ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΩΝ ΒΛΑΣΦΗΜΙΩΝ ΤΟΥ «ΚΩΔΙΚΑ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ»

Καθὼς ὅλην τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀνέλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν θεία Του Ὑπόστασιν γνωρίζουμε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀϊδίως καὶ ἀχρόνως εἶναι ἐνυπόστατος, ζωντανός, τέλειος, ποὺ δὲν βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸν Πατέρα ἀλλὰ πάντοτε βρίσκεται σ’ Αὐτόν.

Ἔχει τὰ πάντα ὅσα καὶ ὁ Πατέρας, ποὺ Τὸν γέννησε. Εἶναι κατὰ τὴν δογματικὴν καὶ τὴν ὑμνολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Ἀθάνατος ὑπάρχων, Κύριος καὶ Σωτήρας μας, ποὺ γεννήθηκε μόνος καὶ μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα κατὰ μοναδικὸ τρόπο. Ἡ τέλεια ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἑνωμένη μὲ τὶς ἄλλες δύο τέλειες Ὑποστάσεις μὲ τὴν ἀπλὴν οὐσία τῆς Θεότητος. Ἀπλὴ οὐσία σὲ τρεῖς τέλειες ὑποστάσεις.

Τώρα σὲ ὅ, τι ἀφορᾶ τὰ κτίσματα εἶναι ἀνάγκη νὰ ξέρουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ θεώρηση κατὰ τὰ πράγματα καὶ ἄλλο μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψη. Σὲ ὅλα τὰ κτίσματα ἡ διαίρεση τῶν ὑποστάσεων θεωρεῖται πραγματική· γιατὶ πράγματι (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως) ὁ Πέτρος θεωρεῖται ὅτι εἶναι ξεχωριστὸς ἀπὸ τὸν Παῦλο. Ἀλλὰ ἡ κοινότητα καὶ ἡ συνάφεια καὶ ἡ ἐνότητα θεωρεῖται μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψη. Γιατὶ σκεφτόμαστε μὲ τὸ νοῦ, ὅτι ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, ἡ Σοφία καὶ ἡ Ἰωάννα εἶναι τῆς ἰδίας φύσεως καὶ ἔχουν κοινὴ μία φύση. Ἡ κοινὴ αὐτὴ φύση εἶναι θεωρητὴ μὲ τὸν λόγο. Ὅμως, οἱ Ὑποστάσεις δὲν βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη, ἀλλὰ ἡ καθεμιὰ κατὰ ἰδιαίτερο τρόπο καὶ σὲ ἰδιαίτερο μέρος, εἶναι δηλαδὴ χωρισμένη καθεαυτὴ καὶ ἔχει πάρα πολλὰ στοιχεῖα ποὺ τὴν διακρίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη· γιατὶ καὶ κατὰ τὸν τόπο εἶναι ξεχωριστὲς καὶ κατὰ τὸν χρόνο διαφέρουν καὶ κατὰ τὴ γνώμη μερίζονται καὶ κατὰ τὴ δύναμη καὶ κατὰ τὴ μορφή, δηλαδὴ κατὰ τὸ σχῆμα καὶ τὴν ἕξη καὶ τὴν κράση καὶ τὴν ἀξία καὶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα, περισσότερο, ὅμως, ἀπὸ ὅλα κατὰ τὸ ὅτι δὲν βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη, ἀλλὰ εἶναι ξεχωριστές. Γι’ αὐτὸ λέγονται καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνθρωποι καὶ πολλοί.

Οὐσία δηλώνει τὸ κοινόν, ἐνῶ ὑπόσταση δηλώνει τὸ ἄτομο. Τὸ ἄτομο ὁλοκληρώνεται σὲ πρόσωπο (καθ’ ὁμοίωσιν) μὲ τὴν ἀπόλυτον καὶ χωρὶς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν πίστιν στὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Μοναδικοῦ Μεσσίου καὶ Λυτρωτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπόλυτον βεβαιότητα ὅτι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία Του, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐκτὸς τῆς Ὁποίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Στὴν πίστιν αὐτὴν προστίθενται σταδιακὰ καὶ αὐξητικὰ ἡ ἀρετή, ἡ γνώση, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ὑπομονή, ἡ εὐσέβεια, ἡ φιλαδελφεία, ἡ ἀγάπη (Β΄ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ Πέτρου, κεφάλαιον Α΄, στίχοι 5 ἕως καὶ 7). Εἴπαμε, ὅμως, στὴν ἀρχὴ ὅτι ὅλην τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀνέλαβεν ὁ Κύριος εἰς τὴν θείαν Ὑπόστασιν, διότι ὁ Ἴδιος εἰσέρχεται εἰς τὴν πανάχραντον μήτραν τῆς Παναγίας καὶ μὲ τὴν εὐδοκίαν τοῦ Πατρὸς καὶ τὴν συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δημιουργεῖ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν Του μὲ ψυχὴν ξέχωρη τῆς θεότητος, ἡ ὁποία εἶναι τελεία καὶ ἀναμάρτητος, καθὼς ὁ Ἴδιος τὴν δημιούργησε. Οἰκειώνεται, λοιπόν, ὁ Λόγος τὰ ἀνθρώπινα (γιατὶ σ’ Αὐτὸν ἀνήκουν τὰ ἰδιώματα τῆς ἁγίας Του σάρκας) καὶ μεταδίδει στὴν σάρκα τὰ δικά Του, κατὰ τὸν τρόπο τῆς ἀντιδόσεως, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ μεταξὺ τῶν μερῶν περιχώρηση καὶ τὴν καθ’ ὑπόσταση ἕνωση, καὶ διότι ἕνας ἦταν καὶ ὁ Ἴδιος ποὺ καὶ τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα «ἐνεργοῦσε σὲ καθεμιὰ μορφὴ μὲ τὴν κοινωνία τοῦ ἄλλου». Κατὰ τὸ Χριστολογικὸν δόγμα δὲν ἔχουμε ἄλλον καὶ ἄλλον, ἀλλὰ ἕναν καὶ τὸν αὐτὸν καὶ ἄλλο καὶ ἄλλο, δηλαδὴ μίαν Ὑπόσταση τοῦ Λόγου καὶ δύο φύσεις, τὴν θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ὑπάρχει ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν μεταξὺ τῶν μερῶν περιχώρηση καὶ τὴν καθ’ ὑπόσταση ἔνωση ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ μονογενὴς Υἱὸς τῆς Παρθένου. Τέλειος Υἱὸς τοῦ Πατρὸς μονογενής, τέλειος Υἱὸς τῆς Παρθένου μονογενής. Τέλειος ἀνὴρ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν. Ἄνδρας τέλειος χωρὶς ἁμαρτίαν. Μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀντίληψη ἢ διδασκαλία εἰσάγεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σύγχυση τόσον εἰς ὅ, τι ἀφορᾶ τὴν ὑπόσταση (τὸ ὑποστατικὸν ἰδίωμα) τοῦ Θεοῦ Λόγου ὅσον καὶ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον θέσιν τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων μέσῳ τῆς Θείας Ὑποστάσεως. Ἑπομένως αὐτά, ποὺ ἀναφέρονται ἢ γράφονται ὅτι στὸν Χριστὸν ὑπῆρχαν τάχα στοιχεῖα γυναικεῖα ἢ δῆθεν ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ πράξεις εἶναι κατὰ πάντα βλάσφημα καὶ ἀντίχριστα, ποὺ ἐμπεριέχουν τὴν σύγχυση, τὴν διγλωσσία καὶ τὴν πλάνη τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ὁδηγοῦν τὴν ἀνθρωπότητα στὴν δικτατορία τοῦ ἀντιχρίστου, τῆς παγκοσμιοποιήσεως, στὸ ἀδιέξοδο καὶ στὸ χάος.