Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ
Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος,
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
Τό θέμα μου εἶναι: "Ἡ διακονία στήν Ἐκκλησία καί στή ζωή". Ἡ λέξις διακονία εἶναι πολύ συνηθισμένη στόν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί λιγώτερο συνηθισμένη στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ ὅρος διακονία προέρχεται ἀπό τό ρῆμα «διακονέω-διακονῶ» καί σημαίνει: ὑπηρετῶ, προσφέρω ὑπηρεσίες, προσφέρομαι, γίνομαι ὠφέλιμος καί συντελεστικός σέ κάποια ἐργασία. Ἀπό αὐτή τή λέξι δημιουργοῦνται καί οἱ λέξεις διάκονος, πού ἑρμηνεύεται ὑπηρέτης, καί διακονία, πού ἑρμηνεύεται ὡς ὑπηρεσία. Ἔργο τοῦ διακόνου συνιστᾶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος. Θά προσθέσω ἀκόμη τήν ἐτυμολογία τῆς λέξεως διακονεῖν. Τό ρῆμα διακονέω-διακονῶ ἕλκει τή ρίζα του ἀπό ἐκείνους πού διέρχονται διά μέσου τῆς κόνεως, ἀπό ἐκείνους πού περνοῦν μέσα ἀπό τή σκόνη, γιά νά ὑπηρετήσουν τούς συνανθρώπους τους.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχε ἡ θρησκευτική διακονία μέ διαφόρους τίτλους: προφῆτες, ἱερεῖς, λευίτες, κριτές, βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσαν τόν Θεό καί μεσίτευαν ὑπέρ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Στήν Καινή Διαθήκη διάκονος καί διακονία σημαίνουν τήν ἐξυπηρέτησι τῶν πιστῶν καί μέ τή στενή ἔννοια τό λειτούργημα τοῦ διακόνου. Διακονία σημαίνει κάθε εἴδους πνευματική ὑπηρεσία, π.χ. διακονία τοῦ λόγου καί τοῦ κηρύγματος, διακονία τῶν ἀναγκῶν τῶν πιστῶν, διακονία ὑπέρ τῶν πτωχῶν κ.ἄ. Εἰδικά στά κοινόβια μοναστήρια ἡ ἐργασία κάθε μοναχοῦ λέγεται διακόνημα.
Ἐδῶ θά μοῦ ἐπιτρέψετε ἐγκαρδίως νά εὐχαριστήσω τόν ἀγαπητό ἰατρό νευρολόγο καί ἐν Χριστῷ ἀδελφό, τόν Τριαντάφυλλο Ντόσκα, γιά τήν ἄδεια πού μοῦ ἔδωσε νά δανειστῶ ἀποσπάσματα ἀπό τό καταπληκτικό καί ἐπίπονο βιβλίο του: «Ποιμαντική καί ἰατρική διακονία τῶν ἁγίων Λουκᾶ Συμφερουπόλεως καί Ἀνθίμου τῆς Χίου», πού ἀναφέρεται σέ δύο ἁγίους λειτουργούς τοῦ Ὑψίστου καί συγχρόνως ἰατρούς ἐν γένει, μέ μιά λέξι θεραπευτές ψυχῆς καί σώματος.
Ἄς ἀκούσουμε ὅμως σέ ἐλεύθερη μετάφρασι τί λέγει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γιά τό συγκεκριμένο θέμα: «Γνωρίζετε ὅτι αὐτοί πού ἐμφανίζονται ὡς ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κυριεύουν δυναστικά τούς λαούς καί ὅσοι κατέχουν ὑψηλά ἀξιώματα ἐξουσιάζουν τυραννικά τούς ἀνθρώπους. Μά δέν πρέπει νά παρατηρεῖται ἀνάμεσά σας τέτοια ἐγωιστική συμπεριφορά. Ἀλλά ὅποιος θέλει νά ἀναδειχθῆ μεγάλος μεταξύ σας, πρέπει νά γίνη ὑπηρέτης καί διάκονος, καί ὅποιος θέλει νά γίνη πρῶτος, νά γίνη δοῦλος ὅλων. Διότι καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν ἦλθε νά διακονηθῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά τούς διακονήση, νά τούς ὑπηρετήση, καί νά προσφέρη τήν ψυχή του ὡς λύτρο, ὡς ἀντάλλαγμα, γιά νά τούς ἐλευθερώση ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο»[1].
Ἀργότερα, στά χρόνια τῶν πρώτων Ἀποστολικῶν Κοινοτήτων, καθώς ἀναφέρεται στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἡ δράσις ὀνομάζεται διακονία, ὅπως στήν κλήσι τοῦ Ἀποστόλου Ματθία[2], ἐνῶ παράλληλα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος αὐτοαποκαλεῖται «δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ»[3]. Σιγά-σιγά μέ τά χρόνια, ἐπειδή οἱ Ἀπόστολοι ἔπρεπε νά διακονήσουν τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ἐξελέγησαν οἱ ἑπτά Διάκονοι, γιά νά διακονοῦν στίς τράπεζες τῶν συνδαιτημόνων καί στήν ὑπηρεσία τῶν φτωχῶν. Ἔτσι ὁ ὅρος διάκονος ἐξειδικεύθηκε στούς διακονητές ὑλικῶν ἀναγκῶν, καθώς καί στήν διακονία τῆς θείας λειτουργίας, ὅπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.
Στήν Ἐκκλησία μας ἡ ἔννοια τῆς διακονίας ἔλαβε μεγαλύτερη ἔκτασι. Διακονία σημαίνει πράξις ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης καί θυσίας. Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας γενικῶς εἶναι ἔργο διακονίας. Ὡς ἐκ τούτου καί τό ποιμαντικό ἔργο θεωρεῖται ἔργο διακονίας. Ποιμαντικό ἔργο περιλαμβάνει κάθε εἴδους μέριμνα τοῦ ποιμένα καί ἱερέως πρός τόν λαό τοῦ Θεοῦ, δηλαδή περιποίησι, προστασία, παρακολούθησι, γενικῶς περίθαλψι, πού φτάνει μέχρι τήν αὐταπάρνησι καί τήν αὐτοθυσία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὀνομάζει τήν ποιμαντική: «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», ὄχι μόνο ἀντιμετωπίζοντας πρακτικές καί ὑπαρξιακές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀποσκοπώντας κυρίως στή σωτηρία του. Ἔργο τοῦ ποιμένα εἶναι νά χειραγωγήση τόν ἄνθρωπο ἀπό τό "κατ’ εἰκόνα" στό "καθ’ ὁμοίωσιν".
Πρότυπο κάθε ποιμένα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχιποιμήν τῆς Ἐκκλησίας, καί καλεῖ τούς Ἀποστόλους, τούς Ἐπισκόπους καί τούς Πρεσβυτέρους του νά συνεχίσουν τό ἔργο του. Κάθε ποιμένας καλεῖται νά βγάλη τό ποίμνιο ἀπό τή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου στήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, γιά νά τοῦ παραδώση ψυχές τέλειες καί ἁγιασμένες. Ὅλα αὐτά χρειάζονται μέθοδο, διάκρισι καί σύνεσι, καί ὄχι προχειρότητα καί ἀπροσεξία.
Θυμᾶμαι κάποια φορά ταξίδευα μέ κάποιον δικηγόρο γιά κάποια Μητρόπολι, νά κάνω μιά ὁμιλία γιά τήν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Τοῦ ἐξέφρασα ἕνα ἐνδόμυχο φόβο καί μιά ἀμφιβολία μου, μήπως ἡ μεγάλη ὁμιλία μου λόγῳ τοῦ μήκους της δημιουργήση δυσαρέσκεια στούς ἀκροατές. Ἐκεῖνος μέ πολλή διάκρισι καί ἐνδιαφέρον μοῦ ἀπάντησε: «Πάτερ, διψᾶμε. Διψᾶμε. Πέστε τα ὅλα, γιά νά μᾶς ἐνισχύσετε».
Ἀναλύοντας τίς προϋποθέσεις τῆς ἀσκήσεως τῆς ποιμαντικῆς διακονίας, ὁ ὡς ἄνω συγγραφέας κ. Ντόσκας ἀναφέρει πέντε προϋποθέσεις στήν ποιμαντική:
α) Ὁλοκληρωτική προσφορά τοῦ κληρικοῦ στόν Θεό, ὁ ὁποῖος Θεός θά τόν ἀξιοποιήση ὅπως θέλει. Δέν εἶναι προσωρινή ἐνασχόλησις, ἀλλά ὑπόθεσις καί τρόπος ὁλόκληρης ζωῆς.
β) Ἡ πίστις ὄχι ὁπουδήποτε, ἀλλά στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ πίστις εἶναι πρωταρχική πράξις καί κινητήρια δύναμις γιά ὅλα τά ὑπόλοιπα.
γ) Ἡ λειτουργική ζωή καί ἡ προσευχή, ἀπαραίτητα γιά μιά διαποίμανσι μέ διάκρισι.
δ) Ταπείνωσις μέ αὐτογνωσία. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας μᾶς χειραγώγησε στή δουλική διακονία πλένοντας τά πόδια τῶν Μαθητῶν του στόν ἱερό Νιπτῆρα, δείχνοντας ἔμπρακτα τήν ὁδό τῆς ταπεινώσεως καί τῆς σωτηρίας ὅλων μας.
ε) Ἡ χριστιανική ἀγάπη, ἀγάπη πρός ὅλους, ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς.
Αὐτές ὅλες οἱ προϋποθέσεις δείχνουν πώς οἱ ποιμένες εἶναι στρατευμένοι στόν καλόν ἀγῶνα καί χρειάζεται νά συγκακοπαθήσουν γιά τόν Χριστό, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού ἔλεγε: «Ἔγινα γιά ὅλους ὅλα, μέ σκοπό ὁπωσδήποτε νά σώσω κάποιους»[4]. Κάθε πνευματικός πατέρας καλεῖται μέ φόβο Θεοῦ, προσευχή, ἀγάπη, ἐπίγνωσι καί κυρίως διάκρισι στά πράγματα νά βοηθῆ τό ποίμνιο σέ κάθε λύσι. Δέν πρέπει νά ἔχη προκαθωρισμένη τοποθέτησι, οὔτε νά ἐφαρμόζει παντοῦ τήν ἴδια λύσι. Ἐπίσης ἡ ποιμαντική δέν πρέπει νά γίνεται ἀδιάκριτα μέ οἰκονομία χωρίς ὅρια, οὔτε νά ἐκπίπτει σέ μιά στοιχειώδη καθηκοντολογία.
Εἶναι γεγονός ὅτι ἀνάμεσα στήν ποιμαντική διακονία ἔχει ἐξέχουσα θέσι ἡ ἐξομολόγησις. Ὁ ἐξομολόγος ἤ καλύτερα ὁ πνευματικός ὀφείλει νά ἀκούση προσεκτικά τό πνευματικοπαίδι του στίς ἁμαρτίες πού θά τοῦ ἐκθέση, καί νά τόν νουθετήση συνετά. Νά εἶναι ψύχραιμος, μακρόθυμος καί ἕτοιμος γιά ὅλα ὅσα θά ἀκούση, χωρίς αὐστηρότητα, θυμό, ὀργή ἤ ἀποστροφή. Νά μήν ἀπαιτήση ὅρκους ἤ ὑποσχέσεις πώς ὁ ἐξομολογούμενος δέν θά ξανακάνη τά ἴδια παραπτώματα, ἀλλά νά τόν διδάξη ἁπλά νά προσπαθήση. Νά παρουσιάση τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στά πλάσματά του, καί νά τονίση τή σημασία τῆς μετανοίας καί τῆς ταπεινώσεως γιά τή συγχώρησι. Τέλος νά δώση μεγάλη ἔμφασι καί σημασία στήν θεία χάρι, καί λιγώτερο στή δική του πειθώ καί στά δικά του λόγια. Εἶναι φανερό ὅτι τό ζητούμενο εἶναι ἡ πίστις στόν Χριστό καί ὄχι τόσο στά λόγια τοῦ πνευματικοῦ. Ἄλλο πειθώ καί ἄλλο πίστις.
Ἐδῶ θά ἤθελα νά θυμηθῶ τόν μακαριστό πρώην Γέροντά μου π. Γεώργιο Καψάνη, μέ τήν ὑποδειγματική διάκρισι καί πατρικότητα. Μνημειώδη ἔμειναν τά δύο βιβλία του: «Ἡ ποιμαντική διακονία ὑπέρ τῶν φυλακισμένων», καί «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς ἱερούς κανόνας», ὅπου χαρακτηριστικά τήν πνευματική πατρότητα δέν τήν ὀνομάζει κυριαρχία, αὐθεντία ἤ ἐξουσία, ἀλλά ποιμαντική διακονία. Στά βιβλία αὐτά, παρουσιάζοντας τούς ἱερούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τονίζει πώς δέν πρέπει ὁ χριστιανός νά ἐπιθυμῆ τή σωτηρία του «ἐξ ἔργων νόμου»[5], οὔτε νά βασίζεται σέ μιά νομική κατοχύρωσι τῶν πράξεών γιά νά δικαιωθῆ ἐνώπιον Θεοῦ, ἀλλά νά στηρίζεται κυρίως στήν θεία χάρι καί στό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλιῶς θά μοιάσουμε στούς Ἑβραίους καί στούς Προτεστάντες, πού περιμένουν μέ νομικίστικη ἀντίληψι τή σωτηρία τους. Ὁ χριστιανός δέν ἀσκεῖ τήν ἀρετή καί τόν πνευματικό ἀγῶνα, γιά νά εἶναι νομικά δικαιωμένος καί σωσμένος, ἀλλά γιά νά πλησιάση καί νά ὁμοιάση μέ τόν Θεό, νά ἐπιτύχη τό «καθ’ ὁμοίωσιν».
Μᾶς ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ π. Γεώργιος Καψάνης γιά τά θέματα τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς ἐν γένει ποιμαντικῆς ὅτι ὀφείλουμε νά οἰκονομοῦμε τήν κάθε περίπτωσι, ἀλλά ὄχι νά παρανομοῦμε. Τό τόνιζε μέ ἀπαρέμφατα ἀρχαϊκά: «Οἰκονομεῖσθαι, ἀλλ’ οὐ παρανομεῖσθαι».
Ἐπίσης θυμᾶμαι καί κάποιον διακριτικό πνευματικό πού ἐπισκέφθηκε τό μοναστήρι μας καί τόνιζε ἐπιγραμματικά τά ἑξῆς: «Ἐμεῖς οἱ πνευματικοί ξεχάσαμε τρία χαρακτηριστικά διακονήματά μας: τοῦ πατέρα, τοῦ ποιμένα καί τοῦ ἰατροῦ, καί κρατήσαμε μόνο ἕνα, τοῦ δικαστοῦ».
Εἶναι παρήγορο τό γεγονός ὅτι στή σύγχρονη ἐποχή μας μέ τά πολλά προβλήματα, ἄγχος, πανικό, πεῖνα, οἰκονομικά ἀδιέξοδα, ἡ Ἐκκλησία μας μέ τήν συνδρομή καί εὐθύνη τῶν καλῶν ποιμένων φροντίζει καί γιά τή διατροφή τῶν ἀνθρώπων μέ τά συσσίτια, γιά τόν ρουχισμό καί τήν οἰκονομική καί τήν ψυχική ἐνίσχυσι. Ἔτσι διαφαίνεται ὅτι μαζί μέ τίς πνευματικές ἀνάγκες συνδυάζονται καί οἱ ὑλικές ἀνάγκες. Ἄλλωστε κοινή διαπίστωσις σήμερα εἶναι ἡ ψυχοσωματική ἑνότης κάθε ἀνθρώπου. Μ’ ἄλλα λόγια θά λέγαμε: Τί πνευματικό νά πῆς σέ κάποιον ἀνήμπορο, σέ κάποιον πεινασμένο, ἀφοῦ λιμοκτονεῖ, ἀφοῦ πεθαίνει τῆς πείνας; Γι’ αὐτό εἶναι παρήγορο τό παρόν ἐνδιαφέρον τῶν ποιμένων.
Ἄλλωστε μέσα στήν Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ὑπῆρχε ἡ διακονία κάθε συνανθρώπου, ἀνεξαρτήτως θρησκείας, χρώματος, φύλου, κοινωνικῆς καί ἐθνικῆς καταγωγῆς. Διά μέσου τῶν αἰώνων ἡ Ἐκκλησία πρώτη κατήργησε τίς διακρίσεις ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, διενεργώντας τό μυστήριο τῆς ἰσοτιμίας. Μέσα στήν Ἐκκλησία καταργήθηκε ἡ ὑποτίμησις τῆς γυναίκας, προβάλλοντας ὡς πρότυπο τή μορφή τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῆς πλατυτέρας τῶν οὐρανῶν, τῆς Παναγίας μας.
Ἐδῶ πρέπει νά δοῦμε καί τό θέμα τοῦ ἐθελοντισμοῦ. Ὅπως ἡ διακονία εἶναι πράξις ἐθελοντική, ἔτσι καί ὁ ἐθελοντισμός εἶναι πράξις διακονική. Ὑπάρχει ὅμως μιά διαφορά μεταξύ διακονίας καί ἐθελοντισμοῦ. Ἡ διακονία ἔχει βάσι τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ὁ ἐθελοντισμός ἔχει ἀνθρωπιστικό χαρακτήρα. Ὁ ἐθελοντισμός περιορίζεται στό κοινωνικό ἐπίπεδο καί προβάλλεται ὡς ἀκτιβισμός. Ὅμως στόν Χριστιανισμό ἡ διακονία βασίζεται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἔχει θεολογικές διαστάσεις. Ὁ ἐθελοντισμός δέν ἐπιβάλλεται, ἀλλά ἐμπνέεται ἀπό αὐτούς πού δραστηριοποιοῦνται καί θυσιάζονται γιά τούς ἄλλους. Ἡ χριστιανική διακονία θεμελιώνεται στήν ἀγάπη πρός τούς ἄλλους καί οἰκοδομεῖται μέ τό πνεῦμα τῆς διακονίας καί τῆς θυσίας γιά τούς ἄλλους. Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁ διακονῶν χριστιανός βλέπει τόν Χριστό πού εἶπε: «Ἐφ’ ὅσον εὐεργετήσατε ἕνα ἀπό αὐτούς τούς ἐλάχιστους ἀδελφούς μου, σέ μένα τό κάνατε»[6].
Χρειάζεται ὅμως μεγάλη προσοχή, νά μήν ὑπάρξη ἰδιοτέλεια καί κερδοσκοπία στόν ἐθελοντισμό, διότι χάνει τήν ἀξία του, ἀλλοτριώνεται, ἐξευτελίζεται. Παρ’ ὅλα αὐτά ὀ ἐθελοντισμός καλύπτει πολλές πρακτικές, προσωπικές καί κοινωνικές ἀνάγκες καί συντελεῖ στήν κοινωνική πρόνοια. Ὅμως μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ὁ ἀνιδιοτελής ἐθελοντισμός, ἐκεῖ πού καλοῦνται πάντοτε οἱ πιστοί. Ἔτσι καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ὅτι οἱ χριστιανοί πρέπει νά πρωτοστατοῦν στά καλά ἔργα, στήν ἐθελοντική ἀγαθοεργία.
Ὁ πυρήνας καί τῆς διακονίας καί τοῦ ἐθελοντισμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι τό πρότυπο τῆς ἀγάπης εἶναι ὁ σταυρωμένος Χριστός. Λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος: «Ὁ ἔρωτάς μου σταυρώθηκε», ἐννοώντας τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἑπομένως ὁ χριστιανός ἔχει ὡς πρότυπο τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου, καί ὄχι μιά ἀφηρημένη ἰδέα, κάτι ἀόριστο. Ἐδῶ ἔγκειται καί ἡ διαφορά μεταξύ διακονίας καί ἐθελοντισμοῦ, ὅτι ὁ χριστιανός ἔχει πρότυπο ἀγάπης ἕνα καί μοναδικό πρόσωπο, τόν Χριστό, ἐνῶ ὁ ἀνθρωπιστής πιστεύει σέ ἰδέες. Καί ὅπως ἔλεγε ὁ μακαρίτης Νίκος Πεντζίκης: «Οἱ ἰδέες στήν ἀγγλική γλώσσα γίνονται ἀηδίες». Ὁ ἴδιος ἐπίσης τόνιζε πώς πρέπει νά μιλᾶμε γιά πρόσωπα, πράγματα καί γεγονότα, ὄχι ἀφηρημένες ἰδέες.
Στή συνέχεια θά ἀναφερθοῦμε στήν ἐπιστήμη τῆς ἰατρικῆς, ἡ ὁποία ἔχει νά μᾶς πῆ πολλά πάνω στό θέμα τῆς διακονίας. Ἰατρική ὀνομάζεται ἡ ἐπιστήμη καί συγχρόνως ἡ τέχνη πού ἀσχολεῖται μέ τήν πρόληψι, τή διάγνωσι καί τή θεραπεία ἀσθενειῶν καί μέ τήν ἀποκατάστασι τῆς ὑγείας. Στήν Παλαιά Διαθήκη, συγκεκριμένα στή Σοφία Σειράχ, ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἰατρός πρέπει νά τιμᾶται ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ γιά τήν ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπό ἐκκλησιαστικῆς πλευρᾶς ἡ ἰατρική εἶναι ἡ ἀνιδιοτελής προσφορά στόν ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα στόν πάσχοντα ἄνθρωπο, καί παράλληλα γίνεται προσφορά πρός τόν ἴδιο τόν Θεό καί ἀνταπόδοσι τῆς τέχνης καί τῆς ἐπιστήμης πού Ἐκεῖνος ἐμπιστεύθηκε στούς θεράποντες ἰατρούς. Συνεπῶς ἡ ἰατρική δέν εἶναι συσσώρευσις γνώσεων, ἀπόκτησις χρημάτων, ἐπαγγελματική ἤ κοινωνική καταξίωσις, ἀλλά ἀντίθετα εἶναι ὑπηρεσία καί διακονία στόν ἄνθρωπο, μέ τελικό σκοπό τήν πολυπόθητη ἀποκατάστασι τῆς ψυχοσωματικῆς ὑγείας του. Στήν ἴδια διακονία τῆς θεραπείας πρέπει νά κινοῦνται οἱ νοσοκόμοι καί οἱ νοσηλευτές, οἱ ὁποῖοι θά πρέπει νά κινοῦνται στό κλῖμα τῆς ἀγάπης, τῆς εὐαισθησίας καί τῆς μακροθυμίας.
Ὁ ἰατρός χρειάζεται νά διαθέτη εὐαισθησία, ὑψηλό αἴσθημα εὐθύνης καί νά ἀντιμετωπίζει μέ κατανόησι καί σεβασμό τόν ἀσθενῆ, ὁ ὁποῖος συνήθως εὑρίσκεται σέ ψυχολογική ἐξάρτησι μαζί του. Ὀφείλει νά διαθέτη ψυχραιμία, ἐντιμότητα, ὑπομονή, ἀποφασιστικότητα, ψυχική καί σωματική ἀντοχή. Ὅπως ὁ κάθε χριστιανός, ἔτσι καί ὁ πιστός ἰατρός πρέπει νά βλέπη στό πρόσωπο τοῦ ἀρρώστου ἀδελφοῦ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι καί μόνον ἔτσι θά ἐπιλύη τά ἰατρικά προβλήματα μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν προσωπική του πίστι, γνῶσι καί ταπείνωσι. Τά ἴδια ἰσχύουν καί γιά τόν νοσοκόμο καί τόν νοσηλευτή.
Ὡς ἐκ τούτου, τό συγκεκριμένο πόνημα τοῦ κ. Ντόσκα παρουσιάζει τούς δύο Ἁγίους τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα, τόν ἅγιο Λουκᾶ Συμφερουπόλεως καί τόν ἅγιο Ἄνθιμο τῆς Χίου, οἱ ὁποῖοι ὡς κληρικοί διακρίθηκαν μέ τήν ἄσκησι τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί τῆς ποιμαντικῆς διακονίας. Ὁ μέν ἅγιος Λουκᾶς ἔγινε ὁ ἴδιος παράδειγμα προσφορᾶς πιστοῦ χριστιανοῦ ἰατροῦ, καλεσμένου ἀπό τόν Θεό νά σώση τά ἀπολωλότα πρόβατα ἀπό τίς σωματικές καί πνευματικές τους ἀσθένειες. Μέ βαθειά πίστι, λειτουργική ζωή, ἀγάπη, αὐταπάρνησι καί αὐτοθυσία γιά τόν ἀσθενή πλησίον, διακόνησε χωρίς διακρίσεις τούς ἀνθρώπους, μέ μεγάλο ἐπιστημονικό καί φιλανθρωπικό ἔργο, ὥστε νά φτάση σχεδόν στά ὕψη τοῦ μαρτυρίου μέ τήν ὑποδειγματική πίστι καί ζωή του. Ὁ δέν ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου ἀφιέρωσε τή ζωή του στή διακονία τῶν περιθωριοποιημένων λεπρῶν ὡς ἐφημέριος στό Λεπροκομεῖο τῆς Χίου, θεραπεύοντας τά σώματα καί τίς ψυχές τῶν ἀσθενῶν, παρηγορώντας καί χορηγώντας ἐλπίδα σέ ὅλους. Ἡ στοργικότης, ἡ φιλευσπλαγχνία πρός τούς ἀσθενεῖς καί τούς κατοίκους τῆς Χίου, τό ἦθος καί ἡ βιωτή του τόν κατέταξαν στή χορεία τῶν Ἁγίων. Στάθηκε θαυμαστός εὐεργέτης τῶν πιστῶν σέ ὅλη τή ζωή του, ἀκόμη καί μετά τόν θάνατό του μέ πολλά θαύματα. Οἱ δύο αὐτοί προσφιλεῖς Ἅγιοι ἐμπνέουν μέχρι σήμερα τούς ἰατρούς, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπο, καί ἡ παρουσία τους γίνεται αἰσθητή καί ὁρατή ἀνάμεσά στούς πιστούς.
Ἐπιτρέψατέ μου, μετά ἀπό τούς δύο προαναφερθέντες Ἁγίους, νά ἀναφέρω τό παράδειγμα ἑνός πιστοῦ ἰατροῦ ἀπό τή Θεσσαλονίκη. Πρόκειται γιά τόν ἀναισθησιολόγο Σπυρίδωνα Μακρῆ, ἐργαζόμενο στό νοσοκομεῖο ΑΧΕΠΑ, ἔγγαμο καί πατέρα τεσσάρων τέκνων, ἄν δέν κάνω λάθος. Σέ αὐτόν λοιπόν τόν ἰατρό εἶχαν ἀπαγορεύσει οἱ συνάδελφοί του ἰατροί νά συμμετέχη στίς ἐγχειρήσεις, γιατί ἦταν πολύ εὐαίσθητος καί κινδύνευε ἡ ὑγεία του. Τό 1978 θυμόμαστε μέ φόβο καί τρόμο τόν μεγάλο σεισμό στό ἐπίκεντρο τῆς Θεσσαλονίκης. Σκεφθεῖτε πώς τό βράδυ πού ἔγινε ὁ σεισμός, ἀκούστηκε ἐλαφρά στό μοναστήρι μας στό Ἅγιον Ὄρος νά χτυπάη τό γλωσσίδι τοῦ διπλοκάμπανου πού ἦταν πλησίον στήν μικρή καμπάνα. Κάποιο ζεῦγος πιστῶν εἶδαν τό ἀπόγευμα πρίν τόν σεισμό ἕνα καβαλλάρη νά κυκλοφορῆ μέ τό ἄλογό του μέσα στήν κίνησι τῆς Ἐγνατίας, καί νά χάνεται στόν ἀέρα. Ἐπρόκειτο γιά τόν ἅγιο Δημήτριο, προστάτη τῆς Θεσσαλονίκης.
Ἐκεῖνο τό βράδυ, ἐνῶ ὅλοι ἔτρεχαν γιά τίς οἰκογένειές τους, ὁ κ. Μακρῆς ἄρχισε νά κάνη τήν Παράκλησι στό σπίτι του στόν ἕκτο ὄροφο μέ ὅλη τήν οἰκογένειά του. Κατόπιν ἔσπευσε ὁ ἴδιος στά νοσοκομεῖα, γιά νά βοηθήση τή διεκπεραίωσι κάποιων ἐγχειρήσεων, λόγῳ ἐλλείψεως κάποιων ἰατρῶν. Ἔτρεχε ἀπό νοσοκομεῖο σέ νοσοκομεῖο διακονώντας ἐπί τρία συνεχόμενα ἡμερόνυχτα, δηλαδή 72 ὁλόκληρες ὧρες, χωρίς καθόλου ὕπνο καί μέ φαγητό στό πόδι. 72 ὧρες! Μετά ἀπό αὐτή τή θυσία ἔπαθε ὐπερκόπωσι, ρῆξι ἐνδοκοιλιακοῦ ἀγγείου καί ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, ἀφήνοντας πίσω του χήρα καί ὀρφανά καί χωρίς σύνταξι. Συγκινήθηκα μετά ἀπό χρόνια βλέποντας μιά χαρούμενη κόρη του ἡλικίας 16 ἐτῶν στό ναό τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Τῆς εὐχήθηκα νά μοιάση στόν εὐλογημένο πατέρα της.
Βλέποντας λοιπόν μέ ἕνα εὐρύτερο πρίσμα τό ἔργο τῆς διακονίας, ἄς ἐστιάσουμε τήν προσοχή μας στό λίκνο τῆς ζωῆς, στήν οἰκογένεια. Ἡ οἰκογένεια, ἡ βάσις τῆς ζωῆς κάθε ἀνθρώπου, εἶναι ἕνας εὐαίσθητος τομέας πού χρειάζεται νά παραμείνη ἀνέπαφος, συγκροτημένος καί παραδοσιακός, γιατί χωρίς αὐτόν διαλύονται οἱ κοινωνίες καί τά ἔθνη. Οἱ γονεῖς γίνονται διάκονοι τῶν παιδιῶν, καί ἀργότερα μέ τή σειρά τους καί τά παιδιά γίνονται, ἤ θά πρέπη νά γίνονται, διάκονοι τῶν γονέων τους. Κάθε σωστός πατέρας, κάθε ὑπεύθυνη μάνα, ἀγωνίζονται νά δώσουν ὅ,τι καλύτερο χρειάζονται τά παιδιά τους: Ἐνδιαφέρον, ἀγάπη, προστασία, αὐτοθυσία, τροφή, φροντίδα γιά ρουχισμό καί σπουδές, ψυχική ἐνίσχυσι καί παρηγοριά.
Πέραν ὅλων αὐτῶν, τά ὁποῖα ὅλοι οἱ σωστοί γονεῖς τά προσέχουν καί τά ἐφαρμόζουν, εἶναι ἡ ἀναδημιουργία τῶν παιδιῶν. Καί ὅπως ὁ Χριστός μᾶς δημιούργησε, καί μέ τή σάρκωσί του μᾶς ἀναδημιούργησε, ἔτσι καί οἱ γονεῖς, μετά τήν φυσική δημιουργία τῆς γεννήσεως, ὀφείλουν τήν πνευματική ἀναδημιουργία τῶν παιδιῶν τους. Αὐτό σημαίνει βάπτισμα, καλό παράδειγμα, νουθεσίες, ἐκκλησιασμός, σέ κατάλληλη ἡλικία ἐξομολόγησις, θεία κοινωνία, καί προσανατολισμός πρός τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μέ σκοπό τῆς σωτηρία τους καί τή σωτηρία ὅλης τῆς οἰκογένειας. Εἶναι καί αὐτό παρήγορο στίς μέρες μας, ὅπου ἡ Ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν, στή διακονία της γιά τήν ἐνίσχυσι καί προκοπή τῆς οἰκογένειας, δημιούργησε Σχολές Γονέων, μέ πρωτοβουλία τοῦ πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Χριστοδούλου. Ἐκεῖ ἐπεκράτησε τό σύνθημα: «Δῶστε μας καλύτερες οἰκογένειες, νά σᾶς δώσουμε ἕνα καλύτερο κόσμο». Στό εὐρύτερο ἐνδιαφέρον αὐτῆς τῆς διακονίας ὑπάρχει ἡ στήριξις καί ἡ προστασία τῆς ἄγαμης μητέρας, πού καθημερινά ἀνεβαίνει τόν ἀνηφορικό Γολγοθᾶ τῆς ζωῆς της, κουβαλώντας ἕνα σταυρό στούς ὤμους καί ἕνα μωρό στήν ἀγκαλιά της. Ἀξίζει νά στηρίξουμε αὐτές τίς ἡρωΐδες, γιά νά ἐξαλείψουμε ἤ ἔστω νά μετριάσουμε καί τίς ἐκτρώσεις.
Παράλληλα μέ τή διακονία τῶν γονέων συμπορεύεται καί ἡ διακονία τῶν διδασκάλων. Ὁ κάθε διδάσκαλος, καθηγητής, σχολικός σύμβουλος ἤ καί ἐπιθεωρητής, ὀφείλει νά μορφώση καί νά ἀνυψώση τό ἐπίπεδο τῶν μαθητῶν καί φοιτητῶν του. Διακονεῖ λοιπόν καί ὁ διδάσκαλος ἐν γένει στήν ἐκπαίδευσι καί τήν ἐπιμόρφωσι τῶν παιδιῶν, ἐφήβων καί νέων πού ἀνέλαβε. Ὅμως δέν ἀρκεῖ ἡ μετάδοσις ἁπλῶν καί ξερῶν γνώσεων στά παιδιά μας. Χρειάζεται ἕνα δυνατό βίωμα, ἕνα δυνατό παράδειγμα τοῦ διδάσκοντος, διότι τά παιδιά τόν βλέπουν ὡς πρότυπο γιά τή ζωή τους. Περιμένουν νά δοῦν τό ἐνδιαφέρον του, τή φροντίδα του, τήν ἀγάπη του πρός αὐτά. Εἶναι λυπηρό νά ἀκοῦς ἀπό διδασκάλους, ἰδιαίτερα ἀπό θεολόγους: «Ἐγώ ὀφείλω νά μεταδώσω αὐτά πού γράφει τό ἀναλυτικό πρόγραμμα, τίποτε παραπάνω». Χώρια ὅτι κάποιοι θεολόγοι εἶναι καί ἄθεοι. Ὁ διδάσκων δημιουργεῖ συνειδήσεις, χαρακτῆρες, ψυχές πού ἐπικρέμονται στά χείλη του, στό νοῦ καί στήν καρδιά του, καί εἶναι κρίμα νά χαντακώνονται τά παιδιά κάτω ἀπό ἕνα ἐγωιστή, ἀδιάφορο καί ἀνάλγητο διδάσκαλο, ψάχνοντας αὐτά στό μέλλον τό νόημα τῆς ζωῆς. Κάποιος Ἁγιορείτης Ἡγούμενος σέ μιά ὁμιλία του γιά τόν ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό εἶπε: «Ἄν σήμερα ζοῦσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, θά τά ἔκλεινε τά σχολεῖα, ἔτσι πού τά κατάντησαν». Ἄς ἀναλάβουμε λοιπόν τίς προσωπικές εὐθύνες μας, καί κάθε ἕνας πού διδάσκει, εἴτε κληρικός, εἴτε λαϊκός, νά ξεφύγη ἀπό τόν στεγνό ἐπαγγελματισμό του, νά κάνη τό ἔργο του μέ συνείδησι, ὡς λειτούργημα, ὡς διακόνημα.
Ἄς ἔλθουμε καί στά ἡμέτερα, νά δοῦμε τή διακονία μας μέσα στό κοινόβιο. Κάθε ἀρχή τοῦ χρόνου ὁ Καθηγούμενος καί Γέροντας κάθε Μονῆς μοιράζει τά διακονήματα, δηλαδή τό ἔργο καθενός μας γιά τήν ἐπικείμενη χρονιά. Καθώς διαπιστώνουμε, τό ἔργο κάθε μοναχοῦ δέν λέγεται ἐργασία ἤ ἐπάγγελμα, ἀλλά λέγεται διακόνημα. Τοῦτο συμβαίνει διότι κάθε μοναχός ὑπηρετεῖ τούς πατέρες καί τούς ἀδελφούς τῆς Μονῆς ἀνιδιοτελῶς, χωρίς χρήματα, χωρίς ἀνθρώπινη ἀμοιβή. Πρῶτο διακόνημα εἶναι τοῦ Ἡγουμένου, ὁ ὁποῖος ποιμαίνει τήν ἀδελφότητα. Δεύτερο διακόνημα τοῦ Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος φροντίζει γιά τίς ἀνάγκες κάθε διακονήματος καί γιά τό ἐργατικό δυναμικό. Τρίτο διακόνημα τοῦ Τυπικάρη, πού φροντίζει γιά τίς ψαλμωδίες καί τίς ἀναγνώσεις στό ναό καί στήν τράπεζα.
Πέρα ἀπό τήν προσωπική διακονία πού καθένας ἀναλαμβάνει νά διεκπεραιώση, ὑπάρχουν καί κάποιες γενικές διακονίες, τίς ὁποῖες ὀνομάζουμε "παγκοινιές", διότι γίνεται μέ συμμετοχή ὅλων τῶν ἀδελφῶν ἀπό κοινοῦ, ὅπως π.χ. καθάρισμα κηπουρικῶν, καθάρισμα ψαριῶν, ξεφύλλισμα ἀμπελώνων κλπ. Ἐπίσης καί τό κανατάκι τοῦ κρασιοῦ πού σερβίρεται στήν τράπεζα στόν κάθε ἀδελφό τό λέμε "διακονιά", κάτι σάν ὑπηρεσία πού τό προσφέρει ὁ δοχειάρης διακονητής.
Παλαιότερα ὑπῆρχε μιά κοσμική ἀντίληψις γιά τόν μοναχισμό, ὅτι οἱ μοναχοί εἶναι φυγόπονοι, τεμπέληδες, ἀρνητές τῆς κοινωνίας, ἐγωιστές, ἀδιάφοροι γιά τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουν τά πάντα καί φεύγουν γιά χάρι τῆς αἰώνιας ζωῆς. Αὐτή ἡ ἀντίληψις σχεδόν κοντεύει νά ἐκλείψη, διότι πολλοί ἄνθρωποι ἐπισκέπτονται τά μοναστήρια καί βλέπουν τά διακονήματα πού ἐπιτελοῦν μοναχοί καί μοναχές, ἀρκετές φορές κουραστικά καί βαρειά διακονήματα, καί ἔμαθαν νά σέβονται καί νά ἐκτιμοῦν τόν μοναχισμό.
Κάθε μοναχός, εὐσυνείδητος συνήθως, ἐπιτελεῖ τό διακόνημά του μέ ταπείνωσι καί μέ ἀγάπη. Κάνει ὑπακοή στόν Γέροντα καί στόν ἑκάστοτε πρῶτο διακονητή, ἱδρώνει, κουράζεται, ταλαιπωρεῖται, ἀλλά κάνει πολλή ὑπομονή, προκειμένου νά ἀποπερατώση τήν καθημερινή διακονία του. Στό ἀρχονταρίκι ὁ Ἀρχοντάρης καί οἱ παραρχοντάρηδες μέ προθυμία διακονοῦν τούς προσκυνητές, πολλές φορές πολυάριθμους, νά κεραστοῦν, νά ξεκουραστοῦν, νά ἀκούσουν λόγο Θεοῦ, νά ἐξομολογηθοῦν καί νά κοινωνήσουν, καί νά φύγουν «μέ γεμᾶτες τίς μπαταρίες», καθώς συνήθως λέμε. Οἱ τραπεζάρηδες καί οἱ μάγειροι φροντίζουν γιά τό καθημερινό φαγητό, οἱ δοχειάρηδες γιά τό κρασί, τό τυρί καί τίς ἐλιές στήν τράπεζα, οἱ κηπουροί στούς κήπους, καί ὅλο τό κοινόβιο γίνεται ἕνας χαρούμενος μελισσώνας μέ τούς διακονητές σάν τίς μέλισσες νά συνεργάζονται ταπεινά, μέ ἀγάπη καί αὐτοθυσία. Καί ἡ προσευχή ἀνελλιπής. Κάποιοι ἱερομόναχοι διακονοῦν στά Μετόχια τῶν Μονῶν καί σέ Μητροπόλεις μέ ἀκολουθίες καί θεῖες λειτουργίες, μέ κηρύγματα καί μέ ἐξομολογήσεις στούς ἐν κόσμῳ ἀγωνιζομένους χριστιανούς, μέ συνέπεια νά σταματήση αὐτή ἡ νοσηρή ἀντίληψις περί τεμπέληδων μοναχῶν. Μόνον ὅσοι δέν γνωρίζουν, αὐτοί συνήθως συκοφαντοῦν καί κατακρίνουν. Πρίν πολλά χρόνια στό μοναστήρι μας ἄκουσα δύο προσκυνητές νά συζητοῦν καί νά θαυμάζουν τούς μοναχούς. Μάλιστα ὁ ἕνας εἶπε στόν ἄλλο: «Γιά κοίταξε ὅλους τούς μοναχούς, πόσο πρόθυμοι καί πόσο χαρούμενοι εἶναι, ἐνῶ ἐμεῖς στόν κόσμο εἴμαστε κατσούφηδες καί μουτρωμένοι».
Δέν θά πρέπη νά παραβλέψουμε τούς ἐρημίτες καί τούς ἀναχωρητές μοναχούς, διότι καί αὐτοί κάνουν μεγάλη ἄσκησι, πολλή προσευχή, καί παρακαλοῦν τόν Θεό γιά ὅλον τόν κόσμο, μολονότι ζοῦν ἐκτός κόσμου, καί γιά τήν στηριγμό τῆς Ἐκκλησίας. Καί αὐτοί θυσιάζονται γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, πονοῦν καί ἀγαποῦν ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Εἶναι καί αὐτοί διάκονοι Χριστοῦ. Στόν βίο τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου διαβάζουμε ὅτι οἱ μοναχοί πού κουβαλοῦσαν τά ὑλικά γιά τήν οἰκοδομή τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας ὀνομάζονταν «ὑποζύγια Χριστοῦ» δηλαδή γαϊδουράκια τοῦ Χριστοῦ.
Ἐπιτρέψατέ μου νά καταθέσω μιά προσωπική κοινοβιακή ἐμπειρία μου. Ὅσο βρισκόμουν στόν κόσμο, ἔκανα παρέα μόνο μέ φίλους πού ταιριάζαμε, πού εἴχαμε κοινές πνευματικές ἐμπειρίες, κοινές ἀκολουθίες καί προσευχές, χωρίς νά συναναστρεφόμαστε μέ ἀνθρώπους ἄσχετους, π.χ. ἄθεους ἤ κοσμικούς. Ἀφ’ ὅτου ἦλθα στό μοναστήρι, ζώντας μέ διαφόρους ἀδελφούς μοναχούς μέ διαφορετική ζωή, ἐνδιαφέροντα καί ἐμπειρίες, ἔμαθα νά ἀγαπῶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως προελεύσεως, γνώσεων, ἡλικίας ἤ κοινωνικῆς καταστάσεως. Ἔμαθα νά σέβομαι τούς Ἀρχιερεῖς, βλέποντας μόνο τά καλά στοιχεῖα τους. Αὐτό πιστεύω μᾶς κάνει νά ξεπερνοῦμε τόν ἑαυτό μας, νά συγκοινωνοῦμε. Αὐτό μᾶς δίνει ἑνός εἴδους αὐθυπέρβασι, νά τούς βλέπουμε ὅλους ὡς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς καί ἀθάνατες ψυχές. Πιστεύω πώς αὐτό εἶναι μιά κοινή ἐμπειρία τῶν μοναχῶν γενικά.
Θαυμαστή εἶναι καί ἡ διακονία τῶν ἱεραποστόλων. Κληρικοί ἤ λαϊκοί, ἐπιθυμώντας διακαῶς νά ὁδηγήσουν στή σωτηρία τούς λαούς πού κάθονται στά σκοτάδια καί ἀσχολοῦνται μέ τή εἰδωλολατρία, τή μαγεία καί τόν σατανισμό, ἀφήνουν τήν εὐρωπαϊκή τους ἄνεσι καί εἰσέρχονται στά βάθη τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ἀσίας, γιά νά φωτίσουν μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ τούς ἰθαγενεῖς. Παλεύουν μέσα σέ ἀντίξοες συνθῆκες, πεῖνα, δίψα, ξηρασία, λάσπες καί ἀσθένειες, ὥστε αὐτοί οἱ λαοί νά βαπτισθοῦν, νά κοινωνήσουν καί νά γίνουν ὑποψήφιοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Αὐτοθυσία καί αὐταπάρνησις, βαθειά πίστις καί γενναιότης, προθυμία καί ἀγάπη, εἶναι τά κίνητρά τους γιά τό ἐπικίνδυνο αὐτό τόλμημα.
Ἡ Ἱερά Μονή μας προσέφερε στήν ἱεραποστολή τόν π. Κοσμᾶ Γρηγοριάτη στό Κογκό τῆς Ἀφρικῆς, ὁ ὁποῖος ἐπί δεκατρία χρόνια διακόνησε τούς ἀδελφούς Ἀφρικανούς μας, βάπτισε τριάντα χιλιάδες πιστούς, ἐπιτέλεσε ἕνα μεγάλο ἀναπτυξιακό γεωργικό καί κτηνοτροφικό ἔργο, ἔκτισε Ἐκκλησίες, οἰκοτροφεῖα, σχολεῖα, καί ἔφυγε μαρτυρικά σέ δυστύχημα, ἀφήνοντας πίσω ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό ἔργο, τό ὁποῖο συνέχισαν καί συνεχίζουν ὁ Σεβ. Μελέτιος, ἀδελφός τῆς Μονῆς μας, φιλάσθενος καί ἄρρωστος τά τελευταῖα χρόνια, μέ τόν Σεβ. Κοσμᾶ καί τούς λοιπούς ἐν Χριστῷ Γρηγοριάτες ἀδελφούς, ἐνῶ οἱ πιστοί ἰθαγενεῖς ἀνῆλθαν σέ περισσότερους ἀπό ἑκατό χιλιάδες πιστούς. Ἡ θεάρεστη αὐτή διακονία ὅλων ἐν γένει τῶν ἱεραποστόλων ὑπερβαίνει τά ἀνθρώπινα μέτρα.Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ μακαριστός παπα-Κοσμᾶς: «Ὅποιος ἀποφασίζει νά διακονήση στήν ἱεραποστολή, πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος νά πεθάνη».
Μέ ὅλα τά ὡς ἄνω παραδείγματα τῶν ποιμένων, τῶν μοναχῶν, τῶν ἱεραποστόλων, τῶν ἰατρῶν, τῶν ἐθελοντῶν, τῶν διδασκάλων καί τῶν οἰκογενειαρχῶν διαπιστώνουμε τό πνεῦμα τῆς θυσίας καί τῆς αὐταπαρνήσεως στό θέμα τῆς διακονίας τοῦ πλησίον. Ὅμως τό ἴδιο θυσιαστικό πνεῦμα περιμένουμε νά δοῦμε καί στά ὑπόλοιπα ἐπαγγέλματα, ἤ καλύτερα λειτουργήματα.
Στό χῶρο τῶν δικαστῶν καί τῶν δικηγόρων ἀπαιτοῦμε τήν ἀπόδοσι τῆς δικαιοσύνης, «ἀλλά μέ λύπη κιόλας κι εὐσπλαγχνία», καθώς μᾶς ὑποδεικνύει καί ὁ ποιητής μας Κωνσταντῖνος Καβάφης στό ποίημά του "Θερμοπύλες". Οἱ δικαστές μέ τήν παρουσία τῶν δικηγόρων ὀφείλουν νά διακονήσουν, ἄλλοτε μέ αὐστηρότητα καί ἄλλοτε μέ ἐπιείκεια, τό δίκαιο ἀπέναντι στούς κατηγορουμένους καί στά θύματα. Ξέρουμε πώς στά δικαστήρια ἰσχύει ἡ ἐλαφροτέρα τῶν ποινῶν, καί σύμφωνα μέ τόν λατίνο φιλόσοφο Κικέρωνα, «ἄκρα δικαιοσύνη, ἄκρα ἀδικία». Γι’ αὐτόν τόν λόγο λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὅλος ὁ πρότερος βίος, ἡ οἰκογενειακή κατάστασις, οἱ τραυματικές ἐμπειρίες καί ἡ ψυχοσύνθεσις τοῦ κατηγορουμένου, γιά νά ἀποδοθῆ ἡ πρέπουσα δικαιοσύνη. Ὁ δικαστής πρέπει νά κινηθῆ μέ σύνεσι καί καθαρότητα νοός, χωρίς φόβους, μεροληψίες, καιροσκοπίες ἤ κερδοσκοπίες. Ἡ διακονία αὐτή χρειάζεται θεῖο φωτισμό καί ἀγάπη, χωρίς νά ἀδικηθῆ κανείς. Καί ὅπως ἔλεγε καί κάποιος συνετός χριστιανός δικαστής: «Θά ἀφήσουμε τή τελική κρίσι στόν δικαστή τῶν πάντων».
Στόν ἴδιο χῶρο πρέπει νά δοῦμε καί τούς ἀστυνομικούς καί τούς δεσμοφύλακες, ὥστε νά μήν ἀσκεῖται ἀνεπίτρεπτη βία, ἀλλά μέ σύνεσι καί ἀγάπη νά βοηθοῦν τούς ἐνόχους νά συνειδητοποιοῦν τά λάθη τους καί νά μετανοοῦν. Πιστεύω πώς καί τό πυροσβεστικό σῶμα κατέχεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς αὐτοθυσίας καί τοῦ ἐθελοντισμοῦ, ὅπως καί οἱ ναυαγοσῶστες καί οί στρατιωτικοί, μέ τόν ἴδιο στόχο νά διακονοῦν καθένας ἐκεῖ πού τάχθηκε. Ἴσως θά μπορούσαμε νά ἐπεκταθοῦμε καί σέ ἄλλους χώρους, ὅπως στά γηροκομεῖα καί στά ψυχιατρεῖα, ἀλλά δέν θά μᾶς πάρη ὁ χρόνος.
Φθάσαμε τέλος στούς κυβερνῆτες μας, πού ὁρκίζονται, ὑπόσχονται ἤ δέν ὑπόσχονται, πώς θά ὑπηρετήσουν καί θά διακονήσουν τόν λαό μέ σύνεσι, αὐταπάρνησι, δικαιοσύνη καί ἀγάπη. Δέν θά ἐπεκταθῶ στά θετικά ἤ στά ἀρνητικά τους "προσόντα", ἀλλά θά ὑπενθυμίσω σέ ὅλους μας γιατί ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀγαπήσαμε τόν Ἰωάννη Καποδίστρια ὡς τόν καλύτερο καί ἀνώτερο ἡγέτη τῆς πατρίδος μας, σέ χρόνια πού οἱ συμπατριῶτες μας λιμοκτονοῦσαν, ἀρρώσταιναν καί πέθαιναν ἀπό τίς ὀδυνηρές συνέπειες τῆς Ἑπαναστάσεως τοῦ 1821.
Ὁ Καποδίστριας ἔκλεισε τίς χαρτοπαιχτικές λέσχες, τίς μασονικές στοές, κατήργησε τό κοινοβούλιο καί συνέστησε 70 συμβούλους νά ἀποκεντρωθοῦν καί νά βοηθήσουν τούς ταλαιπωρημένους Ἕλληνες στίς ἐπαρχίες, ὅπου κάποιοι ἔμεναν ἀκόμη σέ τρῶγλες καί σέ σπηλιές. Τό σύστημά του ἦταν πεφωτισμένη δεσποτεία. Ἔδινε τό μισθό του στό κράτος καί ἤθελε νά ὀργανώση τήν Ἑλλάδα σύμφωνα μέ τά ὀρθόδοξα κοινόβια. Φρόντισε τήν παιδεία, πῆρε τυπογραφεῖο καί ἀγωνίστηκε γιά μιά καλύτερη χώρα. Δυστυχῶς ὁ φόνος του (ἀκόμα καί τώρα ἡ ἱστορία δέν ἔμαθε τόν πραγματικό φονέα) λύπησε ὅλη τήν Ἑλλάδα, χαροποίησε τούς Εὐρωπαίους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέστησαν καί πάλι τόν κοινοβουλευτισμό κατά τά πρότυπα τῆς Ἀγγλίας μέχρι καί σήμερα, γιά νά μποροῦν μέ αὐτόν τόν συγκεντρωτισμό οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς νά ἐλέγχουν τίς χῶρες ὅλου τοῦ κόσμου. Προσοχή μεγάλη γι’ αὐτούς, μή τυχόν πετύχη τό καποδιστριακό σύστημα, σάν τῆς Ἑλβετίας, καί τό ἀντιγράψουν καί ἄλλοι εὐρωπαϊκοί λαοί. Αὐτά μᾶς λέει ἡ ἀντικειμενική ἱστορία, κι ἄς στενοχωρεῖ κάποιους ἀνθέλληνες.
Ἄν ὅλοι οἱ κυβερνῆτες τῆς Ἑλλάδος εἶχαν τό πνεῦμα τῆς θυσίας καί τῆς διακονίας σάν τόν ὀρθόδοξο Καποδίστρια, ἡ χώρα δέν θά εἶχε βρεθῆ σέ τέτοιο ἀδιέξοδο, μέ ἀνεργία, πεῖνα, χρέη, ἀρρώστειες, πλημμύρες, πανικό, οἰκονομικά καί ψυχολογικά προβλήματα, μετανάστευσι καί θανάτους. Θά ἦταν μιά χώρα πού θά ἀντιμετώπιζε ὅλα αὐτά, καί τά χειρότερα ἀκόμη, μέ ἀξιοπρεπῆ καί ἀποτελεσματικό τρόπο. Ἀλλά γιά νά ἐπιτρέψη ὁ Κύριος καί Θεός μας ὅλα αὐτά, ἔχει τούς λόγους του.
********
Φθάσαμε τώρα καί στό τέλος τῆς παρούσης ὁμιλίας. Τελείωσε καί ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπου συμπορευθήκαμε, συσταυρωθήκαμε συνταφήκαμε μαζί μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό στό ἑκούσιο Πάθος του, γιά νά συναναστηθοῦμε καί νά συζήσουμε μαζί του, τώρα μέν στό ἐπίγειο Πάσχα, σαφέστερο ἀπό τό ἑβραϊκό τυπικό Πάσχα, ἀλλά καί αὐτό τό Πάσχα εἶναι τύπος τοῦ τελικοῦ Πάσχα, τῆς Ἀναστάσεως ὅλων, ὅσοι μέ τή θεία χάρι ἀξιωθοῦμε νά συμμετάσχουμε καί σέ αὐτό τό μελλοντικό Πάσχα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Εἴδαμε λοιπόν στήν παρούσα ὁμιλία τήν μεγάλη σημασία τῆς διακονίας στούς διαφόρους τομεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῆς κοινωνίας μας. Εἴδαμε καί διαπιστώσαμε πώς γιά νά γίνουμε κοινωνικά ὄντα, ἤ καλύτερα θεούμενα ὄντα, χρειαζόμαστε τήν ἀγάπη, τή ταπείνωσι καί τήν εὐλογημένη διακονία πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός μας, γιά νά γίνουμε καί «κοινωνοί θείας φύσεως»[7]. Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Σιναΐτη, συγγραφέα τῆς Κλίμακος, ἡ ἀγάπη μᾶς ἀνεβάζει, καί ἡ ταπείνωσις μᾶς κρατάει, γιά νά μή πέσουμε ἀπό ἐκεῖ πού φτάσαμε. Τά δύο μεγαλύτερα σκέλη τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, ἀγάπη καί ταπείνωσις, καί χωρίς αὐτά ὅλοι μας, ἄνθρωποι, ἔθνη καί κοινωνίες ὁδηγούμαστε στό χάος καί στήν ἀποσύνθεσι.
Μακάρι ὅλες οἱ κοινωνίες, οἱ λαοί ὅλης τῆς γῆς, νά μπορούσαμε νά καταλάβουμε τίς εὐλογίες καί τίς χαρές πού ἔχει ἕνα κοινόβιο, ὅπου δεσπόζουν ἡ ἰσότης, ἡ ἑνότης, ἡ ἀγάπη καί ἡ κοινωνία τῶν προσώπων. Γιά μιά συνήθη κοινωνία ἡ ἰσότης, ἡ ἑνότης, ἡ ἀγάπη καί ἡ κοινωνία προσώπων εἶναι σκοπός καί στόχος τῆς τέλειας συνυπάρξεως τῶν λαῶν. Γιά τό κοινόβιο αὐτά τά τέσσερα εἶναι δεδομένα, εἶναι πραγματικότης, εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή ζωή μας, ἀλλά ὁ τελικός στόχος καί σκοπός μας εἶναι ἡ ἕνωσις μέ τόν Χριστό, ἡ θέωσις.
Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
16 Φεβρουαρίου/1 Μαρτίου 2026
Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ