ΣΧΕΣΗ ΙΕΡΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΚΑΙ ΚΟΣΜΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ

Γράφτηκε από τον/την Πρωτοπρεσβυτέρου Λάμπρου Φωτοπούλου Ενεργό .

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Τό θέμα πού ἒχω τήν τιμή καί τή χαρά νά σᾶς παρουσιάσω σήμερα εἶναι «Σχέση ἱ. Κανόνων καί Κοσμικῶν Νόμων».

Θά προσπαθήσουμε δηλαδή νά βροῦμε τά κοινά σημεῖα καθώς καί τίς διαφορές τῶν δύο δεοντολογικῶν συστημάτων:Τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀφενός καί τῶν κοσμικῶν Νόμων ἀφετέρου. Ἡ προσέγγιση πού ἐπιχειροῦμε νά κάνουμε εἶναι μία συγκριτική μελέτη μέσα ἀπό τήν ὁποία θά προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε τήν λειτουργικότητα τοῦ κάθε συστήματος μέσα στή σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Πρίν ὃμως προχωρήσουμε στό θέμα μας εἶναι ἀναγκαία μιά διευκρίνιση τῶν ὃρων.  Τί ἐννοοῦμε ὃταν λέμε  Ἱεροί Κανόνες καί  τί ὃταν λέμε κοσμικοί Νόμοι;

Α. Ἱεροί Κανόνες σέ γενική ἒννοια εἶναι ὃλα τά κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως πού ἒχουν θεία προέλευση καί ὑποδεικνύουν τρόπους συμπεριφοράς, ἢτοι: ἡ Ἁγία Γραφή (Παλαιά καί Καινή Διαθήκη), οἱ Ἀπόφάσεις Συνόδων, Λόγοι καί Παραινέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί γενικά κάθε ἐπιταγή ἢ τάξη μέσα στήν Ἐκκλησία. Μέ εἰδική ἒννοια («ἐν στενῃ ἐννοίᾳ») ἱ. Κανόνες θεωροῦνται οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί οἱ γνῶμες τῶν Πατέρων πού ἐπικυρώνονται ἀπό αὐτές. Αὐτές οἱ ἀποφάσεις περιέχονται στόν Νομοκάνονα σέ 14 τίτλους τοῦ Ἱ. Φωτίου καί σέ ἂλλες συλλογές. Πλέον σημαντική συλλογή, ἓνα εἶδος ἐπισήμου κειμένου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τό βιβλίο Πηδάλιο[1], πού ἒχει συγγραφεῖ ἀπό τόν Ἁγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη.

Β. Κοσμικοί Νόμοι ἀπό τήν ἂλλη πλευρά εἶναι ἡ δικαιοταξία πού ἒχει ἐπιβάλλει ἡ κοσμική ἐξουσία τῶν σημερινῶν Κρατῶν καί ἒχει ἐγκόσμιους ἀποκλειστικά σκοπούς καί ἀνθρωποκεντρική κατεύθυνση. Εἶναι τό σύνολον τῶν νόμων πού  ἐφαρμόζεται σήμερα τόσο στήν Ἑλλάδα ὃσο καί στίς λοιπές Δυτικές Κοινωνίες τῶν Εὐρωπαϊκῶν  Κρατῶν, τῶν ΗΠΑ κ.λ.π. Τό Δίκαιο αὐτό ξεκινάει ἀπό τόν Γαλλικό Διαφωτισμό καί ἀνανεώνεται μέσα ἀπό τό Κοινοβουλευτικό σύστημα. Ἡ ἑρμηνεία του ἐπίσης γίνεται μέ καθαρά ἀνθρώπινες μεθόδους πού ὑπαγορεύουν οἱ Νομικές Ἐπιστῆμες χωρίς ἀναφορά στό Θεῖον.  Οἱ πηγές τοῦ Δικαίου πού ἰσχύει σήμερα, ἀνιχνεύονται ἑπομένως στά Ἐπαναστατικά κινήματα τοῦ 18ου αἰῶνα καί θεμελιωτές του θεωροῦνται ὁ Μοντεσκυέ μέ τό περίφημο ἒργο του «Τό Πνεῦμα τῶν Νόμων», ὁ Ρουσώ μέ τό «Κοινωνικό Συμβόλαιο», ὁ Λόκ, ὁ Χιούμ, ὁ Βολταῖρος, ὁ Ντιντερώ καί οἱ λοιποί διαφωτιστές καί ἐγκυκλοπαιδιστές[2].Ἀπό τήν Εὐρώπη μεταφέρθηκε τό δίκαιο αὐτό στήν Ἑλλάδα μέσω τῶν σπουδασμένων στά Εὐρωπαϊκά Πανεπιστήμια Ἑλλήνων Νομικῶν.

Ὃταν λοιπόν ἀναφερόμαστε στούς Κοσμικούς Νόμους, πέραν ἀπό τίς συγκεκριμένες διατάξεις, ἐννοοῦμε καί τίς ἰδεολογικές ἀρχές, τούς σκοπούς καί τίς μεθόδους πού χρησιμοποιοῦν οἱ Νόμοι  αὐτοί προκειμένου νά γίνουν σεβαστοί σήμερα μέσα στά πλαίσια τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καί γενικότερα στόν Δυτικό λεγόμενο κόσμο.

Μετά ἀπό αὐτές τίς ἀναγκαίες διευκρινίσεις σχετικά μέ τούς ὃρους  Νόμοι καί ἱ. Κανόνες μποροῦμε νά προχωρήσουμε στή διάγνωση γιά τίς ὁμοιότητες καί τά κοινά στοιχεῖα Νόμων καί Κανόνων.

 

1. ΤΑ ΚΟΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

1.1. Τό πρτο κοινό στοιχεο τν δύο συστημάτων εναι τό Δεοντολογικό στοιχεο.

Τόσο οἱ ἱεροί Κανόνες  ὃσο καί οἱ Κοσμικοί Νόμοι διαφέρουν ἀπό ὃλα τά ἂλλα κείμενα πού μεταδίδουν γνώσεις καί πληροφορίες κατά τοῦτο ὃτι ὁρίζουν τί δέον γενέσθαι. Δέν ἀσχολοῦνται δηλαδή μέ τό τί εἶναι κάτι, δηλαδή μέ τήν οὐσία καί τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων πού ἀσχολοῦνται ἂλλες Ἐπιστήμες, ἀλλά μέ τό πρέπει, τό δέον, τό τί ὀφείλει κάποιος νά κάνει. Ρυθμίζουν δηλαδή τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά.

  Εἶναι βέβαια γνωστό ὃτι οἱ νόμοι δέν ζητοῦν πάντα αὐτά πού ὁρίζουν οἱ ἱ. Κανόνες, παρόλο πού σέ πολλές περιπτώσεις συμφωνοῦν, ὃπως π.χ. τόσο ὁ νόμος ὃσο καί ὁ ἱ. Κανόνας συμφωνοῦν στήν ἐπιταγή «οὐ φονεύσης». Σέ πολλές ἂλλες περιπτώσεις ὃ,τι θεωρεῖ ὁ νόμος σωστό ὁ ἱ. Κανόνας τό θεωρεῖ λάθος καί ἁμαρτία.

  Ἒτσι λοιπόν συμπεραίνουμε ὃτι τόσο ὁ κοσμικός νομοθέτης ὃσο καί ὁ θεῖος νομοθέτης χρησιμοποιοῦν δεοντολογικές προτάσεις γιά νά ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις καί συμπεριφορές.

1.2. Τό δεύτερο κοινό στοιχεῖο εἶναι ὁ Ἂνθρωπος.

Κάθε κοσμικός Νομοθέτης ἒχει στό νοῦ του ἓναν ἰδεώδη ἀνθρώπινο τύπο. Αὐτός ὁ ἰδεώδης ἂνθρωπος χρησιμοποιεῖται σάν μοντέλλο. Ἒτσι ἐπιβάλλεται σέ ὃλους τούς ἀνθρώπους νά κάνουν αὐτά πού θά ἒκανε τό ἰδανικό μοντέλο τοῦ ἀνθρώπου καί νά ἀποφεύγουν ὃ,τι αὐτός θά ἀπέφευγε.

 Κέντρο καί τοῦ θείου Νόμου εἶναι ἐπίσης ὁ Ἂνθρωπος. Ἀπό τό πρῶτο βιβλίο τῆς  Ἁγίας Γραφῆς γνωρίζουμε τί εἶναι ὁ ἂνθρωπος, πῶς δημιουργήθηκε, ποιός ὁ προορισμός του, καθώς καί ὃτι ὁ πρῶτος θεϊκός νόμος δόθηκε στόν ἂνθρωπο ἀμέσως μετά τήν δημιουργία του.  Ἡ παράβαση αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἱ. Κανόνα ἒφερε , κατά τήν χριστιανική διδασκαλία ,τήν πτώση καί τόν θάνατο στόν Ἂνθρωπο.

Πέρα ἀπό τήν ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί στήν Καινή Διαθήκη ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ συμπλέκεται μέ τόν Ἂνθρωπο. Αὐτό φαίνεται στήν καινή ἐντολή τοῦ Θεανθρώπου: «Πάντα οὖν ὃσα ἂν θέλητε ἳνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἂνθρωποι, οὓτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς, οὗτος γάρ ἐστίν ὁ νόμος καί οἱ προφῆται»[3].

Θά μπορούσαμε συμπερασματικά νά ποῦμε ὃτι κάθε δεοντολογικό σύστημα, εἲτε πρόκειται γιά τόν κοσμικό νόμο εἲτε γιά τούς ἱ. Κανόνες, ἒχει τή δική του συγκεκριμένη Ἀνθρωπολογική Βάση. Ἀπαντάει δηλαδή μέ τόν δικό του τρόπο στό ἐρώτημα τί εἶναι ἂνθρωπος, ποιές οἱ δυνατότητές του, τί μπορεῖ νά τοῦ ζητήσουμε νά κάνει, τί ὂχι, τί εἶδος ἀνθρώπου θέλουμε.Αὐτά θά τα δοῦμε λεπτομερέστερα στή συνέχεια.

Ἐδῶ νά προσθέσουμε τοῦτο μόνον, γιά πληρέστερη κατανόηση τοῦ θέματος, ὃτι τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος ἀκολουθῶντας ἂλλα μοντέρνα Συντάγματα μετά τήν μεταπολίτευση μέ τό ἂρθρο 2 παρ.1 ἒθεσε σαφῆ ἀνθρωπολογική βάση στήν ἑρμηνεία του ὁρίζοντας ὃτι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελοῦν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Ἀλλά καί τά περιώνυμα ἀνθρώπινα δικαιώματα, ὃπως τό λένε καί οἱ λέξεις, εἶναι τρόποι προσαρμογῆς τῶν κρατικῶν νόμων σέ γενικότερες ἀνθρωπολογικές ἀρχές.   

1.3.Τρίτο κοινό σημεῖο Νόμων καί ἱ. Κανόνων εἶναι ἡ Ἐλευθερία.

Γιά νά ἀπαιτήσει ὁ νόμος ἢ ὁ ἱερός Κανόνας ἀπό κάποιον ἂνθρωπο νά κάνει κάτι, πρέπει ὁ ἂνθρωπος νά εἶναι ἐλεύθερος. Οὒτε ὁ νόμος οὒτε ὁ Ι. Κανόνας μποροῦν νά ἐπιβάλουν τά ἀδύνατα.

Ὁ Νόμος μέ τήν ἀρχή τοῦ καταλογισμοῦ, τῆς ὑπαιτιότητας, τήν ἂρση τοῦ ἀδίκου τῆς πράξεως κ.λ.π ἀπαλλάσσει καί δέν τιμωρεῖ τόν ἂνθρωπο που ἐνεργεῖ βρισκόμενος σέ ἀνάγκη ἢ πλάνη ἢ που δέν γνωρίζει τί πράττει.

Ὁ Θεϊκός νόμος ἐπίσης θεμελιώνει τήν ἀξίωσή του νά γίνει σεβαστός στό γεγονός ὃτι ὁ ἂνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά ἐπιλέξει. Ἡ δυνατότητα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου φαίνεται ξεκάθαρα ἀπό τό πρῶτο βιβλίο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὃπου συμπλέκεται μέ τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί ἐπαναλαμβάνεται ἀδιάκοπα μέχρι τό τελευταῖο βιβλίο τῆς ‘Αγίας Γραφῆς, τήν Ἀποκάλυψη.[4] Ἡ Ἐλευθερία αὐτή εἶναι ἡ βάση τῆς μισθαποδοσίας τῶν δικαίων καί τῆς αἰώνιας τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν.

Τό εἶδος, τό περιεχόμενο, ἀλλά καί ἡ ἒκταση τῆς ἐλευθερίας πού δέχεται τό κάθε δεοντολογικό σύστημα καί ἐδῶ βέβαια πάλι διαφέρει .

1.4. Καί τά δύο δεοντολογικά συστήματα ἀποβλέπουν σέ κάποιους συγκεριμένους σκοπούς.

Ὁ νόμος ἒχει τούς δικούς του σκοπούς, ἀλλά καί ὁ ἱερός  κανόνας σκοπεύει σέ κάποιο ἀποτέλεσμα ἐπιτάσσοντας τήν Α ἢ τή Β συμπεριφορά. 

1.5. Πέμπτο κοινό σημεῖο εἶναι οἱ Συνέπειες πού προβλέπονται ἀπό τίς παραβάσεις τόσο τῶν Νόμων ὃσο καί  τῶν ἱ. Κανόνων.

 Ὁ Νόμος φαίνεται ὃτι μοιάζει μέ τόν Ἱ. Κανόνα γιατί καί ὁ μέν καί ὁ δέ ἒχουν συνέπειες θετικές γιά ὃσους τούς σέβονται καί ἀρνητικές γιά ὃσους παραβαίνουν ὃσα ἐπιτάσσουν. Οἱ συνέπειες τῆς παράβασης τῶν νόμων ὀνομάζονται Ποινές, ἐνῶ οἱ συνέπειες ἀθέτισης τῶν ἱ. Κανόνων ὀνομάζονται Ἐπιτίμια.

1.6. Γιά νά λειτουργήσουν τέλος καί τά δύο συστήματα χρειάζονται  τόν συγκεκριμένο ἂνθρωπο πού θά κρίνει τή καθε περίπτωση.

Τόσο ὁ Νόμος ὃσο καί ὁ  Ἱ. Κανόνας ἐκφράζονται γενικά καί δέν ρυθμίζουν κάθε ἀνθρώπινη σχέση, κάθε ἀνθρώπου εἰδικά. Αὐτή τήν προσαρμογή τῆς γενικῆς ἐντολῆς στή εἰδική περίπτωση τήν κάνει κάποιο συγκεκριμένο ὑπεύθυνο πρόσωπο. Αὐτό τό πρόσωπο ὁ Νόμος τόν ὀνομάζει Δικαστή, ἐνῶ οἱ ἱ. Κανόνες τό καθῆκον αὐτό τό ἐναθέτουν στον Ἐπίσκοπο, στή Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων, στόν Πνευματικό καί στόν Ἡγούμενο (γιά τά Μοναστήρια).

 

2. ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ.

 Ἂς δοῦμε τώρα τίς διαφορές. Ἂς δοῦμε σέ τί διαφέρει ἡ περί Ἀνθρώπου ἀντίληψη τοῦ νόμου ἀπό αὐτήν τοῦ ἱ. Κανόνα, ποιά Ἐλευθερία ἀναγνωρίζει ὁ Νόμος καί ποιά οἱ Ι. Κανόνες, ποῖος εἶναι ὁ σκοπός Νόμου καί ποιός τοῦ ἱ. Κανόνα, ἂν ὁ Έπίσκοπος εἶναι Δικαστής καί τέλος ἂν τά Ἐπιτίμια τῶν ἱ. Κανόνων εἶναι Ποινές .

2.1.  Ὁ Ἂνθρωπος.

Ἡ κοσμική Νομοθεσία σήμερα ἒχει δεχθῆ σάν βάση θεωρήσεως τοῦ Ἀνθρώπου τόν Φυσικό Ἂνθρωπο[5], ὃπως τόν περιγράφει ὁ Ρουσώ στό «Κοινωνικό του Συμβόλαιο», ἓναν ἂνθρωπο «μέ τήν ἁπλῆ καρδιά, μέ τά ἠθικά αἰσθήματα, τήν ἠθική θέληση». Ἡ περί φυσικοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία ὃσο καί ἂν θεωρεῖται κατάκτηση τοῦ Γαλλικοῦ Διαφωτισμοῦ δέν εἶναι τίποτ’ἂλλο παρά μιά βελτίωση ἢ μιά παραλλαγή τῆς περί φυσικοῦ ἀνθρώπου διδασκαλίας τῶν Φραγκολατίνων Θεολόγων καί τοῦ Προτεσταντικοῦ Κόσμου.

Ἡ περί Φυσικοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία εἶναι ἡ περί Προπατορικοῦ  Ἁμαρτήματος καί Πτώσεως διδασκαλία τοῦ θεωρουμένου ἀπό τούς Παπικούς ὡς ἁγίου, Θωμᾶ Ἀκινάτου.Κατά τήν διδασκαλία αὐτή ὁ ἂνθρωπος ἐδημιουργήθη ὡς ὂν φυσικό καί μέ μιά ἐνέργεια τῆς Θείας Xάριτος δόθηκαν σ’ αὐτόν ὡς δῶρα ἡ ἀνάταση πρός τόν Θεό καί ἡ κοινωνία μέ Αὐτόν. Mέ τήν πτώση του χάνει αὐτά τά δῶρα, ἀλλά ὡς φυσικό ὂν, λένε οἱ Παπικοί, λίγο μόνον ἐπηρεάζεται. Δηλαδή πιστεύουν ὃτι ὁ Ἂνθρωπος δέν ἒχασε οὐσιαστικά τίποτα παρά μόνον τίς ἒκτακτες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Κατά τά ὑπόλοιπα παρέμεινε ἀναλλοίωτος. [6] .

Σύμφωνα μέ αὐτή τήν διδασκαλίαν θεωρεῖται ὃτι ὁ ἂνθρωπος κατέχει τήν δύναμιν ἀνακαλύψεως τοῦ δικαίου, διότι ἂν καί ἁμάρτησε δέν ἐφθάρη ἡ φύση του ἐντελῶς, ἀλλά μετέχει στήν ἀληθεία. Ἒχει  μιά ἀνταύγειαν τοῦ θείου νόμου στή καρδιά του, τήν ὁποία ὀνομάζουν οἱ σχολαστικοί «μετοχή». Αὐτή ἡ θεία μετοχή, ὃπως λένε οἱ σχολαστικοί, ὁδηγεῖ τόν ἂνθρωπον στήν γνώση τοῦ Θεοῦ, καθώς καί στήν γνώση τοῦ ἀληθοῦς, τοῦ αὐθεντικοῦ καί τοῦ δικαίου[7]. Κατά τόν Ἀκινάτη ὁ ἂνθρωπος λαμβάνει «ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐπί τῃ βάσει τῆς λογικῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» τήν γνῶσιν τοῦ θείου νόμου γιατί ὁ ἀνθρώπινος λόγος «ἀποτελεῖ ἐντός ἡμῶν ἀπεικόνισιν τοῦ θείου φωτός»[8]. Πιστεύουν λοιπόν οἱ Λατεῖνοι ὃτι μόνος του ὁ Ἂνθρωπος μπορεῖ νά βρῆ τό Δίκαιο γιατί τό λογικό του δέν ἐπηρεάσθηκε  ἀπό τήν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων.

Ἡ Προτεσταντική Ἀνθρωπολογία ἐξάλλου, πού διαπνέεται ἀπό τίς περί Ἀπολύτου Προορισμοῦ δοξασίες, ἒχει τό δικό της μοντέλλο φυσικοῦ Ἀνθρώπου, ἀπό τό ἂλλο ἂκρο. Πιστεύουν οἱ Προτεστάντες ὃτι ἡ πτώση διέφθειρε καί κατέστρεψε κατά τρόπον ἀνεπανόρθωτο τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, συνεσκότισε τόν λόγον του, τόν ἐστέρησε ἀπό τήν ἐλευθερία του καί τοποθέτησε τή ζωή του κάτω ἀπό τήν ἐξάρτηση τῆς Θείας Xάριτος. Ὁ ἂνθρωπος ἑπομένως κατά τούς Προτεστάντες εἶναι μικρός καί ἀδύνατος “ἓνα ὂν παράδοξον καί τραγικόν”[9] καί ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τήν Θεία Χάρη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ χωρίς οὐσιαστικά νά μεταποιεῖ, φωτίζει, ἁγιάζει τόν ἂνθρωπο.

Ἑπόμενον εἶναι ὁ Προτεσταντικός Κόσμος νά μήν ἀποδέχεται τήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά κατανοήσει  «ἀφ ἑαυτοῦ» τό δίκαιο ἀλλά νά δέχεται ὃτι ἡ ἒννοια τῆς  δικαιοσύνης συμμεταβάλλεται μέ τόν ἂνθρωπο. Γιά τόν Προτεστάντη τό φυσικόν δίκαιο δέν διαφέρει ἀπό τό θετικόν δίκαιον, δηλαδή οἱ Προτεστάντες πιστεύουν ὃτι τό Δίκαιο ἀλλάζει μαζί μέ τόν ἂνθρωπο. Στήν Προτεσταντική αὐτή ἀντίληψη στηρίζεται καί ὃλη ἡ νομική θεωρία ὃτι Ἀπόλυτο Δίκαιο δέν ὑπάρχει καί ὃτι τό μόνο δίκαιο πού ὑπάρχει εἶναι τό Θετικό Δίκαιο, δηλαδή τό δίκαιο πού ἰσχύει σέ μιά ὁρισμένη κοινωνία, σέ ὁρισμένο χρόνο καί τόπο.

Ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία περί Ἀνθρώπου διαφοροποιεῖται τόσο ἀπό τήν περί φυσικοῦ Ἀνθρώπου Διδασκαλία τῶν Προτεσταντῶν, ὃσο καί ἀπό αὐτήν τῶν Φραγκολατείνων. Κατά τή δική μας, Ὀρθόδοξη πατερική παράδοση ὁ ἂνθρωπος, ἡ Ἐλευθερία του, ἡ πτώση του ἀπό τόν Παράδεισο καί οἱ συνέπειες αὐτῆς τῆς πτώσεως ἒχουν ἐντελῶς διαφορετική θεώρηση.

Ὁ ἂνθρωπος ἐπλάσθη ἀπό τόν Τριαδικό Θεό “κατ’ εἰκόνα Θεοῦ“ καί καλεῖται νά γίνει “καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ” πού ἀποτελεῖ καί τόν Προορισμό τοῦ Ἀνθρώπου. Ὁ Θεός ἒπλασε τόν  Ἀδάμ καί τήν Eὒα ὡς νήπια καί τούς ἒβαλε στό Παράδεισο . Eἶχαν κοινωνία μέ τήν Ἁγία Tριάδα γιατί εἶχαν τό ζωοποιό Πνεῦμα. Ὁ Θεός τούς ἒδωσε ἐντολή νά τελειοποιηθοῦν βαθμηδόν καί νά φθάσουν ἐν καιρῳ στήν ἀθανασία καί στή θέωση.Ἐδῶ βρίσκουμε τήν πρώτη ἀναφορά στό ρόλο πού παίζει ὁ θεϊκός Νόμος, ὁ ἱ. Κανόνας. Βοηθᾶ τό Ἂνθρωπο ἀπό τή νηπιώδη κατάσταση νά φτάσει στήν ὡριμότητα.

Ποία εἶναι ἡ ὡριμότητα; Ἡ ἀνιδιοτελή ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον[10]. Ὁ προορισμός αὐτός τοῦ ἀνθρώπου μέσα στήν χριστιανική Γραμματολογία ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία καί ἀποτελεῖ τό “θεμέλιον τῆς περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὀρθοδόξου διδασκαλίας”[11].

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ἒχει ὡς βάση τίς σχετικές διηγήσεις περί κατασκευής τοῦ ἀνθρώπου τῆς Π.Δ. πού περιέχονται στό πρῶτο βιβλίο τῆς Π. Διαθήκης , τή Γένεση. Ἀλλά ἡ κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, ὃπως τόν περιγράφουν οἱ Γραφές δέν γίνεται στοχαστικά καί γιαυτό δέν καταλήγει νά δεχθῆ ἓνα μοντέλλο φυσικοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κατανόηση τοῦ Ἀνθρώπου γίνεται μέσα ἀπό τήν μελέτη τῆς Θεανθρώπινης προσωπικότητας τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ Xριστοῦ.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνθρωπολογία ἒχει ἒτσι ἂμεση σύνδεση μέ τό Xριστολογικό Δόγμα, τό ὁποῖον ἀπετέλεσε τό ἀντικείμενο μεγάλων θεολογικῶν συζητήσεων κατά τούς πρώτους αἰῶνες τοῦ Xριστιανισμοῦ. Ἀπό τήν ἐποχή τῶν Kαππαδοκῶν Πατέρων καί ἐντεῦθεν κατανοεῖται ξεκάθαρα “ὃτι ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά γίνει μόνο μέ κριτήριο τό πρόσωπο τοῦ Xριστοῦ[12]. Tό ἀνθρωπολογικό μοντέλλο ἑπομένως δέν εἶναι ὁ λεγόμενος “φυσικός ἂνθρωπος” τῆς Δύσης, ἀλλά ὁ Xριστός[13]. Ἒτσι οἱ ἀποφάσεις τῶν Oἰκουμενικῶν Συνόδων πού ἀναφέρονται στή φύση τοῦ Xριστοῦ ἀποτελοῦν συγχρόνως καί τίς Ὀρθόδοξες ἀνθρωπολογικές θέσεις, ἀλλά καί τό κλειδί ἑρμηνείας τῶν Ἱ. Κανόνων.

 

2.2.  Ἡ Ἐλευθερία.

Οἱ διαφορετικές περί ἀνθρώπου διδασκαλίες Παπικῶν καί Προτεσταντῶν διαφοροποιοῦν καί τίς περί ἐλευθερίας ἀντιλήψεις αὐτῶν χωρίς καμμία ἀπό τίς δύο θρησκευτικές αὐτές ὁμάδες νά προσεγγίζει τήν Ὀρθοδοξία. Ἒτσι ὁ ἰδανικός τύπος Παπικοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτός πού ἐναποθέτει τήν ἐλευθερία του στό Πάπα προκειμένου νά ἀποφύγει τήν πίεση τῆς εὐθύνης πού αὐτή ἡ Ἐλευθερία ἀσκεῖ ἐπάνω του. Ὁ μέγας Ἱεροεξεταστής τοῦ Ντοστογιέφσκη στό βιβλίο του οἱ Ἀδελφοί Καραμαζώφ μᾶς περιγράφει θαυμάσια πῶς ὁ Παπισμός διαχειρίζεται αὐθαίρετα τήν ἀπό Θεοῦ δοθεῖσα στόν ἂνθρωπο ἀπόλυτη ἐλευθερία ἐπιλογῆς.

Ὁ Προτεσταντισμός ἀντίθετα, ὃπως ἢδη εἲπαμε, ἐφόσον κατά βάσιν δέχεται τόν Ἀπόλυτο Προορισμό, συμφωνεῖ σέ μιά κολοβή Ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου πού δέν ἒχει τήν δυνατότητα νά κάνει τίποτα χωρίς τήν ἀπόλυτη ἐξάρτηση ἀπό τή Θεία Χάρη. Δέν δέχεται δηλαδή, ὃπως ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὃτι ἡ σωστηρία εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας Θεοῦ καί Ἀνθρώπου οὒτε ὃτι ἡ Θεία Χάρη μπορεῖ νά μεταποιήσει τό ἂνθρωπο καί νά τόν μεταβάλλει ὀντολογικά ἀπό ἁμαρτωλό σέ  ἃγιο, ἀπό ἂτιμο σκεῦος σέ τίμιο, ἀπό υἱό Ἀπωλείας σέ Φίλο τοῦ Χριστοῦ. Γιαυτό καί δέν τιμοῦν τούς Ἁγίους, οὒτε δέχονται τά ἱερά λείψανα, πού εἶναι σημάδια μόνιμης παραμονῆς τῆς Θείας Χάριτος στήν ἁγιασμένη προσωπικότητα.

 

2.3.  Ὁ Σκοπός τοῦ Νόμου

Ὀ σκοπός τοῦ κοσμικοῦ Νόμου εἶναι νά κάνει ὁμαλή τήν κοινωνική συμβίωση,γιαυτό τά δικαιώματα τοῦ ἑνός πολίτου δέν πρέπει νά ἐμποδίζουν τά δικαιώματα τοῦ ἂλλου. Ὁ κοσμικός νομοθέτης προσπαθεῖ νά ἰσορροπίσει τά συμφέροντα ἀνθρώπων …συμφεροντολόγων. Οἱ ἲδιοι οἱ μεγάλοι νομικοί ὁμολογοῦν ὃτι «Ἡ προστασία τῶν συμφερόντων… γίνεται.. πάντα σ’ ἓναν κόσμο γεμάτο συμφέροντα, στόν ὁποῖο ὃλα τά ἀγαθά εἶναι ἀντικείμενο ἐπιθυμιών, γι’ αὐτό καί ἡ προστασία τους γίνεται πάντα (!) σέ βάρος ἂλλων συμφερόντων»[14]. Ἒτσι ἐνῶ στό θεϊκό νόμο  πρυτανεύει ἡ ἀνενδεῆς ἀρχή τῆς ἀγάπης, στό κοσμικό δίκαιο ἀντίθετα ἐπικρατεῖ ἡ πάσης φύσεως ἀνάγκη καί τό ἐγωιστικό συμφέρον. Ὁ ἀνθρώπινος νόμος δέχεται αὐτήν τήν πτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ὡς φυσική καί προσπαθεῖ μέ τή λογική καί  τό αἲσθημα αὐτοσυντήρησις  νά ἀποφύγει τήν κοινωνική διάσπαση. Γιαυτό ὑποχωρεί θεσμικά σέ πρόσωπα, ὁμάδες, ἰδέες πού παρουσιάζουν ἰδιαίτερη δυναμικότητα, ἂσχετα ἂν ἐκφράζουν τό ἀντικειμενικά δίκαιο.

Ἀντίθετα ὁ ἱ. Κανόνας ἐπιδιώκει νά δημιουργήσει ἀνθρώπους ἀνενδεεῖς, ὃμοιους μέ τόν ἐλεύθερο ἀπό κάθε ἀνάγκη Θεό. Ὁ ἱ. Κανόνας παιδαγωγεῖ τούς ἀνθρώπους στό νά γνωρίζουν ὂχι τό τί δικαιοῦνται νά πάρουν ἀπό τόν ἂλλον ἂνθρωπο, ἀλλά τό τί περισσότερο ὀφείλουν νά δώσουν. 

Γιά τό λόγο αὐτό μέ ἂλλο τρόπο ἑρμηνεύονται οἱ Κοσμικοί Νόμοι καί ἀλλοιῶς οἱ ἱ. Κανόνες. Ὁ κοσμικός Δικαστής ἑρμηνεύει τό Νόμο ἒχοντας κατά νοῦ τούς «κοινωνικοηθικούς κανόνες»[15]  πού ἒχει ἡ πλειοψηφία κάθε Κράτους μιᾶς συγκεκριμένης ἐποχῆς. Ἒτσι κάθε νομική διάταξη ἑρμηνευομένη ἀκολουθεῖ μέ αὐτόν τό τρόπο τούς κοινωνικούς καί ἠθικούς κανόνες της πλειοψηφίας τῶν πολιτῶν , ἂσχετα ἂν αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶναι σωστές, δίκαιες, χρήσιμες ἢ ὂχι.

Οἱ Ἱεροί Κανόνες ἀντίθετα καθοδηγοῦν, ὡς ὁδοδεῖκτες, τούς χριστιανούς πρός τήν θέωση, δηλαδή τήν κατάσταση ἐκείνη πού ἀρχίζει ἀπό αὐτή τή ζωή καί πού ὁ ἂνθρωπος ὑπερβαίνοντας κάθε φυσική ἀνάγκη διαλέγεται «μόνος μόνῳ Θεῶ». Οἱ ἱεροί Κανόνες δέν θέλουν νά κατασκευάσουν ἓνα ἂνθρωπο ἀκίνδυνο γιά τό διπλανό του, δηλαδή πού νά μήν κλέβη, νά μή φονεύει, νά μή φοροδιαφεύγει, νά μή χειροδικεῖ, νά μήν ἒχει σεξουαλική ἐπιθετικότητα κ.τ.ὃ., ὃπως οἱ Νόμοι.Οἱ ἱεροί Κανόνες θέλουν νά δημιουργήσουν ἓνα ἂνθρωπο Χριστό, πού ὃλη τήν ἡμέρα θά εὐεργετεῖ καί θά θεραπεύει τόν συνάνθρωπό του.

 

2.4  .Ὁ Δικαστής

Οἱ Νόμοι γιά νά ἐφαρμοστοῦν προβλέπουν τήν ὓπαρξη Δικαστῶν σωστά μορφωμένων. Ἀκολουθώντας μάλιστα τήν περί Φυσικοῦ Ἀνθρώπου Διδασκαλία τῶν Λατείνων δέν ἐξετάζουν ἂν ὁ συγκεκριμένος Δικαστής ἒχει ἐφαρμόσει τό Νόμο στή ζωή του, ἂν εἶναι ἠθικός ἢ ἀνήθικος, ἂν ἒχει μέσα του ὃμοια πάθη μέ αὐτά πού πραγματοποίησε ὁ Ἐγκληματίας , τόν ὁποῖον καλεῖται νά δικάσει. Ἀφοῦ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου συμμετέχει στή θεία οὐσία καί δέν ἒχασε τίποτα ἀπό τήν πτώση τῶν Προτοπλάστων, ὃπως διδάσκουν οἱ Παπικοί, κάθε ἀγχίνους δικαστής καλά μορφωμένος μπορεῖ νά ἐπιβάλει τίς ἐνδεδειγμένες κυρώσεις τοῦ Νόμου στούς παραβάτες.

Γιά τούς ἱερούς Κανόνες ὃμως τά πράγματα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Αὐτός πού καλεῖται νά ἑρμηνεύσει καί νά ἐφαρμόσει τούς ἱ. Κανόνες εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Αὐτός ἒχει δικαίωμα νά κρίνει τούς χριστιανούς. Γιατί γίνεται αὐτό;

Ὃπως ἢδη ἀκούσαμε  σέ προηγούμενες εἰσηγήσεις οἱ ἱ. Κανόνες εἶναι θεραπευτικά μέσα. Σέ τί συνίσταται ἡ θεραπεῖα; Πρῶτα εἶναι ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη πού γίνεται μέ τήν ὑπακοή στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Μετά ἀκολουθεῖ τό ἑπόμενο στάδιο, ὁ φωτισμό τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ φωτισμός τοῦ ἒσω ἀνθρώπου ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ ἡ τελείωσις τῆς θεραπείας αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐν Χριστῳ θεοπτία, τουτέστιν ὁ δοξασμός ἢ ἡ θέωσις» [16].

Ἡ θεραπεία ὃμως αὐτή δέν γίνεται χωρίς τόν θεραπευτή, ὃπως δέν διορθώνονται οἱ σωματικές ἀρρώστιες χωρίς γιατρό. Θεραπευτές εἶναι  ὃσοι γνωρίζουν τήν ὀρθόδοξη «ποιμαντική τέχνη» μέσα στήν ὁποία περιέχεται καί τό δικαίωμα διορθώσεως τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ ἀληθινή αὐτή ἐπιστήμη διδάσκεται στά Ὀρθόδοξα Μοναστήρια. Ἀπό τά μοναστήρια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στίς περιόδους τῆς ἀκμῆς της ἐξέλεγε τούς Ἐπισκόπους-θεραπευτές. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού  ὑπερέβη καί αὐτό ἀκόμα τό γράμμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, πού θέλει τούς Ἐπισκόπους νά εἶναι ἒγγαμοι, καί ὣρισε νά καλοῦνται οἱ Ἐπίσκοποι ἐκ τῶν μοναχῶν. «Ἐν τῃ Ἀνατολῆ εἲτις μή μοναχός ἐγένετο, οὐ γίνεται ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης»[17].

Μέσα ἀπό τήν μοναχική ὑπακοή  ἀποκτάει ὁ ἂνθρωπος τήν σωστή λειτουργία τῆς λογιστικῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς. Ἡ σωστή λειτουργία τοῦ λογιστικοῦ  ἒχει σάν ἀποτέλεσμα τήν σωστή γνώση περί τοῦ Θεοῦ καθώς καί τήν δυνατότητα νά διακρίνει ἀλάνθαστα τό καλό ἀπό τό κακό, πού ἀποτελεῖ καί τό βασικό στοιχεῖο μιᾶς δικαιοδοτικῆς κρίσεως. Ἡ διάκριση ὃμως αὐτή τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ δεν εἶναι περιγραφική, «κατ’ εἶδος», ὃπως συνήθως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος ἀπό τόν κοσμικό δικαστή  ἀλλά οὐσιαστική, «ἡ τρανή γε και ἀσύγχυτον ἒχουσα περί τῆς φύσεως τῶν ὑποκειμένων δόξαν». Αὐτή δηλαδή τήν γνώση τῶν πραγμάτων πού ἒχει ὁ καθαρός ἀπό πάθη νοῦς.

Ὁ μέγας κανονολόγος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας Ἃγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γνωρίζοντας καλύτερα παντός ἂλλου τό ρόλο τῶν Ἱερῶν Κανόνων σάν θεραπευτικῆς μεθόδου καί ἀναφερόμενος στή μακρότατη συνήθεια οἱ Ἐπίσκοποι να ἐκλέγονται ἐκ τῶν μοναχῶν γράφει «Συνήθεια βεβαίως ἦτον αὓτη, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, νόμος ἁγιώτατος, νόμος δικαιώτατος, καί νόμος κοινωφελής. Ἁγιώτατος, διότι ἐκεῖνοι διά τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, καί τοῦ μοναδικοῦ πολιτεύματος, πρῶτον ἐκαθαρίζοντο, καί τότε ἢρχιζον νά καθαρίζωσι τούς ἂλλους. Πρῶτον ἐφωτίζοντο, και ὓστερον ἐφώτιζον. Πρῶτον ἐτελειοῦντο, και ὓστερον ἐτελείουν καί συντόμως εἰπεῖν, πρῶτον ἠγιάζοντο, και ὓστερον ἡγίαζον. Δικαιότατος, διότι ἐνδυσάμενοι τούς νικηφόρους φοίνικας κατά τῶν παθῶν, διά μέσου τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τότε εἰς  βραβεῖον τῆς νίκης, ἐλάμβανον τό μέγα τῆς ἀρχιερωσύνης ἀξίωμα καθυποτάξαντες τό χεῖρον εἰς τό κρεῖττον, ἢτοι το σῶμα εἰς το πνεῦμα, καί ἂρξαντες ἑαυτῶν διά τῆς ἀκροτάτης φιλοσοφίας τότε τῳ νόμῳ τῆς δικαιοσύνης, ὑπέταττον ἂλλους, καί ἐγίνοντο ἂρχοντες τῶν λαῶν»[18] .

Οἱ Ἐπίσκοποι ἐκλεγόμενοι ἀπό τήν τάξη τῶν μοναχῶν εἶχαν μάθει καί ἐφαρμόσει στόν ἑαυτό τους τήν ὀρθόδοξη θεραπευτική ἀγωγή  τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ, τοῦ φωτισμοῦ και τῆς θέωσης. Ἀπό τούς σέ κατάσταση θεώσεως μοναχούς ἐξασφάλιζε ἡ Ἐκκλησία Ἐπισκόπους ποιμένες δηλαδή, θεραπευτές τῶν ἁμαρτανόντων χριστιανῶν.

 

2.5.  Ποινές καί Ἐπιτίμια

Ἀφοῦ ξεκαθαρίσαμε τό Νόμο ἀπό τόν ἱ. Κανόνα, τό Δικαστή ἀπό τό Ἐπίσκοπο, καιρός εἶναι νά διακρίνουμε καί κατά τί διαφέρουν οἱ Ποινές τῶν Νόμων ἀπό τά Ἐπιτίμια τῶν Ἱ. Κανόνων.

Ἂς δοῦμε πρῶτα τόν ἐπιστημονικό ὁρισμό τῆς Ποινῆς . « Ἡ ποινή  εἶναι δεινόν (κακόν) τό ὁποῖον ἐπιβάλλεται ὡς τοιοῦτον κατά τινος πολίτου καθ’ὡρισμένην διδικασίαν ὑπό τῆς Πολιτείας εἰς ἒνδειξιν ἰδιαιτέρας ἀποδοκιμασίας αὐτοῦ ὑπό τῆς καθεστηκυϊας τάξεως». Καί γιά νά ἒχουμε σαφέστερη γνώση τί σημαίνει ὃτι ἡ ποινή εἶναι δεινόν μᾶς λέγουν οἱ νομικοί ὃτι «θέλει ἀκριβῶς νά πλήξῃ τόν τιμωρούμενον, θέλει νά γίνῃ ὑπ’ αὐτοῦ αἰσθητή ὡς κακόν, ὡς «πόνος»(Kant)»[19]. Τό ἂλλο ἐπίσης σημαντικό στοιχεῖο τοῦ ἐπιστημονικοῦ ὁρισμοῦ τῆς ποινῆς εἶναι ἡ ἰδιαίτερη ἀποδοκιμασία τοῦ δράστου. Ἡ ποινή θεωρεῖται ὃτι συνιστᾶ τό μεγαλύτερο κακό πού μπορεῖ νά πάθει ὁ δράστης καί συγχρόνως παρέχει καί ἐπίσημο στιγματισμό  τοῦ προσώπου του.

Ἂς δοῦμε τώρα τί εἶναι τά Ἐπιτίμια. Ὃλα αὐτά τά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα οἱ νομικοί προσδιορίζουν ἐπιστημονικά τήν ποινή ἐλλείπουν ἀπό τά Ἐπιτίμια μέ τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία θεραπεύει τό Ἐκκλησιαστικό Ἒγκλημα. Δέν θεωροῦνται κατ’ ἀρχήν τά Ἐπιτίμια ἀληθινό κακό, οὒτε ἐξωτερικά οὒτε στήν οὐσία τους.[20]

Κατά  τό Πνευματικό Δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἁμαρτία, ἡ σύγκρουση δηλαδή μέ τούς ἱερούς Κανόνες καί τίς Εὐαγγελικές ἐντολές, ἀποτελεῖ ψυχικό νόσημα καί χρήζει θεραπείας[21]. Ἒτσι ἐνῶ γιά τό κοσμικό δικαστή ὁ ὑπόλογος στό κοσμικό Νόμο ἂνθρωπος εἶναι κατακριτέος, γιά τό Κανονικό Δίκαιο ὁ ὑπόλογος ἂνθρωπος εἶναι θεραπευτέος. Στό κοσμικό δίκαιο ἡ ἀπόρριψη ἀφορᾶ τό πρόσωπο[22], ἐνῶ στό δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀπόρριψη ἀφορᾶ τήν ἁμαρτωλῆ πράξη, ἡ ὁποία  πρέπει να ἀντιμετωπισθῆ σάν παράσιτο καί νά ἀφαιρεθῆ ἀπό τό συγκεκριμένο πρόσωπο μέ μεθόδους καί  προσοχή παρόμοια πρός κάθε ἰατρική τέχνη. Τό Ἐπιτίμιο λοιπόν εἶναι τρόπος θεραπείας καί μοιάζει μέ τίς ἱατρικές φροντίδες καί τούς περιωρισμούς πού ἐπιβάλει ὁ γιατρός στόν ἂρρωστο, ὣστε νά θεραπευθεῖ πλήρως ἀπό τήν ἀσθένεια καί ἐπί πλέον νά μήν ὑποτροπιάσει.

Ὁ Σκοπός  τῆς Ποινῆς κατά τό κοσμικό δίκαιο ἦταν παλαιότερα ἡ Ἀνταπόδοση, ὡς ἓνας τρόπος νομιμοποίησης τῆς δικαίας Ἐκδίκησης. Σήμερα εἶναι ἡ Γενική καί Εἰδική Πρόληψη. Εἰδική Πρόληψη σημαίνει τήν «ἀποτροπήν νέων ἐγκλημάτων αὐτοῦ τούτου τοῦ ἢδη ἐγκληματήσαντος» ἐνῶ Γενική Πρόληψη τήν «συγκράτησιν τῶν ἂλλων κοινωνῶν ἀπό τῆς κατολισθήσεως εἰς τό ἒγκλημα»[23].

Ὁ ρόλος τῶν Ἐπιτιμίων δέν εἶναι μιά Γενική ἢ Εἰδική Πρόληψη καί πολύ περισσότερο δέν εἶναι μιά μορφῆς Ἀνταπόδοση[24]. Εἶναι μιά προσπάθεια σέ βάθος θεραπείας τοῦ ἁμαρτάνοντος. Αὐτό φαίνεται πιό ξεκάθαρα ἀπό τό γεγονός ὃτι, ἐνῶ γιά τό κοσμικό δίκαιο ὃλες οἱ κύριες ποινές εἶναι ἀποκλειστικά δύο, στερητικές τῆς ἐλευθερίας ἢ χρηματικές ποινές, γιά τό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο τά ἐπιτίμια εἶναι πάμπολλα. Εἶναι ἀντίστοιχα μέ τό πάθος πού θέλουν νά διορθώσουν (καθαίρεση, ἀφορισμός, ἐγκλεισμός σέ μοναστήριο, ἐλεημοσύνες, ἀποχή ἀπό Θ. Κοινωνία, ξηροφαγία κ.λ.π).

Τά ἐπιτίμια ἐπιβάλλουν σέ θεραπεία τόν ἁμαρτάνοντα καί ὃταν δέν ἒχει διαπράξει τήν πράξη, ἀλλά τήν κυοφορεὶ μέσα του μέ τήν σκέψη, τήν μελέτη τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀπόφαση κ.τ.λ. στάδια πού περιγράφουν οἱ ἱ. Κανόνες.

Πολλές ἂλλες διαφορές νόμων καί ἱ. Κανόνων θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε, ἂν εἲχαμε χρόνο, πού ἀκολουθοῦν αὐτές τίς βασικές συνισταμένες καί διακρίνουν τό δίκαιο τοῦ Θεοῦ ἀπό τό δίκαιο τῶν ἀνθρώπων.

 

3.  ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θά τελειώσωμε μέ αὐτές ἀκόμη τίς παρατηρήσεις: Τό σημερινό δίκαιο τῆς νεωτερικῆς καί μετανεωτερικῆς ἐποχῆς ἒχει μιά ἱστορία περίπου 200 ἐτῶν καί εἶναι καταφανῆ τά ἀδιέξοδα στά ὁποία ὁδηγεῖ τήν Πανανθρώπινη Κοινότητα δίνοντας νομιμότητα στίς πιό αὐταρχικές καί θρασύτατες ἐξουσίες τῆς ἐποχῆς μας καί καλύπτοντας προφανῆ ἐγκλήματα κατά τῶν Λαῶν. Ἡ ἱστορία τοῦ Γένους μας ἒχει νά προτείνει σάν ἀντίλογο μορφές ἀνθρώπινου δικαίου πού συμπλέουν μέ τό θεῖο δίκαιο σέ μιά θαυμαστή ἁρμονία.

Ὁ Μέγας Ἰουστινιανός πραγματοποίησε ἓνα μοναδικό ἂθλο στήν ἱστορία τῆς Ἀνθρωπότητος. Καθάρισε ὃλο τό Ρωμαϊκό Δίκαιο ἀπό τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού δέν ἐξέφραζαν τίς σωστές περί Ἀνθρώπου ἀντιλήψεις σύμφωνα μέ τόν Εὐαγγελικό Νόμο καί τό παρέδωσε στήν Ἀνθρωπότητα ὡς μοναδικό θησαυρό. Ἡ σημερινή Εὐρώπη κυβερνήθηκε σχεδόν 1000 χρόνια μέ τό δίκαιο αὐτό. Σήμερα οἱ Συνταγματολόγοι προκειμένου νά ἀποδείξουν ὃτι ὁ Εὐρωπαϊκός χῶρος ἀποτελεῖ ἑνότητα ἰσχυρίζονται ὃτι ἒχει ὡς κοινή κληρονομία αὐτό τό Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Ὁ Μεγάλος αὐτός Αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός, ἀλλά ἐπίσης μέγας θεολόγος, κατανόησε πολύ καλά ὃτι μόνον ὁ νόμος πού ἒχει ὡς βάση τό Χριστό εἶναι ἀληθινός, πραγματικός καί χρήσιμος Νόμος γιαυτό μετά τό ξεκαθάρισμα τῶν παλαιῶν νόμων προχωρεῖ πιό βαθειά στήν οὐσία τοῦ δικαίου καί ὁρίζει μέ τήν Νεαρά 131 : «Θεσπίζομεν τοίνυν τάξιν νόμων ἐπέχειν  τούς ἁγίους ἐκκλησιαστικούς κανόνας ..». Δηλαδή οἱ Ἱεροί Κανόνες ἒχουν τήν ἲδια ἰσχύ πού ἒχουν καί οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους.Αὐτή  ἡ ρεαλιστική γραμμή συνεχίζεται καί στούς μετέπειτα χριστιανούς Βασιλεῖς (πρβλ. Βασιλικά, Ε᾿ 3.2).

Ὁ σοφώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί μέγας κανονολόγος ἃγιος Φώτιος θεωρεῖ ὃτι οἱ Ἱ. Κανόνες εἶναι ἀνώτεροι ἀπό τούς κρατικούς νόμους. Ἀπό αὐτά τά σημαντικά κείμενα πού διαπνεύονται, ὂχι ἀπό τόν ἐπαρχιωτισμό τῶν φεουδαλικῶν Κρατῶν τοῦ Μεσαίωνα, ἀλλά ἀπό τήν ἐμπειρία μιᾶς Παγκόσμιας Χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας, πού κάποτε διέλαμψε σέ αὐτό τό χῶρο, κατανοοῦμε τήν ἀληθινή συμπληρωματική σχέση πού πρέπει νά διέπει τούς ἱ. Κανόνες  καί τούς κοσμικούς Νόμους.

Τό ἰσχύον Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος στό ἂρθρο 3 διατρανώνει αὐτό πού τό νεοπαγές Ἑλληνικό Κράτος μετά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821 ἒσπευσε νά ἐξασφαλίσει. Ἐπιτάσσει τό ἂρθρο 3 νά τηροῦνται «ἀπαρασάλευτα» οἱ Ἀποστολικοί καί Συνοδικοί Κανόνες  καθώς καί οἱ ἱερές παραδόσεις». Κατά τό Σύνταγμα ἐξάλλου τῆς Ἐθν. Νομοδοτικῆς Συνελεύσεως Ἐπιδαύρου τῆς 20.12.1821, πού ἐπαναλαμβάνει ὃμοια ρύθμιση μέ τήν προηγηθεῖσα Νομική Διάταξη τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος τῆς 17.11.1821, στήν παραγραφο 90 ὁρίζει ὃτι«...αἱ πολιτικαί καί ἐγκληματικαί διαδικασίαι βάσιν ἒχουσι τούς νόμους τῶν ἀειμνήστων χριστιανῶν ἡμῶν αὐτοκρατόρων...» Δηλαδή τό ἀστικό καί τό ποινικό δίκαιο πού θά ἐφαρμοσθῆ πρέπει νά ἒχει βάση τή νομοθεσία τῶν Χριστιανῶν Αὐτοκρατόρων.

Οἱ ἐνθουσιώδεις ἐκείνοι πολεμιστές δέν ἐπεδίωκαν μέ τή ρύθμιση αὐτή νά γυρίσουν τήν ἱστορία 500 χρόνια πίσω. Ἐπεδίωκαν μέ τό Δίκαιο τῆς Χριστιανικῆς Ρωμηοσύνης νά μπολιάσου καί προικίσουν τούς θεσμούς καί τούς νόμους τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους. Ἢθελαν δηλαδή ὁ Νόμος νά στηρίζεται στό Θεανθρώπινο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἢθελαν τό νέο Κράτος νά καθοδηγεῖται ἀπό τήν Αἰώνια Δικαιοσύνη τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του.

 

Ἃγιοι Πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Μέ ὃσα περιληπτικά ἀναφέραμε προσπάθησα νά ἐξηγήσω ὃτι οἱ σημερινοί κοσμικοί νόμοι πού ἐφαρμόζονται στήν Εὐρώπη τούς τελευταίους αἰῶνες καί στόν τόπο μας τίς τελευταῖες δεκαετίες, ἒχει παρεκκλίνει ἀπό τήν σωστή γνώση τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἱ. Κανόνες ἀντίθετα θα παραμένουν γιά πάντα αἰώνια μνημεῖα ἀληθείας καί διδασκαλίας. Θά διδάσκουν περί ἀνθρώπου, περί σωτηρίας, περί ἀληθινῆς εὐδαιμονίας, περί ἀνθρωπίνου προορισμοῦ.

Οἱ Κοσμικοί Νόμοι, ὃσο θά ἒχουν τίς Δυτικές θεολογικές καί ἀνθρωπολογικές προκαταλήψεις, θά δημιουργοῦν διαφόρους τύπους ἐλλειματικῶν ἀνθρώπων, ἐνδεῶν, ὑποτεταγμένων σέ κοσμικά ἐφήμερα σχήματα, πειθαναγκασμένων, ἀνίκανων νά βιώσουν τήν τελεία ἐλευθερία. Θά δημιουργοῦν κοινωνίες ἀνισόρροπες, κοινωνίες ναρκομανῶν, ἐρωτικά διεστραμμένων, θά ἀναπαράγουν ἐπαναστάσεις, θά διδάσκουν τόν μηδενισμό, θά προωθοῦν κάθε μορφῆς δουλεμπόρια, θά φοβίζουν μέ τίς ἀνακαλύψεις τῆς Γενετικῆς καί τίς πυρηνικές ἀπειλές, θά προκαλοῦν οἰκονομικά ἀδιέξοδα καί θά ὁδηγοῦν τούς νέους σέ ἀπόγνωση.

Τό ἰσχύον Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος πού, σέ συγχορδία μέ τά προηγούμενα Συντάγματα, ἐπιτάσσει στό ἂρθρο 3 νά τηροῦνται «ἀπαρασάλευτα» οἱ Ἀποστολικοί καί Συνοδικοί Κανόνες,  καθώς καί οἱ ἱερές παραδόσεις, μᾶς  δείχνει τό δρόμο καί τόν τρόπο πού μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε ὡς Ἒθνος ἠθική αὐτονομία, πραγματική ἐλευθερία καί οὐσιαστική κοινωνική δικαιοσύνη, ἀλλά μᾶς ἀποκαλύπτει καί τήν μέθοδο  μέ τήν ὁποία, ὡς ἂτομα  ὁ καθένας, θά βιώσουμε τήν ἀληθινή εὐδαιμονία ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.



[1] Πηδάλιον τῆς νοητής νηός τῆς μίας Ἁγίας  Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς τῶν  Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας, ἢτοι ἃπαντες οἱ Ἱεροί καί Θεῖοι Κανόνες πρός κατάληψιν τῶν ἁπλουστέρων ἑρμηνευόμενοι παρά  Ἀγαπίου Ἱερομονάχου καί Νικοδήμου μοναχοῦ. Ἀνατύπωσις ἐκ τῆς γ’ ἐκδόσεως τοῦ 1864, Θεσσαλονίκη, ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου.

 

[2] Ἀντί πλλῶν, Ἀριστοβούλου Μάνεση, Συνταγματικό Δίκαιο, τ.1,Ἐκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980 σ.39 ἑπ.

[3] Ματθ. 7,12

[4] «αύτός (δηλαδή ὁ Θεός) ἐξ ἀρχῆς ἐποίησεν ἂνθρωπον καί ἀφῆκεν αὐτόν ἐν χειρί διαβουλίου αὐτοῦ. ἐάν θέλῃς συντηρήσεις ἐντολάς καί πίστιν ποιήσαι εὐδοκίας. Παρέθηκέ σοι πῦρ καί ὓδωρ. Οὗ ἐάν θέλῃς , ἐκτενεῖς τήν χεῖρά σου». Σοφία Σειράχ 15,14-16

[5] Οἱ νεώτερες γενιές νομικῶν ἀπορρίπτουν θεωρητικά τήν περί φυσικοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία καί ἀκολουθοῦν τό νομικό θετικισμό. Ὁ νομικός θετικισμός εἶναι ἡ ὁμολογία ὃτι ἡ νομική ἐπιστήμη τοῦ παρελθόντος ἀπέτυχε νά γνωρίσει σωστά τί εἶναι ἂνθρωπος μέσω τοῦ Φυσικοῦ Ἀνθρώπου καί τόν παραμερίζει ἐπικεντρώνοντας τό ἐνδιαφέρον σέ μιά νεφελώδη καί κοινωνικολογική θεώρηση ἀνθρώπου καί συνακόλουθα τοῦ Δικαίου. Πρβλ.  Παύλου Σούρλα, Justi atque injusti scientia, μιά εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, Αθήνα-Κομοτηνή, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1995, σ.σ.76-78. Δέχεται δηλαδή ὁ  νομικός θετικισμός ἓνα ἂλλο τύπο φυσικοῦ ἀνθρώπου τόν «κοινωνικό ἂνθρωπο» . Σήμερα, πού προωθοῦνται οἱ ἀντιλήψεις τῆς Νέας Ἒποχῆς ὁ φυσικός ἂνθρωπος μεταπλάθεται σέ Μετ-άνθρωπο .πρβλ. Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Νέα Ἐποχή, Ἀθήνα , Ἐκδόσεις Σταμούλη, 2004, σ.39.    

[6]Aὐτή ἡ πλήρη διάκριση Φύσεως καί Xάριτος “ εἶναι ἡ πηγή μιᾶς φυσιοκρατικῆς ἀντιλήψεως περί τοῦ ἀνθρώπου ” . Νικολάου Μπερδιάγιεφ, Περί Προορισμοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, δοκίμιον παραδόξου ἠθικῆς,  Ἀθῆναι, 1950. σ.87

[7]Νικολίτσας Γεωργοπούλου, τό Φυσικόν Δίκαιον, ἱστορικοκριτική θεώρησις τοῦ Προβλήματος, Ἀθῆναι, (χωρίς χρονολογία),  σ. 87

[8] Γεωργοπούλου, ὃ.π.π. σ. 91

[9] Mπερδιάγιεφ,  ὃ.π.π., σ.87

[10]  Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, Τό Προπατορικόν Ἁμάρτημα, β᾿ Ἐκδοση, Ἀθήνα , Ἐκδόσεις Δόμος, 1989. σ. 156

[11] Νικολάου Μπρατσιώτου, καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀνθρωπολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόμος Ι, ὁ Ἂνθρωπος ὡς θεῖο Δημιούργημα, ἐν  Ἀθήναις 1976 σ. 304

[12]  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία,   τόμος Α, 4η Ἒκδοση, Ἀθήνα 2000. σ.604

[13] Pωμανίδου ὃ.π.π. σ.150

[14] Karl Engisch, Εἰσαγωγή στή Νομική Σκέψη, Μτφρ. Διονυσίου Δ. Σπινέλλη, τακτικοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Θράκης,  Ἀθήνα, ἒκδοσης Μορφωτικοῦ Ἰδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης, 1981,σ.219 επ.

[15] Ἂννας Ψαρούδα-Μπενάκη, δ.ν.-Δικηγόρου, Τά Ἀξιολογικά Στοιχεῖα τῆς ἀντικειμενικῆς Ὑποστάσεως τοῦ Ἐγκλήματος, Ἀθῆναι,  Ἐκδοτικός οἶκος Ἀφοί Π. Σάκκουλα, 1971 σ. 65 ἑπ.

[16]  Ρωμανίδης,  ὃ.π.π. σ.κθ᾿

[17]Ἁγίου Νικοδήμου, Συμβουλευτικό Ἐγχειρίδιον,δ’Ἒκδοση, Βιβλιοπωλεῖο Νεκτάριος Παναγόπουλος,  Ἀθήνα 1999, σ.31., σ.31.

[18] Ἁγίου Νικοδήμου, ὃ.π.π. σ.σ. 31-32

[19] Νικολάου Ἀνδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο Ι, Γενικό Μέρος, Ἀθῆναι –Κομοτηνή,  Ἐκδόσεις  Ἀντ. Σάκκουλα, 1991. σ.ς. 16-17

[20] Κάποιοι Κανονολόγοι ἰσχυρίζονται ὃτι τά Ἐπιτίμια εἶναι μέν κακό (ἂρα Ποινή) ἀλλά ἒχουν δῆθεν καλό ἀποτέλεσμα. Καί ἂν ἀκόμα ἡ ἂποψη αὐτή ἧταν σωστή πάλι τά Ἐπιτίμια δέν εἶναι ποινές γιατί σύμφωνα μέ τόν ὁρισμό τῆς ποινῆς  αὐτή εἶναι κακό «καί ἐπιβάλλεται ὡς τοιοῦτον», ὡς πραγματικό κακό. Τό ὃτι τό Ἐπιτίμιο δέν εἶναι καί στήν οὐσία του κακό προκύπτει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας πού θεωροῦν ὡς μοναδικό κακό τήν Ἁμαρτία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τοῦ ὃτι τό Ἐκκλησιαστικό Ἐπιτίμιο δέν εἶναι ἀληθινό κακό ἀλλά ἀκριβῶς τό ἀντίθετο φαίνεται ἀπό τήν ἐξιστόριση πού περιέχεται στήν Κλίμακα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναϊτου γιά μιά μοναστηριακή Φυλακή. Αὐτή ἡ Φυλακή περιγράφεται ὡς τόπος «μέ ἂκρα καί ἀφόρητο κακοπάθεια ... οἳαν ἀπ’αἰῶνος οὐκ ἠκούσαμεν» Σέ αὐτή τή φυλακή σπουδαῖος μοναχός ζήτησε ἀπό τόν ἡγούμενο νά τιμωρηθῆ γιά μικρά ἁμαρτήματά του καί μέ πολλή προσπάθεια τόν ἒπεισε καί μέσα σέ αὐτή τή φυλακή τελείωσε ὁσιακά τή ζωή του σέ ἑπτά μέρες. (Ἱωάννου Σιναϊτου, Κλίμαξ, λόγος Ε’Περί Μετανοίας). Ἀπό αὐτό καί ἂλλα νηπτικά κείμενα ἀποδεικνύεται ὃτι ἐκεῖνο πού θωρεῖται «κακό» γιά τούς ἐμπαθεῖς εἶναι δόξα γιά τούς ἀπαθεῖς !

[21] Παναγιώτου Ἐπαμ.Χριστινάκη, ἀναπληρωτοῦ καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Θέματα Κανονικοῦ καί Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, Α.΄ Άθήνα, 1993, σ. 93 ἑπ.

[22] Μέ πολλή χαρά διαπιστώνουμε ὡς χριστιανοί ὃτι τά νεώτερα ἐγχειρίδια Ποινικοῦ Δικαίου  ἐπηρεασμένα προφανῶς ἀπό τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία θεραπείας τοῦ δράστη, πού ἐπί 2.000 κηρύττεται στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ἂρχισαν δειλά-δειλά νά δέχονται σέ ὠρισμένες περιπτώσεις ὃτι ἡ ποινή ἀποδοκιμάζει τήν πράξη καί ὂχι τόν δράστη. Μακάρι τό Δίκαιο νά ἐπηρεαστεῖ θετικά καί σέ ἂλλα θέματα  ἀπό τήν μακραίωνα ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ὀρθή θεραπεία τῆς Κοινωνίας.

[23]  Ἀνδρουλάκη Ποινικό, ὁ.π.π. σ.33

[24] Ἃς θαυμάσωμε τήν σοφία τῶν ἁγίων Πατέρων πῶς ἀντιστρέφουν τήν ἀρχή τῆς Ἀνταποδόσεως τοῦ Κοσμικοῦ Δικαίου στόν 6ο Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: Ὁρίζουν ὃτι ὀφείλει ὁ κατήγορος τοῦ Ἐπισκόπου προκειμένου νά γίνει δεκτή ἡ κατηγορία πού εἰσάγει στή Σύνοδο νά δηλώσει ἐγγράφως  ὃτι ἀποδέχεται τήν ταυτοπάθεια στήν περίπτωση πού δέν ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια τῶν καταγγελομένων. Δηλαδή νά δηλώνει ὃτι δέχεται νά πάθει ὃ,τι θά πάθαινε ὁ Ἐπίσκοπος ἂν ἦταν ἀληθινή ἡ κατηγορία πού ἐξαπολύει κατ’αὐτοῦ!  Ἀπό παρόμοιες περιπτώσεις ἱ. Κανόνων διαπιστώνουμε ὃτι ἡ ἀρχή τῆς Ταυτοπαθείας στό Ἐκκλησιαστικό Δίκαιο ἒχει θεραπευτικό χαρακτῆρα καί ὂχι ἱκανοποίηση τοῦ ἐκδικητικοῦ πάθους τοῦ ζημιωθέντος.