 

AgGrigoriosTheologos1Ὅμως τί ἦταν αὐτό πού βοήθησε τόν ἅγιο Γρηγόριο νά φτάσει σ’ αὐτό τό σημεῖο νά ὀρθοτομεῖ τό λόγο τῆς ἀληθείας, νά καταυγάζεται ἀπό τό ἄκτιστο φῶς καί τελικά νά ἀνορθώσει τήν ὀρθή πίστη στούς παρασυρμένους χριστιανούς;

ἄσκηση καί ἡ κάθαρση τῆς καρδίας καί ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, πού ἀκολούθησε σά φυσικό ἀποτέλεσμα. Μέσα ἀπό τά ἔργα του ἀντιλαμβανόμαστε τό διαρκῆ ἀγώνα του γιά αὐτά τά καθοριστικά θέματα γιά τή ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ.  Ζοῦσε σέ μιά διαρκή ἄσκηση καί σέ μιά διαρκή φυλακή τοῦ νοός. 

Ἀπό πολύ μικρή ἡλικία ἔδειξε μεγάλη προθυμία, ἐπιμέλεια καί ζῆλο γιά νά σπουδάσει.  Βασικές σπουδές ἔγιναν στή Ναζιανζό καί στή συνέχεια στήν Καισάρεια, στήν Ἀλεξάνδρεια καί τέλος στήν Ἀθήνα.  Πάντα πρῶτος, μέ πολύ ἐνδιαφέρον καί πολύ κόπο, κατόρθωσε νά ἀποκτήσει τήν κατά κόσμον σοφία!  Ὅμως στιγμή δέν ἔπαψε, μαθημένος ἀπό παιδί, ἀπό τήν μητέρα του τήν ἁγία Νόννα, νά ἐπιδίδεται συστηματικά καί στίς πνευματικές σπουδές, ἀσκώντας τό σῶμα καί τήν ψυχή μέ ὅλες τίς ἀσκήσεις πού ἡ Ἐκκλησία προτείνει.  Νηστεῖες, ἀγρυπνίες, ἀτέλειωτες προσευχές.  Τό καταστάλαγμα αὐτῆς τῆς γνώσης καί ἐμπειρίας τοῦ ἁγίου μας, ἦταν ἕνας διακαής πόθος γιά τήν ἀναχώρηση. 

Ὁ διακαής αὐτός πόθος του πολύ γρήγορα ἔγινε πράξη καί ἀνεχώρησε στόν Πόντο, κοντά στόν Ἴρη ποταμό, μέ τό φίλο του τό Μέγα Βασίλειο. Ἐκεῖ μόνοι μαζί μέ τόν Θεό μπῆκαν σ’ ἕνα αὐστηρό ἀσκητικό πρόγραμμα.  Γράφει γιαυτή του τήν ἀπόφαση:

 «Ἐβουλήθην ἐν καιρῷ μέν παντί νεκρωθῆναι τῷ βίῳ καί ζῆσαι τήν ἐν Χριστῷ κεκρυμμένην ζωήν καί γενέσθαι τι μεγαλέμπορος, πάντων ὧν ἔχω τόν τίμιον ὠνησάμενος μαργαρίτην καί ἀντιδούς τά ῥέοντα καί συρόμενα τῶν ἑστώτων καί οὐρανίων· ἥπερ δή πραγματειῶν μεγίστη καί βεβαιοτάτη τοῖς γε νοῦν ἔχουσιν».

Θέλησα κάποτε νά νεκρώσω τήν ζωή μου καί νά ζήσω τή μυστική ζωή τοῦ Χριστοῦ καί κατά κάποιο τρόπο νά γίνω μεγαλέμπορος, ἀφοῦ θά εἶχα ἀγοράσει τό πολύτιμο μαργαριτάρι μέ ὅλα ὅσα ἔχω καί θά εἶχα δώσει ὡς ἀντάλλαγμα γιά πράγματα μόνιμα καί οὐράνια, πράγματα πρόσκαιρα καί μεταβλητά.  Πρᾶγμα τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν πιό μεγάλη καί ἀσφαλῆ ἀγορά, γιά ἐκείνους βέβαια πού μποροῦν νά κρίνουν.[2]

Ἀργότερα ὁ ἴδιος σ’ ἕνα ἀπό τά ποιήματά του  παρουσιάζει τόν τρόπο πού ζοῦσαν:  

Τά ὅπλα τῆς ἀσκήσεως

«Ἧν ὅτε κάρτος ἔσχεκον ἐν ἡϊθέοισι μέγιστον,

Καί με Χριστός ἄναξ ἦγεν ἐπ’ ἀντιπάλῳ,

Στερροτέρην ἀδάμαντος ἐνί φρεσίν πίστιν ἔχοντα,

Τεύχεσί τε κρατεροῖς πάντοθεν φραξάμενον.

Θείοις μέν λογίοις ἐμόν νόον ἁγνόν ἔτευξα,

Γράμματος ἐξ ἱεροῦ Πνεῦμα’ ἀναμαξάμενος,

οἷς βίβλων τοπάτοιθερ πικρήν ἐξέπτυον ἅλμην,

κάλλος ἐπιπλάστοις χρώμασι λαμπόμενον.

Σάρκα δ’ ἐμήν ζείουσαν, ἐπεί νεότητι τεθήλοι,

πολλοῖς καί πυκνοῖς ἔξεον ἐν καμάτοις.

Γαστρί μέν ὕβριν ἔπαυσα κόρου, καί γείτονα λύσσαν,

ὄμμα δ’ ἐνί βλεφάροις πῆξα σαοφροσύνῃ.

Βρῆξα χόλῳ καί δῆσα μέλη, καί κλαῦσα γέλωτα.

Πάνθ’ ὑπόειξε Λόγῳ· πάντ’ ἔθανε τά πάρος.

Γαίη, κοῖτος ἐμοί· πλευρῶν ἄκος, ἐΐματα λυπρά·

Φάρμακον ἀγρυπνίης, χῶρος ἐμῶν δακρύων. 

Ἤμασι νῶτος ἔκαμψα καί ὕμνοις παννυχίοισι

Στηλώθην, βροτέης ἔκπνοος εὐπαθίης.

Ταῦτα πάρος· σάρκες γάρ ἐπέζεον, αἷσι μέμηλεν

Οὐρανίης ἀνόδου φῶτα μέγαν κατέχειν».

Κάποτε εἶχα πάρα πολύ μεγάλη δύναμη ἀνάμεσα στούς νέους

καί ὁ βασιλιάς Χριστός μέ ὁδηγοῦσε κατά τοῦ ἀντιπάλου,

ἡ πίστη στήν καρδιά μου ἦταν πιό στερρή καί ἀπό διαμάντι,

καί ἀπό παντοῦ ἤμουν φραγμένος ἀπό ὅπλα δυνατά.

Μέ τούς θείους λόγους ἐξάγνισα τό νοῦ μου,

ἀναλαμβάνοντας Πνεῦμα ἀπό τίς Γραφές·

καί μέ αὐτούς ἔφτυνα τήν πικρή ἅλμη τῶν προηγουμένων βιβλίων,

τήν ὀμορφιά πού ἔλαμπε μέ ψεύτικα χρώματα.

(Ἔνιωθε ὅτι μέ τούς θείους λόγους πληρώνεται, γεμίζει ἡ καρδιά του μέ ὅ,τι τοῦ χρειάζεται καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν ψεύτικη ὀμορφιά καί τήν πικρή ἅλμη τῶν προηγουμένων βιβλίων. Ἔνιωθε νά ὑποχωρεῖ καί νά φεύγει σάν ἄχρηστη ἡ κοσμική σοφία ὅταν «ἀνελάμβανε Πνεῦμα ἀπό τίς Γραφές».) 

Καί τή σάρκα μου πού ἄναβε, ἐπειδή ἡ νεότητα ἦταν στό ἄνθος της,

τήν κούραζα μέ πολλούς καί πυκνούς κόπους.

Ἀπάλλαξα τήν κοιλιά ἀπό τήν ὕβρη τοῦ κόρου καί τή γειτονική λύσσα,

ἔδεσα τά μάτια κάτω ἀπό τά βλέφαρα μέ τή σωφροσύνη.

Ἀγρίεψα κατά τοῦ θυμοῦ, ἔδεσα τά μέλη, ἔκοψα τό γέλοιο.

Ὑποτάχτηκαν ὅλα στό λόγο· νεκρά ὅλα τά παλιά.

Τό χῶμα ἦταν τό κρεββάτι μου·

προφύλαγμα τῶν πλευρῶν ἄθλια κουρέλια.

Φάρμακο ἀγρυπνίας τά δάκρυά μου καί μέ ὁλονύκτιους ὕμνους.

Στήθηκα ὀρθός, χωρίς σκέψη γιά τήν ἀνθρώπινη κούραση.

Αὐτά πρῶτα· γιατί ἄναβε ἡ σάρκα καί προσπαθοῦσε

νά ἐμποδίσει τό μεγάλο δένδρο νά ἔλθει στό οὐράνιο φῶς.[3]

Διαβάζοντας αὐτό τό κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου νομίζω πώς ὅλοι μας καταλαβαίνουμε γιά τί ἀσκήσεις μιλοῦν αὐτοί οἱ ἅγιοι.  Ἔτσι κατόρθωσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος νά ὑποτάξει τά πάθη του, τίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας, πού τόν ἐμπόδιζαν στή ζωή τῆς ἀρετῆς· καί ἀκόμα περισσότερο δέν τόν ἄφηναν νά προχωρήσει στήν πολυπόθητη τελειότητα.  Τό κυριότερο εἶναι ὅτι ὅλα αὐτά γίνονταν ἁπλᾶ, φυσικά καί ἔχοντας τό φρόνημα ὅτι ὅλα τά  κάνουν γιά τόν Χριστό.  Λέει χαρακτηριστικά σ’ ἕνα ἄλλο ποίημα:

Ὁ ἄριστος τρόπος

«Ἄλλων δ’ αὖ χρυσός τε καί ἄργυρος,οἵ φιλέοντες

νηρίθμοις κτεάτεσσιν ἐφεζόμενοι μελεδαίνειν,

βαιήν τέρψιν ἔχουσι, πολύν πόνον.  Αὐτάρ ἔμοιγε

μάζα φίλη, γλυκύ δ’ ὄψον, ἄλες, σχεδίη δέ τράπεζα·

νηφάλιον δ’ ἐπί τοῖσιν ὕδωρ ποτόν· οὗτος ἄριστος

πλοῦτος ἐμοί καί Χριστός ἐμόν νόον αἰέν ἀείρων».

Γιά ἄλλους εἶναι ὁ χρυσός καί ὁ ἄργυρος· αὐτοί εἶναι πού νοιώθουν εὐχαρίστηση νά φροντίζουν διαρκῶς τά ἀναρίθμητα κτήματα καί νά δοκιμάζουν λίγη χαρά καί πολύ πόνο.  Σέ μένα ὅμως φθάνει τό ψωμί, καί γλυκό προσφάι, τό ἁλάτι καί τό τραπέζι πρόχειρο.

Καί πάνω ἀπό αὐτά πιοτό πού δέν μεθάει, τό νερό.  Αὐτός εἶναι ἄριστος

πλοῦτος γιά μένα, καί ὁ Χριστός πού πάντα ἀνεβάζει τό νοῦ ψηλά.[4]

Ἄς προσέξουμε, ὅτι ζώντας αὐτή τή ζωή εἶχε μιά πληρότητα πού ἐκφράζεται μέ τή σπουδαία φράση: «Αὐτός εἶναι ἄριστος πλοῦτος γιά μένα, καί ὁ Χριστός πού πάντα ἀνεβάζει τό νοῦ ψηλά».  Αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς πού ζοῦσε, τόν εἶχε ὁδηγήσει πολλές φορές σέ ἁρπαγή, πρᾶγμα πού πλημμύριζε τήν καρδιά του ἀπό τήν ἀνέκφραστη χαρά τοῦ Παραδείσου καί τόν ὁδηγοῦσε σέ ἀγῶνες ἀκόμα δυσκολότερους καί ἀνώτερους.

Πρότυπά του ἦταν ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού καθ’ ὑπερβολήν δουλαγώγησαν τό σῶμα τους μέ ἀκραῖες ἀσκήσεις, φτάνοντας σέ ὑπέρ φύσιν καταστάσεις καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἥλκυ­σαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νέκρωσαν τά πάθη καί ἑνώθηκαν μέ τό Θεό.  Λέει γιά τίς ἀσκήσεις αὐτῶν τῶν ἁγίων:

Ἔνθεοι τρόποι ἀσκήσεως

«Ἐντεῦθεν οἱ μέν δέσμιον σαρκός πάχος

Θέντες σιδήρῳ, τόν κόρον κατέσβεσαν·

Οἱ δέ ζόφῳ τε καί στενοῖς οἰκήμασιν

ἤ ῥήγμασι κλεισθέντες ἀγρίων πετρῶν,

βλάβην ἐπέσχον τῶν πλάνων αἰσθήσεων.

Ἄλλοι τε δ’ ἐρημίαιες τε καί θηρῶν νάπαις,

Τήν θηριώδη τοῦ φυγεῖν ἀμαρτίαν,

αὐτούς ἔδωκαν, ἔκφυλον ζῶντες βίον,

τοῦθ’ ὅ βλέπουσι κόσμον εἰδότες μόνον.

Σάκκῳ τις ἄλλος, καί σποδῷ καί δακρύοις

εἴλκυσεν οἶκτον, καί χαμευνίας πόνῳ,

στάσει τε νυκτῶν ἡμερῶν τε πλειόνων,

μηνῶν τε, τούτου μεῖζον· εἰ δ’ εἴποιμι ἐτῶν,

ἄπιστον οἶμαι, πλήν ἐμοί πιστόν λίαν,

ὅσοι τ’ ἐπόπται τῶν φίλων τοῦ θαύματος.

Πίστις γάρ ἐστήλωσε καί φόβος Θεοῦ,

Τόν νοῦν πρόωρον ἀρπάσας τῶν σωμάτων.

Ξένον δ’ ἀκούσῃ καί ποτοῦ καί σιτίων

ὄψον, σποδόν τε καί δάκρυον μεμιγμένωνο,

ἄναρτον, ὥςἄνυδρον Οἰ δ’ ἄλλοι βίον.

Ἅ μοι δοκοῦσι καί δύσεωε νικᾶν νόμους,

ζήλου φέροντος ἄχρις ἐκτόπων ὁδῶν».

 

Ἔτσι ἄλλοι τό πάθος τῆς σάρκας δεμένο ρίχνοντάς το

Σέ σιδερένια δεσμά, ἔσβεσαν τήν φλόγα τοῦ κόρου·

ἄλλοι σέ σκοτεινές καί σέ στενές κατοικίες

ἤ σέ σχισμάδες ἄγριων βράχων κλεισμένοι,

σταμάτησαν τήν βλάβη πού προέρχεται ἀπό τίς πλανερές αἰσθήσεις.

Ἄλλοι στίς ἐρημιές καί στούς τόπους τῶν ἀγριμιῶν,

Γιά νά φεύγουν τήν ἁμαρτία πού μοιάζει μέ θηρίο,

παρέδωσαν τόν ἑαυτό τους, ζώντας ὄχι ἀνθρώπινη ζωή,

θεωρώντας ὡς κόσμο μόνο αὐτό πού ἔβλεπαν. 

ἄλλος μέ τόν σάκκο καί μέ τήν τέφρα καί μέ τά δάκρυα

τράβηξε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί μέ τόν πόνο τῆς χαμαικοιτίας

καί μέ τήν ὀρθοστασία γιά πολλές μέρες καί νύχτες

καί γιά μῆνες, καί ἀκόμη πιό πολύ ἄν πῶ γιά χρόνια,

νομίζω δέν θά πιστευθεῖ, ἀλλά γιά μένα εἶναι πολύ ἀληθινό

καθώς καί γιά ὅσους φίλους εἶδαν τό θαῦμα μέ τά μάτια τους.

Ὁ φόβος καί ἡ πίστις τοῦ Θεοῦ τούς ὕψωσε σάν στῆλες

ἁρπάζοντας πρόωρα τόν νοῦ πρίν ἀπό τά σώματα·

καί θ’ ἀκούσεις παράξενα ποτά καί φαγητά·

γιά προσφάγι στάχτη ἀναμεμιγμένη μέ δάκρυα,

καί ἄλλοι μιά ζωή χωρίς ψωμί καί νερό.

Αὐτά νομίζω ὅτι νικοῦν τούς νόμους τῆς φύσεως,

διότι ὁ ζῆλος ὁδηγεῖ σέ δρόμους πάνω ἀπό τή λογική.[5]

Βλέπουμε τόν ἅγιο νά παρουσιάζει τά πρότυπά του ἀλλά ταυτόχρονα νά μᾶς παρουσιάζει καί τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀκραίων ἀσκήσεων πού εἶναι πάνω ἀπό τή λογική. «Ὁ φόβος καί ἡ πίστις τοῦ Θεοῦ τούς ὕψωσε σάν στῆλες ἁρπάζοντας πρόωρα τόν νοῦ πρίν ἀπό τά σώματα·».  Βλέπουμε πῶς ἐξηγεῖ αὐτή τήν ὑπέρβα­ση τῶν νόμων τῆς φύσεως: «Διότι ὁ ζῆλος ὁδηγεῖ σέ δρόμους πάνω ἀπό τήν λογική».  Εἶναι αὐτός ὁ ζῆλος πού ἑλκύει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἐκτός ἀπό αὐτόν τόν ζῆλο ἀπαραίτητη εἶναι καί ἡ ἀνδρεία τοῦ ἀγωνιζομένου.

«Ἀνδρεία ἐστί πρός τά δεινά στεῤῥότης

Θράσος δέ, θάρσος πρός τά μή τολμητέα»

Ἀνδρεία εἶναι ἡ σταθερότητα στά δεινά·

ἐνῶ θράσος, τό θάρρος γι’ αὐτά πού δέν πρέπει νά τολμᾶ κανείς.[6]

Ἐπίσης ἐπειδή ὁ ἅγιος ξέρει πολύ καλά πόσο δύσκολος καί τραχύς εἶναι ὁ πνευματικός ἀγώνας ἀλλά καί πόσες εὐλογίες καί θεϊκές χαρές ἔχει, γιά νά κρατήσει τίς ἰσορροπίες λέει, προσέχετε:

Ἀπόγνωση καί θάρρος.

«Μή σφόδρα θαρρεῖν, μηδ’  ἀπελπίζειν ἄγαν. Τό μέν γάρ ἐκλύει σε τῷ δ’ ἀνατρέπῃ…».

Οὔτε νά ἔχης μεγάλο θάρρος, οὔτε νά ἀπελπίζεσαι ὑπερβολι­κά· τό πρῶτο σέ ἐξασθενεῖ, τό δεύτερο σέ ρίχνει κάτω.[7]

Πόσο ἀγάπησε τό Χριστό!  Προσπάθησε ὁ ἴδιος ἀλλά καί σέ μᾶς προτείνει νά περάσουμε ἀπό ὅλες τίς ἡλικίες τοῦ Χριστοῦ, σάν μαθητές Του.

Εἶναι ταφή καί ἀνάστασις.

«Διά πασῶν ὅδευσον ἀμέμπτως τῶν ἡλικιῶν Χριστοῦ καί δυνάμεων ὡς Χριστοῦ μαθητής.  Ἀγνίσθητι, περιτμήθητι, περιελοῦ τό ἀπό γενέσεως κάλυμμα.  Μετά τοῦτο δίδαξον ἐν τῷ ἱερῷ, τούς θεοκαπήλους ἀπέλασον· λιθάσθητι ἄν τοῦτο δέῃ παθεῖν· λήσῃ τούς βάλλοντας, εὖ οἶδα, φεύξῃ καί διά μέσου αὐτῶν ὡς Θεός.  Ὁ Λόγος γάρ οὐ λιθάζεται.  Ἄν Ἠρώδη προσαχθῆς, μηδέ ἀποκριθῆς τά πλείω.  Αἰδεσθήσεταί σου καί τήν σιωπήν πλέον ἤ ἄλλων τούς μακρούς λόγους.  Ἄν φραγγελωθῇς καί τά λειπόμενα ζήτησον.  Γεῦσαι χολῆς, διά τήν γεῦσιν· ὄξος ποτίσθητι, ζήτησον ἐμπτύσματα, δέξαι ῥαπίσματα, κολαφίσματα· ἀκάνθαις στεφανώθητι, τῷ τραχεῖ κατά Θεόν βίου· περιβαλοῦ τό κόκκινον, δέξαι κάλαμον, προσκυ­νήθητι παρά τῶν παιζόντων τήν ἀλήθειαν.  Τέλος, συσταυρώθητι, συνεκρώθητι, συντάφηθι προθύμως, ἵνα καί συναναστῇς καί συνδοξασθῇς καί συμβασιλεύσῃς, Θεόν ὁρῶν ὅσον ἐστί, καί ὁρώμενος, τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενόν τε καί δοξαζόμενον, ὅν καί νῦν τρανοῦσθαι ἡμῖν εὐχόμεθα, ὅσον ἐφικτόν τοῖς δεσμίοις τῆς σαρκός, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν…».

 Πέρνα χωρίς μομφή ἀπό ὅλες τίς ἡλικίες καί τίς δυνάμεις τοῦ Χριστοῦ, σάν μαθητής τοῦ Χριστοῦ.  Καθαρίσου, κάνε περιτομή, ἀφαίρεσε τό κάλυμμα πού ἔχεις ἀπό τή δημιουργία.  Ὑστερα δίδαξε στό ἱερό, διῶξε ἀπό ἐκεῖ αὐτούς πού ἐμπορεύονται τόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἄφησε νά σέ λιθοβολήσουν, ἄν θά πρέπει νά τό πάθεις.  Γνωρίζω καλά ὅτι θά ξεφύγεις ἀνάμεσα ἀπό αὐτούς πού σέ λιθοβολοῦν, ὡς Θεός.  Διότι ὁ Λόγος δέν λιθοβολεῖται.  Ἄν σέ ὁδηγήσουν μπροστά στόν Ἡρώδη, μήν τοῦ ἀπαντήσεις στά περισσότερα.  Θά σεβασθεῖ τή σιωπή σου περισσότερο ἀπό ὅσο θά σεβασθεῖ τούς πολλούς λόγους τῶν ἄλλων.  Ἄν σέ φραγγελώσουν, ζήτησε ἐμπτυ­σμούς, δέξου κτυπήματα καί ὕβρεις, σταφανώσου μέ τά ἀγκάθια τοῦ δύσκολου δρόμου τοῦ Θεοῦ, ντύσου τήν κόκκινη χλαμύδα, δέξου τό καλάμι, ἄφησε νά σέ προσκυνήσουν ἐκεῖνοι πού εἰρωνεύονται τήν ἀλήθεια.  Τέλος σταυρώσου μαζί μέ τό Χριστό, νεκρώσου μαζί Του, κατέβα πρόθυμα στόν τάφο μαζί Του, γιά νά ἀναστηθεῖς καί νά δοξασθεῖς καί νά βασιλεύσεις μαζί Του, βλέποντας ὅσο εἶναι δυνατό καί ὅπως μπορεῖς νά δεῖς τό Θεό, πού προσκυνεῖται καί λατρεύεται ὡς Τριάδα, καί ὁ ὁποῖος εὐχόμαστε τώρα νά φανερωθεῖ καθαρά καί σέ μᾶς, ὅσο μπορεῖ νά φανερωθεῖ βέβαια σέ αὐτούς πού εἶναι αἰχμάλωτοι στή σάρκα, μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ…[8]

Αὐτό τό θυσιαστικό καί ἀσκητικό φρόνημα πού βρίσκουμε στή ζωή καί στό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τή συστηματική κάθαρση τῆς καρδίας. 

Ὁρισμός.

«Κάθαρσίς ἐστιν ἔκπλυσις μολυσμάτων.

Μολυσμόν οἶδα καί τύπωσιν τῶν κακῶν».

Ἡ κάθαρσις εἶναι πλύσιμο ἀπό τούς μολυσμούς.

Καί μολυσμός εἶναι ἡ τύπωσις μέσα μου τῶν κακῶν.[9]

Δηλαδή εἶναι κάτι βαθύτερο.  Μία κάθαρση πού φτάνει μέχρι τήν ἄρση τῆς  «τύπωσης τῶν παθῶν».

Τόσο σημαντική τήν θεωροῦσε, πού ἔλεγε:

Χρειάζεται συνεχής ἀγώνας

«Μόνον ἀεί φιλοπόνει τήν κάθαρσιν, ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ τιθέμενος».

Μόνον νά προσέχεις πάντοτε νά καλλιεργεῖς φιλόπονα τήν κάθαρσή σου ἀπό τά πάθη, ἀσκώντας μέσα στήν καρδιά σου ἀναβάσεις.[10]

Αὐτόν τόν ἀγῶνα περιμένει ἀπό μᾶς ὁ Θεός καί γιά νά μᾶς ἐνισχύσει σ’ αὐτόν, τονίζει:

Τό πιό τίμιο γιά τόν Θεό.

«Ἁγνίσωμεν τοίνυν ἡμᾶς αὐτούς, ἀδελφοί, τοῖς μάρτυσι· μᾶλλον δέ, ᾧ κἀκεῖνοι δι’ αἵματος καί τῆς ἀληθείας ἡγνίσθησαν… παραστήσωμεν καί αὐτοί τά σώματα ἡμῶν καί τάς ψυχάς θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ τήν λογικήν λατρείαν ταύτην ἡμῶν καί ἔντευξιν.  Οὐδέν γάρ οὕτω τῷ καθαρῷ τίμιον, ὡς καθαρότης ἤ κάθαρσις».

Ἄς καθαρίσουμε ἀδελφοί τούς ἑαυτούς μας γιά χάρη τῶν μαρτύρων.  Ἤ καλλίτερα γιά χάρη Ἐκείνου γιά τόν ὁποῖον καθαρίσθηκαν καί αὐτοί μέ τό αἷμά τους καί τήν ἀλήθεια.  Ἄς παρουσιάσουμε καί μεῖς τά σώματα καί τίς ψυχές μας θυσία ζωντανή, ἁγία, εὐπρόσδεκτη στό Θεό, αὐτή τή λογική λατρεία καί προσευχή.  Διότι τίποτε δέν εἶναι τόσο πολύτιμο γιά τόν καθαρό Θεό, ὅσο τό νά εἶναι κανείς καθαρός ἤ νά ἀγωνίζεται νά καθαρισθεῖ.[11]

Τόνιζε ὅτι ἡ κάθαρσις δέν εἶναι κάτι εὔκολο γιατί ἀφορᾷ ὅλον τόν ἄνθρωπο, ὅλα τά μέλη, ὅλες τίς αἰσθήσεις.

Κάθαρσις ὅλων τῶν μελῶν

«Πᾶν μέλος καθαρισθῶμεν, ἀδελφοί, πᾶσαν ἁγνίσωμεν αἴ­σθησιν».  Ἄς μήν ὑπάρχει μέσα μας κάτι τό ἀτελές ἤ κάτι ἀπό τήν προηγούμενη κατάστασή μας.  «Φωτισθῶμεν τόν ὀφθαλμόν, ἵν’ ὀρθά βλέπωμεν…».  Ἄν ὑπάρχει μέσα μας κάποιος δοκός ἤ κάρφος «ἀνα­καθαίρωμεν, ἵνα καί τά τῶν ἄλλων ὁρᾶν δυνηθῶμεν.  Φωτισθῶμεν ἀκοήν, φωτισθῶμεν γλῶσσαν· ἵνα ἀκούσωμεν, τί λαλήσει Κύριος ὁ Θεός… Ἰαθῶμεν ὄσφρησιν ἵνα μή θηλυνώμεθα, μηδέ ἀντί ὀσμῆς ἡδείας κονιορτώμεθα», ἀλλ’ ἄς εὐωδιάζουμε ἔχοντας «πνευματικῶς τό μύρον τό ἐκκενωθέν δι’ ἡμᾶς», καί νά σκορπίζουμε καί σέ ἄλλους τήν εὐωδία αὐτή.  «Καθαρθῶμεν ἁφήν, γεῦσιν, λάρυγγα… τόν σαρκωθέντα δι’ ἡμᾶς Λόγον ψηλαφῶντες, ὡς ἄξιον καί Θωμᾶν κατά τοῦτο μιμούμενοι…».  Ἄς καθαριζώμαστε στήν κεφαλή, ὅπως καθαρίζεται ἡ κεφαλή, τό ἐργαστήριο τῶν αἰσθήσεων, γιά νά κρατοῦμε τήν κεφαλή τοῦ Χριστοῦ.  «Καλόν καί ὦμον ἁγιάζε­σθαι καί καθαίρεσθαι» γιά νά μπορέσει νά σηκώνει τό σταυρό τοῦ Χριστοῦ.  «Καί τάς χεῖρας τελειοῦσθαι καί τούς πόδας», γιά νά ὑψώνουμε «ὁσίας χεῖρας ἐν παντί καιρῷ», τά πόδια, γιά νά εἶναι ἕτοιμα «εἰς τό Εὐαγ­γέλιον» καί γιά τό βραβεῖο «τῆς ἄνω κλήσεως».  Ὑπάρχει καί «τῆς κοιλίας κάθαρσις» γιά νά ὑποδεχθεῖ καί νά μεταδώσει τίς τροφές πού μεταλαμβάνει ἀπό τό Λόγο.  Ἡ κάθαρση πρέπει νά ἐπεκταθεῖ καί στήν καρδιά καί στή μέση καί στά νεφρά.  Τά νεφρά νά ἀλλοιωθοῦν τήν καλή ἀλλοίωση «ὅλον τό ἐπιθυμητικόν εἰς Θεόν μεταφέροντες».  Μόνον ἔτσι θά καταλυθεῖ καί ὁ δράκοντας πού ἔχουμε μέσα μας.[12]

Ἀσκούμενος καί καθαιρόμενος ὁ ἅγιός μας στόν Πόντο, κοντά στόν Ἴρη ποταμό, δοκίμασε τό ἱερό χάρισμα τοῦ φωτισμοῦ.  Μελετώντας καί προσευχόμενος ἔνιωθε ὅτι τόν καθο­δηγεῖ τό ἅγιο Πνεῦμα στή θεία ἀλήθεια. 

Μέ αὐτήν μποροῦμε νά δοῦμε τόν Θεό

«Καρδίαις καθαρῇσι Θεόν μέγαν εἰσορόωσιν

(ᾧ μούνῳ θεότητος ἀειδέος ἔστι λαβέσθαι),

 ἴδριες οὐρανίων, θεολαμπέες, ὕψι θέοντες.

ὅσσον ἐφημερίοισι Θεοῦ βατόν ἐνδθάδ’ ἐοῦσι».

 Μέ καθαρές καρδιές τόν μεγάλο Θεό ἀντικρίζοντας

(πού μόνο μέ αὐτό μποροῦμε νά ἐννοήσουμε τόν ἄυλο Θεό).

Γινόμαστε γνῶστες τῶν οὐρανίων, φωτιζόμαστε ἀπό τό Θεό, ἀναβαίνοντας στά ὕψη,

ὅσο μποροῦμε νά ἀνεβοῦμε στό Θεό, ἐφήμεροι ὄντες.[13]

Εἶναι σημαντικό νά τονίσουμε πώς ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἔκανε ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέν ἦταν ἐπιτηδευμένα, δέν εἶχαν κάποιο στόχο κοσμικό, ἐγωιστικό.  Ὅλα γίνονταν ἀπό τή μεγάλη του ἀγάπη γιά τό Χριστό.  Σκοπός καί ἐπιδίωξή του ἦταν ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τά πάθη καί ἡ ἕνωση τοῦ Νοῦ καί τῆς καρδιᾶς του μέ τό Θεό.

Αὐτή λοιπόν ἡ ἀληθινή κάθαρση τῆς καρδίας εἶναι πού ἀνοίγει τόν οὐρανό, κατέρχεται ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί μᾶς ἀποκαλύπτει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ.  Τότε μᾶς λέει ὁ ἅγιος, εἶναι ἕτοιμος ὁ ἄνθρωπος νά μιλήσει γιά τό Θεό, νά Θεολογήσει ἀλλά καί νά ἀποκαλύψει τά κεκρυμμένα στούς πολλούς Μυστήρια τοῦ Θεοῦ. 

Γράφει χαρακτηριστικά:

Μεγαλύτερη ἀπό τήν θεολογία

«Μέγα τό περί Θεοῦ λαλεῖν;  Ἀλλά μεῖζον τό ἑαυτόν καθαίρειν Θεῷ, ἐπειδή εἰς κακότεχνον ψυχήν σοφία οὐκ εἰσελεύσεται».

Εἶναι σπουδαῖο πρᾶγμα νά ὁμιλεῖ κάποιος γιά τό Θεό;  Ἀλλά σπουδαιότερο εἶναι νά καθαρίζει κάποιος τόν ἑαυτό του ἀπό τά πάθη γιά τό Θεό, διότι σέ ψυχή γεμάτη ἀπό πάθη δέν θά εἰσέλθει σοφία.[14]

Θεωρεῖ ἀπαραίτητο γιά τήν Θεολογία τό στάδιο τῆς καθάρσεως καί τό θέτει σάν προϋπόθεση:

Ἡ πνευματική συνέπεια.

«Τῇ δι’ ἔργων φιλοσοφίᾳ καθᾶραι πρῶτον ἐμαυτόν, εἶτα τό στόμα τῆς διανοίας ἀνοίξας ἑλκῦσαι πνεῦμα, εἶτα ἐξερεύξασθαι λόγον ἀγαθόν, καί λαλεῖν Θεοῦ σοφίαν τελείαν ἐν τοῖς τελείοις, ἀκολουθίας εἶναι πνευματικῆς ὑπελάμβανον».

Πίστευα ὅτι ἡ πνευματική συνέπεια ἀπαιτοῦσε πρῶτα νά καθαρίσω τόν ἑαυτό μου μέ τή φιλοσοφία τῶν ἔργων, στή συνέχεια ν’ ἀνοίξω τό στόμα τῆς διανοίας μου, γιά νά κηρύττω τήν τέλεια σοφία τοῦ Θεοῦ στούς τέλειους.[15]

AgGrigoriosTheologosSkinwmaΚαί πάλιν:

Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον εἶτα καθᾶραι…

«Καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθᾶραι·  σοφισθῆναι καί οὕτω σοφίσαι· γενέσθαι φῶς καί φωτίσαι· ἐγγίσαι Θεῷ καί προσαγαγεῖν ἄλλους».

Πρέπει νά καθαρίσουμε πρῶτα τόν ἑαυτό μας, ἔπειτα νά καθαρίσουμε ἄλλους.  Νά ἀποκτήσουμε σοφία καί ἔπειτα νά κάνουμε καί τούς ἄλλους σοφούς.  Νά γίνουμε φῶς, γιά νά φωτίσουμε.  Νά πλησιάσουμε τόν Θεό οἱ ἴδιοι, γιά νά φέρουμε κοντά καί τούς ἄλλους.  Νά ἁγιασθοῦμε, γιά νά ἁγιάσουμε.[16]

Ἄς προσέξουμε λέει στήν ὁμιλία του «Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων»:

Καθαρτέον ἑαυτόν πρῶτον εἶτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον.

«Ταῦτα οὖν εἰδώς ἐγώ καί ὅτι μηδείς ἄξιος τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί θύματος καί ἀρχιερέως, ὅς μή πρότερον παρέστησεν ἑαυτόν τῷ Θεῷ θυσίαν ζῶσαν, μᾶλλον δέ, ναός ἅγιος ἐγένετο Θεοῦ ζῶντος καί ζῶν· πῶς ἤ αὐτός προχείρως ἐγχειρήσαιμι τοῖς περί Θεοῦ λόγοις ἤ ἀποδέξωμαι τόν ἐγχειροῦντα θρασέως;  Οὐκ ἐπαινετός ὁ πόθος· φοβερόν τό ἐγχείρημα.  Καί διά τοῦτο καθαρτέον ἑαυτόν πρῶτον, εἶτα τῷ καθαρῷ προσομιλητέον».

Αὐτά γνωρίζοντας ἐγώ καί ὅτι κανένας δέν εἶναι ἄξιος τοῦ μεγάλου Θεοῦ, τοῦ θύματος καί ἀρχιερέως, ἄν δέν παρουσίασε πρῶτα τόν ἑαυτό του «θυσίαν ζῶσαν τῷ Θεῷ» ἤ μᾶλλον ἄν δέν ἔγινε ναός ἅγιος καί ζωντανός τοῦ ζῶντος Θεοῦ·  Πῶς λοιπόν ἤ ἐγώ ὁ ἴδιος νά μιλήσω γιά τό Θεό πρόχειρα ἤ νά ἐπιδοκιμάσω αὐτόν πού τό ἐπιχειρεῖ μέ θράσος;  Δέν εἶναι καθόλου ἄξιος ἐπαίνου ὁ πόθος αὐτός, εἶναι φοβερό τό τόλμημα.  Καί γι’  αὐτό πρέπει πρῶτα κάποιος νά καθαρίσει τόν ἑαυτό του καί κατόπιν νά πλησιάσει τόν καθαρό.[17]

«…Ὅταν δέ πάσῃ φυλακῇ τηρήσαντες τήν ἑαυτῶν ψυχήν, καί ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ διαθέμενοι… καί σπείραντες εἰς δικαιοσύνην… φωτίσωμεν ἑαυτοῖς φῶς γνώσεως· τηνικαῦτα λαλῶμεν Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ τήν ἀποκεκρυμμένην, καί τοῖς ἄλλοις ἐκλάμπωμεν.  Τέως δέ καθαιρώμεθα καί προελώμεθα τῷ Λόγῳ, ἵν’ ὅτι μάλιστα αὐτούς ἡμᾶς εὐεργετῶμεν, θεοειδεῖς ἐργαζόμενοι, καί ἥκοντα τόν Λόγον ὑποδεχόμενοι· οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί κρατοῦντες, καί τοῖς ἄλλοις προφαίνοντες».

… Ὅταν ὅμως θά φυλάξουμε πολύ προσεκτικά τήν ψυχή μας καί ἑτοιμάσουμε τήν καρδιά μας γιά πνευματικές ἀναβάσεις… καί σπείρουμε καρπούς δικαιοσύνης, … ἄς προσφέρουμε στούς ἑαυτούς μας τό φῶς τῆς γνώσεως.  Καί ἔτσι θά κηρύσσουμε τήν σοφία τοῦ Θεοῦ, πού ἔχει ἀποκρυβεῖ μέσα στόμυστήριο καί ἄς γινώμαστε φῶς γιά τούς ἄλλους.  Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως ἄς καθαριζώμαστε καί ἄς προσφερώμαστε ὡς ὑπηρέτες τοῦ Λόγου, γιά νά εὐεργετοῦμε κατά κύριο λόγο τούς ἑαυτούς μας, νά τούς κάνουμε ὅμοιους πρός τόν Θεό καί νά ὑποδεχώμαστε τόν Λόγο, ὅταν ἔρχεται. Καί ὄχι μόνο νά τόν ὑποδεχώμαστε, ἀλλά καί νά τόν σηκώνουμε στά χέρια μας καί νά τόν παρουσιάζουμε καί στούς ἄλλους.[18]

Βλέπουμε δηλαδή πώς ὁ καθένας προσγειωμένος στήν πραγματική του κατάσταση πρέπει νά βάζει ὅρια.  Δέν εἶναι γιά ὅλους ἡ Θεολογία. Λέει χαρα-κτηριστικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος.

Προϋποθέσεις τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας.

«Εἰ μέν εἶ Μωυσῆς καί τῆς νεφέλης εἴσω χώρησον καί λάλει Θεῷ καί φωνῆς ἄκουε καί δέξαι νόμον, νομοθέτησον.  Εἰ δέ Ἀα­ρών, συνανάβηθι μέν, ἀλλά τῆς νεφέλης ἔξω στῆθι, πλησίον.  Εἰ δέ Ἰθάμαρ τις ἤ Ἐλεάζαρ καί τρίτος ἀπό Μωϋσέως, ἤ τῆς γερουσίας τις καί τῶν Ἑβδομήκοντα, ἔτι πόρρωθεν στῆθι, κἄν τῇ στάσει τό τρίτον ἔχων.  Εἰ δέ τοῦ λαοῦ καί τῶν πολλῶν εἷς, οὐ προσίεται οἱ τό ὄρος, οὐ κἄν θηρίον θίγῃ, λιθοβολιθήσεται· κάτω μεῖνον καί μόνης ἄκουε τῆς φωνῆς καί ταύτης, ἁγνίσας σεαυτόν καί καθήρας, ὡς διατέταξαι».

Ἄν εἶσαι Μωϋσῆς, μπές μέσα στή νεφέλη, μίλησε στό Θεό, ἄκουσε φωνή καί δέξου νόμο καί νομοθέτησε.  Ἄν πάλι εἶσαι Ἀαρών, ἀνέβα μαζί ἀλλά μεῖνε ἔξω ἀπό τή νεφέλη, κοντά.  Ἄν εἶσαι κάποιος Ἰθάμαρ ἤ Ἐλεάζαρ καί τρίτος ἀπό τό Μωϋσῆ, ἤ κάποιος ἀπό τή γερουσία καί ἀπό τούς Ἑβδομήκοντα, στάσου ἀκόμη πιό μακριά, παίρνοντας τήν τρίτη θέση στή στάση.  Ἄν ὅμως εἶσαι ἕνας ἀπό τό λαό καί τό πλῆθος, τότε δέν θά σέ δεχθεῖ τό ὄρος, ὅπου καί θηρίο ἄν πλησιάσει θά λιθοβοληθεῖ.  Μεῖνε κάτω καί ἄκουε τή φωνή μόνον, καί αὐτήν ἀφοῦ ἁγνίσης καί καθαρίσης τόν ἑαυτό σου, ὅπως ἔχεις διαταχθεῖ.[19]

Ἀδελφοί μου, στή σημερινή μας ὁμιλία θελήσαμε ἰδιαιτέρως νά τονίσουμε ὅτι αὐτό πού ἔκανε τόν ἅγιο Γρηγόριο Θεολόγο, δέν ἦταν οἱ φιλοσοφικές καί θεολογικές του σπουδές καί γνώσεις, τίς ὁποῖες κατ’ ἄνθρωπον ἀπέκτησε.  Ἦταν ἡ ἀληθής γνώση τοῦ Θε­οῦ, τήν ὁποία τοῦ χάρισε ὁ καλός μας Θεός σάν δῶρο γιά τή μεγάλη του ἀγάπη καί τήν τέλεια παράδοσή του σ’ Αὐτόν. 

Δυστυχῶς ὑπάρχουν σήμερα ἄνθρωποι πού νομίζουν ὅτι μποροῦν νά ἀλλάξουν μόνοι τους τόν κόσμο, προάγοντας τούς ἑαυτούς τους συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα σέ μικρούς θεούς.  Τέτοιοι ἄνθρωποι κυριευμένοι ἀπό τή δαιμονική αὐτή ἔπαρση, κάνουν πολύ μεγάλη ζημιά στόν κόσμο.  Θέλουν νά ἀλλάξουν, νά ἀνανεώ­σουν, νά ἀναγεννήσουν τόν κόσμο, τήν Ἐκκλησία, χωρίς καμία ἤ μέ ἐλάχιστες πνευματικές προϋποθέσεις. 

Βλέπουμε ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς, θεολόγους καί ὄχι μόνο, νά θέλουν νά δημι-ουργήσουν μιά μεταπατερική Θεολογία, νά θέλουν νά ἀλλάξουν ὅλη τή δομή τῆς Ἐκκλησίας μας, τίς ἀκολουθίες, τά μυστήρια τοῦ Γάμου, τῆς Θείας Λειτουρ-γίας, χρησιμοποιώντας μιά νέα ποιμαντική Δυτικοῦ τύπου, στηριγμένη στήν ἐξυπνάδα, στήν ψυχολογία, στά φτωχά ἀνθρώπινα συστήματα…

Ταυτόχρονα ὅμως βλέπουμε ἁγίους πού ἀναδεικνύει ἡ Ἐκκλησία μας στούς ἔσχατους αὐτούς καιρούς,  ὅπως ὁ ὁσιώτατος ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης.  Ἀκολούθησαν αὐτή τήν ἀσκητική πορεία καί ὁ καλός μας Θεός τούς χάρισε πλούσια τή Χάρη Του, γιά νά θέσουν θεμέλια σέ μιά ἀληθινά Νέα Ἐποχή, πού θά καταργήσει καί θά ἐξαφανίσει αὐτήν τήν ψευτονέα ἐποχή πού δημιουργεῖ ὁ ἀντίχριστος μέ πρόγραμμα νά καταστρέψει τόν κόσμο.

Σήμερα ἀδελφοί μου, πού ζοῦμε ὅλη αὐτή τή ζοφερή κατάσταση στήν πατρίδα μας καί ὅλοι ἀναζητοῦμε λύσεις, σήμερα πού ἡ πραγματικότητα μόνο πόνο, προβληματισμό, θλίψη μᾶς προκαλεῖ ἔρχεται ἡ μητέρα Ἐκκλησία μας νά μᾶς προβάλει τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο.  Μᾶς βροντοφωνάζει μέσῳ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ὅτι δέν χάθηκε ἡ ἐλπίδα καί ὅτι καί μέσα στόν 21ο αἰῶνα μποροῦν νά βρεθοῦν τέτοιοι ἄνθρωποι γνήσιοι, ἀληθινοί, ζωντανοί, ἅγιοι.  Τέτοιοι ἄνθρωποι πού ἐπειδή οἱ ἴδιοι ἀγωνίστηκαν πολύ γιά νά ἔλθουν σέ ἀληθινή κοινωνία μέ τό Θεό, ἐπειδή πρόσφεραν ὅλη τή ζωή τους στό Χριστό, γιαυτό ὁ καλός μας Θεός τούς ἀντάμειψε, χαρίζοντάς τους ὅλη Του τή σοφία καί πλούσια ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Μόνο τέτοιοι ἄνθρωποι μποροῦν νά ἀνατάξουν τήν τραγική κατάσταση στήν ὁποία ἔχει ἔλθει ἡ χώρα μας.  Ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀνέστησε τήν Ὀρθοδοξία γιατί καθάρισε τήν καρδιά του μέ τήν ἄσκηση καί διά τῶν θείων χαρισμάτων καί ἐλλάμψεων ἀποσαφήνησε μέ κάθε λεπτομέρεια τά βασικά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔτσι καί κάθε ἕνας ταπεινός ἅγιος μπορεῖ νά ἀλλάξει τό φρόνημα τῶν ἀνθρώπων.  Τό φρόνημα ὅλων ἡμῶν τῶν χριστιανῶν, πού χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε ἴσως, κοσμικοποιούμαστε, δηλαδή μᾶς κερδίζει ὁ κόσμος καί ὄχι ὁ Χριστός.

Ἄσκηση, τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, φωτισμός, ἔλλαμψη, δηλαδή τελεῖα γνώση τοῦ Θεοῦ.  Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθήσει αὐτήν τήν πορεία, μπορεῖ πραγματικά νά ἀλλάξει τόν κόσμο.  Λοιπόν σήμερα εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀγωνισθεῖτε, ὅλοι μπορεῖτε νά γευθεῖτε τόν γλυκύ Ἰησοῦ, νά γίνετε θεοφόροι καί τότε ὁ Χριστός μας, πού θά βρίσκεται μέσα μας, θά ἀλλάξει τόν κόσμο. 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος πέρασε ὅλα τά στάδια τῆς ἀσκήσεως καί τῆς καθάρσεως.  Γνώρισε τούς καρπούς τῆς προσευχῆς καί δοκίμασε θεῖα χαρίσματα κι᾿  ἐλλάμψεις.  Ἔτσι μίλησε αὐθεντικά, θεολόγησε, καί ἀπεκάλυψε τά κεκρυμμένα Μυστήρια.  Ὅπως μᾶς λέει:

«Οὗ φόβος, ἐντολῶν τήρησις· σαρκός κάθαρσις τοῦ ἐπιπρο­σθοῦντος τῇ ψυχῇ νέφους, καί οὐκ ἐῶντος καθαρῶς ἰδεῖν τήν θείαν ἀκτῖνα· οὗ δέ κάθαρσις, ἔλλαμψις· ἔλλαμψις δέ, πόθου πλήρωσις, τοῖς τῶν μεγίστων, ἤ τοῦ μεγίστου ἤ… ὑπέρ τό μέγα ἐφιεμένοις.…[20]

Μπροστά στόν ἅγιο πού σφοδρά ἐπεθύμησε τό μεγάλο Θεό στεκόμαστε μέ θαυμασμό καί φόβο, ἀποφασισμένοι νά προσέξουμε μέ ὅση προσοχή μποροῦμε νά διαθέσουμε, τόν κάθε λόγο του, πού μᾶς ἀνάγει στόν Κύριό μας καί Θεό μας.

Μᾶς προτρέπει ὁ καθημερινός μας σκοπός νά εἶναι ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ:

Εὐχαριστία γιά ὅλα.

Εὐχαρίστησε τό Θεό μέ τούς πόνους τῆς ἡμέρας καί τούς ὕμνους τῆς νύ-κτας·

εὐχαρίστησε μέ τήν χαμαικοιτία, μέ ἐξασθενημένους στεναγμούς,

μέ παλιά κουρέλια καί μέ μάτια πού σβήνουν·

εὐχαρίστησε μέ καθαρό νοῦ καί ἱερούς λόγους,

ὥστε τιμώντας τήν ἀρετή νά διαπλατύνης τόν δρόμο της

σέ περισσότερους καί γιά περισσότερα νά ἔχης μισθό ἀπό τόν Θεό.[21] 

 

Χορός δοξολογούντων

Σέ Σένα πρέπει ἡ εὐχαριστία, βασιλιά καί δημιουργέ τῶν πάντων.

Σέ Σένα πρέπει εὐχαριστία, πού μέ μόνη τήν σκέψι τά νοητά καί μέ τό πρόσταγμα τά ὁρατά ἔστησες, χωρίς νά προϋπάρχουν, καί ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς τά φανέρωσες.

Τόν θρόνο σου κυκλώνουν ὁλοκάθαροι ὑμνωδοί,

μυριάδες ἀπό τό ἕνα μέρος καί ἀπό τό ἄλλο πάλι χιλιάδες

πύρινος χορός ἀγγελικῆς στρατιᾶς, λαοί πρωτοτόκων

μέ ἀμετάτρεπτο λειτούργημα καί χορός ἀστέρων πού λάμπει.

Πνεύματα ὑπερόχων ἀνδρῶν καί δικαίων ψυχές,

ὅλοι συνηγμένοι καί κυκλώνοντας τόν δικό σου θρόνο,

μέ χαρά καί φόβο ἀκατάπαυστα ψάλλουν,

δοξολογώντας μέ ὁλοκάθαρο ὕμνο καί ἀκατάπαυστο.

Σέ σένα πρέπει εὐχαριστία, βασιλιά καί δημιουργέ τῶν πάντων.

Αὐτός εἶναι ὁ ὁλοκάθαρος ὕμνος ἀπό τόν οὐράνιο χορό.[22]

Μακάρι ἀδελφοί μου, μέ τίς εὐχές τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, νά βρεθοῦμε καί μεῖς συνηγμένοι καί κυκλώνοντας τό δικό Του θρόνο μέ χαρά καί φόβο νά ψάλλουμε, δοξολογώντας μέ ὁλοκάθαρο ὕμνο καί ἀκατάπαυστο, τόν Τριαδικό Θεό.



[1] π. Σαράντης Σαράντος στήν ὁμιλία γιά τά 2000 φύλλα τοῦ Ο.Τ.

[2] Λόγος ΙΘ΄ Είς τόν ἐξισωτήν Ἰουλιανόν, ΕΠΕ 5, 394

[3] Ἔπη εἰς ἑαυτόν.  Ποίημα ΛΔ΄, Εἰς τήν ἐν ταῖς νηστείαις σιωπήν, ΕΠΕ 10,302

[4]Ἔπη εἰς ἑαυτόν.  Ποίημα ΙΑ΄, Περί τόν καθ’ ἑαυτόν. ΕΠΕ 10, 16

[5] Ἔπη Θεολογικά, Ποίημα Ι΄ Περί ἀρετῆς, Β΄ ΕΠΕ, 9,204

[6] Ἔπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΔ΄, ὁρισμοί πρόχειροι.  ΕΠΕ 9,434

[7] Ἔπη θεολογικά.  Ποίημα ΛΓ΄ Γνωμικά τετράστιχα. ΕΠΕ 9,416

[8] Λόγος ΛΗ΄, Εἰς τά Θεοφάνεια. ΕΠΕ 5,68-70

[9] Ἔπη θεολογικά.  Ποίημα ΛΔ΄, Ὅροι παχυμερεῖς ΕΠΕ 9,440

[10] Λόγος Μ΄, Εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα.  ΕΠΕ 4,352

[11] Λόγος ΙΑ΄ εἰς Γρηγόριον Νύσσης… ΕΠΕ 1,290

[12] Λόγος Μ΄, Εἰς τό ἅγιον Βάπτισμα.  ΕΠΕ 4,358

[13] Ἔπη εἰς ἑτέρους.  Ποίημα Ζ΄, Πρός Νεμέσιον. ΕΠΕ, 11,120

[14] Λόγος ΛΒ΄, Περί τῆς διαλέξεσιν εὐταξίας… ΕΠΕ 2,48

[15] Λόγος ΣΤ΄, Εἰρηνικός Α΄, Ἐπί τῇ ἑνώσει τῶν μοναζόντων…ΕΠΕ, 1,226

[16] Λόγος Β΄, Ἀπολογητικός τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς… ΕΠΕ 1,164

[17] Λόγος Κ΄, Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων. ΕΠΕ 4,260

[18] Λόγος ΛΘ΄, Εἰς τά ἅγια Φῶτα. ΕΠΕ 5,84-90

[19] Λόγος ΛΒ΄, Περί τῆς ἐν ταῖς διαλέξεσιν εὐταξίας… ΕΠΕ 2,56

[20] Λόγος ΛΘ΄, Εἰς τά ἅγια Φῶτα. ΕΠΕ 5,84-90

[21] Ἔπη εἰς ἑτέρους.  Ποίημα Α΄, πρός Ἑλλήνιον περί μοναχῶν προτρεπτικόν.  ΕΠΕ 11,28-30

[22] Ἔπη. 34.  Εὐχαριστήριον ἕτερον.  ΕΠΕ 8,374