Μιά, τοὐλάχιστον, παράδοξη Ἔκθεση θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς.

Πρεσβυτέρου Βασιλείου Κοκολάκη

Μιά, τοὐλάχιστον, παράδοξη Ἔκθεση θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς.


Μέσα στά πλαίσια τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς παγκοσμιοποιήσεως τῶν τελευταίων χρόνων, κάποιες Μητροπόλεις προσπαθοῦν ὅλο καί περισσότερο νά προσεγγίσουν ἀλλοθρήσκους ἤ ἀλλοδόξους μέ ποικίλους τρόπους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ἡ θρησκευτική τέχνη.

Πιό συγκεκριμένα ἡ Σχολή Ἁγιογραφίας «Διά χειρός» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος διοργανώνει ἔκθεση  ἔργων θρησκευτικῆς ζωγραφικῆς πού βέβαια καμμία σχέση δέν ἔχουν μέ τήν ἁγιογραφία. Μᾶλλον ἀποτελοῦν ἄλλη μορφή εἰκονομαχίας ἐκ τῶν ἔσω,  δηλαδή ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων. Καί τό γιατί;

Ἀπό τό βιβλίο «Ἡ εἰκόνα» τοῦ Λεωνίδα Οὐσπένσκη Καθηγητοῦ τῆς Εἰκονογραφίας τοῦ Ὀρθοδόξου Ρωσικοῦ Ἰνστιτούτου τῆς Γαλλίας ( μετάφραση Φώτη Κόντογλου) ἐκδ. «ΑΣΤΗΡ» μαθαίνουμε :

 

« Ἡ ἁγιογραφία ἐξοστρακίσθηκε ἀπό τίς ἐκκλησίες μας, καί τή θέση της τήν πῆρε ἡ θρησκευτική ζωγραφική...

...Τό θρησκευτικό ζωγραφικό ἔργο ἐκφράζει τήν ψυχική κατάσταση τοῦ τεχνίτη καί τή δική του μονάχα εὐλάβεια ,  καί ὄχι ὅπως τελεῖ τό ἔργο τῆς λειτουργικῆς τέχνης,  πού μεταδίδει ἀντικειμενικά τήν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς πίστεώς μας.

Ἡ θρησκευτική ζωγραφική καθρεφτίζει τόν κόσμο πού νιώθουμε μέ τίς αἰσθήσεις καί τίς συγκινήσεις του ,  νιώθει τόν Θεό κατ’εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου.

Δέν εἶναι πιά ἡ Ἐκκλησία πού διδάσκει τούς πιστούς ,  ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα πού ἐπιβάλλει τίς ἀτομικές ἀναζητήσεις της.

Ἡ λειτουργική ὅμως τέχνη δέν ἔχει σκοπό νά συγκινήσει ,  ἀλλά νά μεταμορφώσει,  νά ἀναπλάσει κάθε ἀνθρώπινο αἴσθημα....

...Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ,  ἡ ὡραιότητα εἶναι ἡ βασιλική στολή τοῦ Θεοῦ: «Ὁ Κύριος ἐβασίλευσεν,  εὐπρέπειαν ἐνεδύσατο»(Ψαλμ. 92). Γιά τόν πνευματικό ἄνθρωπο ἡ ὡραιότητα αὐτή εἶναι τό στεφάνι μέ τό ὁποῖο στεφανώνει ὁ Θεός τό πλάσμα Του,  ἡ ἀνταπόκριση ἀνάμεσα στήν εἰκόνα καί τό πρωτότυπό της.

Στή θρησκευτική ὅμως τέχνη,  ὅπως καί στήν ἄλλη κοσμική τέχνη, ἡ ὡραιότητα ἔχει ἀξία αὐτή καθ’ἑαυτή ,  εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἔργου. Ἀλλά αὐτή δέν εἶναι πιά ἡ ἀληθινή ὠραιότητα,  ἀλλά μιά παραμόρφωση τῆς ὡραιότητας,  πού καταντᾶ στήν ὄψη τοῦ ξεπεσμένου κόσμου,  καί πού φθάνει κάποτε στήν ὄψη τοῦ διαλυμένου κόσμου(ὅπως στά ἔργα τοῦ ζωγράφου Πικάσσο,  τῶν σουρεαλιστῶν...). Ἡ ὡραιότητα μιᾶς τέτοιας ζωγραφιᾶς εἶναι κάποιο πράγμα πού τό ὑποβάλλει ἐκεῖνος πού τή ζωγραφίζει σ’ἐκεῖνον πού τή βλέπει. Καί μέ τόν τρόπο πού ζωγραφίζεται μιά τέτοια ζωγραφιά καί μέ τόν τρόπο πού τή βλέπει ὁ θεατής ,  βεβαιώνεται ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα,  συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα. Αὐτό τό πράγμα ὁ κόσμος τό λέει «ἐλευθερία». Αὐτή ἡ ἐλευθερία εἶναι τό νά ἐκφράζει ὁ τεχνίτης τήν προσωπικότητά του,  τό «ἐγώ» του. Σύμφωνα μ’αὐτήν τήν ἐλευθερία ἡ προσωπική εὐσέβεια,  τά ἀτομικά αἰσθήματα,  ἡ πεῖρα τοῦ τάδε καί τάδε ἀνθρώπου,  ἔχουν μεγαλύτερη σημασία ἀπό τήν ὁμολογἰα τῆς ἀντικειμενικῆς ἀλήθειας τῆς θείας ἀποκαλύψεως. Εἶναι πράγματι ἡ καλλιέργεια τῆς αὐθαιρεσίας. Ἀφήνω πώς, σέ μιά θρησκευτική εἰκόνα ζωγραφισμένη μέ κοσμικό πνεῦμα,  αὐτή ἡ ἐλευθερία τοῦ τεχνίτη ἐκδηλώνεται εἰς βάρος ἐκείνων πού βλέπουν τή ζωγραφιά,  ἐπειδή ὁ ζωγράφος τούς παρουσιάζει τήν προσωπικότητά του πού μπαίνει ἀνάμεσα σ’αὐτούς καί στήν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό φέρνει κάποιο ἀναποδογύρισμα, κι’αὐτό πού ἦταν προορισμένο νά δυναμώσει τήν εὐσέβεια τῶν πιστῶν,  βεβαιώνει τούς ἀπίστους στήν ἀπιστία τους...

Ἡ εἰκόνα πού κάνει ἕνας τέτοιος τεχνίτης,  χάνει χωρίς ἄλλο τή λειτουργική της ἀξία.

Κοντά σ’αὐτό, ἐπειδή μιά τέτοια εἰκόνα γίνεται κατά τή φαντασία τοῦ κάθε τεχνίτη,  ἀναγκαστικά αὐτό καταστρέφει τήν ἑνότητα τῆς τέχνης,  καί οἱ τεχνῖτες ἀπομένουν χωρίς δεσμό μεταξύ τους καί μέ τήν Ἐκκλησία.

Ἡ καθολικότητα χάνεται,  καί κυριαρχεῖ τό προσωπικό, τό ἰδιότροπο , τό πρωτότυπο.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἁγιογραφία ἀκολουθεῖ ἄλλο δρόμο ἐντελῶς. Εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἀσκητικῆς ὑπακοῆς τῆς θεωρητικῆς προσευχῆς. Ἡ ὡραιότητα μίας εἰκόνας ἄν καί ὁ καθένας τή βλέπει ἀναλόγως μέ τίς πνευματικές δυνάμεις του,  ἐκφράζεται ἀπό τόν τεχνίτη ἀντικειμενικά, σύμφωνα μέ τήν ἄρνηση τοῦ ἐγώ του,  πού σβήνει μπροστά στήν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια.

Σ’αὐτόν «ἡ ἐλευθερία εἶναι ἡ τελεία λύτρωση ἀπό ὅλα τά πάθη καί ἀπό τίς ἐπιθυμίες,  τίς κοσμικές καί σαρκικές» κατά τόν Ἅγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο. Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική ἐλευθερία,  ἡ ἐλευθερία πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ὅπου εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου,  ἐκεῖ εἶναι ἡ ἐλευθερία»( Β΄Κορινθ. γ΄,  17)»


Μετά ἀπό τά παραπάνω καταλαβαίνουμε ὅτι τό νά ψάλλουμε, ὅπως ὁ καθένας θέλει,  τό νά ἐφαρμόζουμε τεχνικές ἀρχιτεκτονικῆς,  ὅπως  ὁ καθένας  θέλει,  τό νά ἐμφανιζόμαστε, ὅπως ὁ καθένας θέλει, τό νά προσευχόμαστε ὅπως ὁ καθένας θέλει, τό νά λειτουργοῦμε,   ὅπως ὁ καθένας θέλει,  ὁδηγεῖ στόν ὑπερφίαλο ἐγωϊσμό σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ὁ καθένας κάνει ὅ,τι θέλει νομίζοντας πώς ἔτσι θά πετύχει τόν Παράδεισο, πού τόν φαντάζεται ὅπως ἐκεῖνος θέλει.

Ἀκραῖος οὑμανισμός, ὑποδούλωση στή γῆ, λήθη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, κατάργηση Ἐκκλησιολογίας, Τριαδολογίας, Χριστολογίας, σωτηριολογίας,  δηλαδή θάνατος!

Μέ τί κουράγιο, μέ τί σθένος, μέ τί φιλότιμο καί μέ ποιά πίστη θά ὑψώνουμε τίς ἅγιες εἰκόνες μας τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας;

Ἤ μήπως καί τότε θά ὑψώνουμε ὅ, τι θέλουμε;