Μάθημα τρίτο καί τέταρτο (Προχωρημένων) 2013-2014.

Γράφτηκε από τον/την Orthros Ενεργό .

Eisodia

(ἐπιμέλεια: Φωτεινῆς Τούμπα καί Δέσποινας Μανδέλη)

Δέν εἶναι τυχαῖο πού τά εὐαγγέλια γράφθηκαν στήν ἑλληνική...
ὦ γλῶσσα ἑλληνική
ἀκριβής, μουσική, ποιητική,
ἐνυπόστατος, μυστική καί ἀτελεύτητη...

Μάθημα τρίτο (Προχωρημένων) 2013-2014.

Πρῶτος Κανών ὂρθρου 21ης Νοεμβρίου (Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου).

Ὠδή α’ Ἦχος δ’.

Σοφίας πανάχραντε, σὲ θησαυρὸν ἐπιστάμενoι, καὶ χάριτος βρύουσαν, πηγὴν ἀέναον, τὰς τῆς γνώσεως, αἰτοῦμέν σε ῥανίδας, ἐπόμβρησον Δέσποινα, τοῦ ἀνυμνεῖν σε ἀεί.

Ὑπέρτερος Πάναγνε, τῶν οὐρανῶν χρηματίσασα, ναὸς καὶ παλάτιον, ἐν τῷ Ναῷ τοῦ Θεοῦ, ἀνατίθεσαι, αὐτῷ ἑτοιμασθῆναι, εἰς θείαν κατοίκησιν, τῆς παρουσίας αὐτοῦ.

Τὸ φῶς ἀνατείλασα, ἡ Θεοτόκος τῆς χάριτος, πάντας κατελάμπρυνε, καὶ συνηγάγετο τὴν ὑπέρλαμπρον, αὐτῆς κατακοσμῆσαι, πανήγυριν ᾄσμασι΄ δεῦτε συνδράμωμεν.

πύλη ἡ ἔνδοξος, ἡ λογισμοῖς ἀδιόδευτος, τὰς πύλας διάρασα, τὰς τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, νῦν προτρέπεται, ἡμᾶς συνεισελθόντας, τὰ θεῖα θαυμάσια, κατατρυφῆσαι αὐτῆς.

Σύνταξη

αἰτοῦμέν: ῥῆμα, σε: ἂμεσο ἀντικείμενο,  τάς ῥανίδας: ἒμμεσο ἀντικείμενο, τῆς γνώσεως: γενική περιεχομένου, ἐπόμβρησον: ῥῆμα, Δέσποινα: κλητική προσφώνηση, τοῦ ἀνυμνεῖν: ἀπαρέμφατο αἰτίας, σε: ἀντικείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου, ἀεί: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, ἐπιστάμενοι: τροπική μετοχή, σε: ἀντικείμενο, θησαυρόν καί πηγήν: Κατηγορούμενα σέ μία ἐννοούμενη κατηγορηματική μετοχή «οὖσα», σοφίας: γενική τοῦ περιεχομένου στό «θησαυρόν». ἀέναον: ἐπιθετικός προσδιορισμός στό «πηγήν», Πανάχραντε: κλητική προσφώνηση, βρύουσαν: ἐπιθετική μετοχή, χάριτος: ἀντικείμενο στή μετοχή «βρύουσαν», τοῦ ἀνυμνεῖν: ἀπαρέμφ. σκοποῦ

Ὑπέρτερος:ἐπιθετικός προσδιορισμός στά κατηγορούμενα «ναὸς καὶ παλάτιον», τῶν οὐρανῶν: γενική συγκριτική, ἐν τῷ Ναῷ: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τόπου, τοῦ Θεοῦ: γενική κτητική, Πάναγνε: κλητική προσφώνηση, ἀνατίθεσαι: ῥῆμα, ἑτοιμασθῆναι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, αὐτῷ: δοτική τοῦ μέσου, εἰς κατοίκησιν: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τοῦ σκοποῦ, θείαν: ἐπιθετικός προσδιορισμός στή λέξη «κατοίκησιν»,  τῆς παρουσίας: γενική ἀντικειμενική, αὐτοῦ: γενική κτητική.

κατελάμπρυνε: ῥῆμα,  ἡ Θεοτόκος: ὑποκείμενο, πάντας: κατηγορηματικός προσδιορισμός μέ ἐννοούμενο τό «ἡμᾶς», ἀνατείλασα: χρονική μετοχή, τὸ φῶς: ἀντικείμενο, τῆς χάριτος: γενική περιεχομένου, συνηγάγετο: ῥῆμα,  τὴν πανήγυριν: ἀντικείμενο, ὑπέρλαμπρον: ἐπιθετικός προσδιορισμός, ᾄσμασι: δοτική τοῦ μέσου, κατακοσμῆσαι: ἀπαρέμφατο αἰτίας. αὐτῆς: ἀντικείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου, δεῦτε: ρῆμα ὑμεῖς: ἐννοούμενο ὑποκείμενο συνδράμωμεν: ῥῆμα μέ ἐννοούμενο τό ὑποκείμενο «ἡμεῖς». 

διάρασα: χρονική μετοχή, πύλη: ὑποκείμενο τῆς χρονικῆς μετοχῆς, τὰς πύλας: ἀντικείμενο, τοῦ Ναοῦ: γενική στάσης σέ τόπο, τοῦ Θεοῦ: γενική κτητική, ἡ ἔνδοξος/ ἡ ἀδιόδευτος: ἐπιθετικοί προσδιορισμοί στην «πύλη», λογισμοῖς: δοτική τοῦ ποιητικοῦ αἰτίου, προτρέπεται: ῥῆμα μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο «ἡ πύλη», ἡμᾶς: ἂμεσο ἀντικείμενο, συνεισελθόντας: χρονική μετοχή, κατατρυφῆσαι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, τὰ θαυμάσια: ἀντικείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου, αὐτῆς: γενική κτητική, θεῖα: ἐπιθετικός προσδιορισμός στά «θαυμάσια», νῦν: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου.

Λεξιλόγιο

  • ἀδιόδευτος =αὐτός πού δέν μπορεῖ νά περάσει
  • ἀέναον : ἀεί + νάω = ἀεί +ῥέω => αἰώνιος
  • ἀνατίθεσαι = ἀνα+τίθεμαι (ἀφήνω κτ στή διάθεση ἄλλου)
  • ἂχραντος:α+χραίνω (=μολύνω) => ἀμόλυντος
  • βρύουσαν: Ἀπό τό ῥῆμα βρύω =ε­ἶμαι πλήρης ἀπό κάποιο πράγμα
  • διάρασα: Ἀπό τό ῥῆμα διά+αἲρω, διῇρον, διαρῶ, διῆρα, διῆρκα, διήρκειν = σηκώνω, ὑψώνω. ΠΡΟΣΟΧΗ: Ἂλλο τό διαιρέω-ῶ, διῄρουν, διαιρήσω, διεῖλον, διῂρηκα, διῃρήκειν =διαχωρίζω, μοιράζω
  • ἐπιστάμενοι: Ἀπό τό ῥῆμα ἐπίσταμαι =γνωρίζω καλά. ἠπιστάμην, ἐπιστήσομαι, ἠπιστήθην. ΠΡΟΣΟΧΗ : Ἂλλο εἶναι τό ῥῆμα ἐφίσταμαι, ἐφιστάμην, ἐπιστήσομαι καί ἐπισταθήσομαι, ἐπεστησάμην καί ἐπεστάθην καί ἐπέστην, ἐφέστηκα, ἐφεστήκεν =στέκομαι πάνω σέ κάτι, ἐπιβάλλομαι, προσέχω, ἐπιστατῶ
  • ἐπόμβρησον:ἐπί+ὀμβρέω = βρέχω, δροσίζω
  • κατατρυφῆσαι: Ἀπό τό ρῆμα κατατρυφάω-ῶ. α) Ζῶ τρυφηλῶς, ζῶ ἡδυπαθῶς, μαλθακῶς, ζῶ πολυτελῶς β) εἶμαι ἀκόλαστος, ὀργιάζω, μεθοκοπῶ γ) ἐπαίρομαι, ὑπερηφανεύομαι, εἶμαι ἰδιότροπος, εἶμαι αὐθάδης
  • ῥανίδας: ἐκ τοῦ ῥαίνω· σταγόνα, σταλαγματιά
  • συνδράμωμεν: σύν+τρέχω, ἒτρεχον, δραμοῦμαι, ἒδραμον, δεδράμηκα, ἐδεδραμήκειν = α) αὐτός πού τρέχει μαζί μέ κάποιον, συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι, ἀναμειγνύομαι β) ἐχθρική ἒννοια: ὁρμῶ πρός τό πεδίο μάχης, συμπλέκομαι, ἀνταπεξέρχομαι γ) φιλική ἒννοια: συναντῶμαι, συμφωνῶ, συμπίπτω δ) ἁμιλλῶμαι ε) συστέλλομαι
  • συνεισελθόντας: συν+ἔρχομαι,ᾖα & ᾔειν, εἶμι,ἦλθον, ἐλήλυθα, ἐληλύθειν
  • (εἰσέρχομαι μαζί μέ κάποιον)
  • συνηγάγετο: Ἀπό τό ῥῆμα συνάγομαι, συνηγόμην, συνάξομαι καί συναχθήσομαι, συνηγαγόμην καί συνήχθην, συνῆγμαι, συνήγμην = συναθροίζομαι, συνάπτομαι, συμφιλιώνομαι
  • τρυφάω-ῶ: ζῶ μέ πολυτέλεια, ὑπερηφανεύομαι
  • χρηματίσασα: ἀπό τό ῥῆμα χρηματίζω = ἐνεργῶ, συζητῶ, ἀποκρίνομαι

Μτφρ

Γνωρίζοντας Ἐσένα, Πανάχραντε, ὃτι εἶσαι θησαυρός Σοφίας καί ἀστείρευτη πηγή, πού ἀναβλύζεις χάρη, σέ παρακαλοῦμε ῥάντισέ μας μέ τίς σταγόνες τῆς γνώσεως, Δέσποινα, ὥστε νά σέ ὑμνοῦμε πάντοτε.

Πάναγνε, ἀφοῦ ἀνταποκρίθηκες μέ τή ζωή σου, ὡς ἀνώτερος Ναός τῶν Οὐρανῶν καί παλάτι, ἀφήνεις τόν ἑαυτό σου στό Θεό, μέσα στό Ναό Του, γιά νά ἑτοιμασθεῖς δι’ αὐτοῦ (τοῦ ναοῦ),  ὥστε νά κατοικήσεις μέ τή Θεία Παρουσία Του.

Ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ ἀνέτειλε καί ὕψωσε τό Φῶς τῆς Χάριτος, κατεφώτισε ὅλους ἐμᾶς, καί συναθροίστηκε μαζί μέ τό λαό στήν ὑπέρλαμπρη πανήγυρη, μέ σκοπό νά στολίσουν αὐτήν (ἐννοεῖ τήν Θεοτόκο) μέ ὓμνους. Ἐλᾶτε, ἄς σπεύσουμε καί ἐμεῖς μαζί.

Ἀφοῦ ὓψωσε ἡ ἒνδοξος πύλη, ἡ ἀδιαπέραστη ἀπό λογισμούς, τίς πύλες τοῦ Ναοῦ τοῦ Θεοῦ, τώρα μᾶς προτρέπει, ἀφοῦ συγκεντρωθοῦμε, νά ἀπολαύσουμε τά θεῖα θαυμάσιά της.  

Ἀσκήσεις γιά τό σπίτι

1.      Μετάφραση ἀπό τό «Ὑπέρτερος … συνδράμωμεν».

2.      Διάρασα: γραμματική ἀναγνώριση.

3.      Θησαυρός, ναός, παλάτιον, ἡ Θεοτόκος: Νά κλιθοῦν.

Γραμματική

Πρωτόκλιτα οὐσιαστικά (πρώτη κλίση, ὄχι κλήση )

 

ΑΡΣΕΝΙΚΑ

ΘΗΛΥΚΑ

Ὀνομαστική

ας

ης

α

η

Γενική

ου

ου

ας

ης

Δοτική

Αἰτιατική

αν

ην

αν

ην

Κλητική

α

α

α

η

 

 

 

 

 

Ὀνομαστική

αι (δέν εἶναι θηλυκό)

αι (δέν εἶναι θηλυκό)

αι

αι

Γενική

ῶν

ῶν

ῶν

ῶν

Δοτική

αις

αις

αις

αις

Αἰτιατική

ας

ας

ας

ας

Κλητική

αι

αι

αι

αι

Θυμᾶμαι πάντα:

1.Μακρό πρό μακροῦ ὀξύνεται ΜΑ ΜΑ ΟΞΥΝΕΤΑΙ (θήκη, κώμη) Δηλ. μακρό πρό μακροῦ ὀξύνεται· δηλ.ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά ἡ μακρόχρονη  παραλήγουσα ὀξύνεται.

2.Μακρό πρό βραχέος περισπᾶται.

ΜΑ ΒΡΑ ΠΕΡΙΣΠΑΤΑΙ (κῆπος, φεῦγε) Δηλ. ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχεῖα τότε ἡ μακρά παραλήγουσα περισπᾶται.

Παρατηρήσεις:

1) Καταλήξεις πληθ. ἴδιες καί στά ἀρσενικά καί στά θηλυκά

2) Στά ἀρσενικά σέ ας τό α=μακρό => ΜΑ ΜΑ ΟΞΥΝΕΤΑΙ

3) Γενική πληθ. περισπᾶται πάντα στή λήγουσα.

4) Ἀπό τά ἀρσενικά σέ ης, τά ἐθνικά καί τά εἰς –της, -άρχης, -μέτρης,  -πώλης, -τρίβης, -ώνης κάνουν κλητική ἑνικοῦ α ἀντί η.

5) Ἀπό τά θηλυκά σέ α, ἄν πρίν τό α ὑπάρχει σύμφωνο (ἐκτός ρ)=> α=βραχύ=>

    α) ΜΑ ΒΡΑ ΠΕΡΙΣΠΑΤΑΙ β) γεν.+δοτ. ἑνικοῦ κάνει ης, ῃ

6) Ἀπό τά θηλυκά σέ α, ἄν πρίν τό α ὑπάρχει φωνῆεν ἤ ρ => α=μακρό=> ΜΑ ΜΑ ΟΞΥΝΕΤΑΙ Δηλ. μακρό πρό μακροῦ ὀξύνεται· δηλ.ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά ἡ μακρόχρονη  παραλήγουσα ὀξύνεται.

 

Μάθημα τέταρτο (Προχωρημένων) 2013-2014.

Πρῶτος Κανών ὂρθρου 21ης Νοεμβρίου (Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου)

Ὠδή γ’

Νυμφοστόλoς σήμερον ἐδείχθη, τερπνὸς τῆς Παρθένου ὁ ναός, καὶ θάλαμος δεχόμενος, τὴν ἔμψυχον παστάδα Θεοῦ, τὴν καθαρὰν καὶ ἄμωμον, καὶ λαμπροτέραν πάσης κτίσεως.

Δαυΐδ προεξάρχων τῆς χορείας, σκιρτᾷ καὶ χορεύει σὺν ἡμῖν, καὶ Βασιλίδα κράζει σε, πεποικιλμένην Ἄχραντε, παρισταμένην πάναγνε, ἐν τῷ ναῷ τῷ Βασιλεῖ καὶ Θεῷ.

Ἐξ ἧς ἡ παράβασις προῆλθεν, ἡ πάλαι τῷ γένει τῶν βροτῶν, ἐκ ταύτης ἡ ἀνόρθωσις, καὶ ἀφθαρσία ἤνθησεν, ἡ Θεοτόκος σήμερον, προσαγομένη ἐν τῷ οἴκῳ Θεοῦ.

Σκιρτῶσιν Ἀγγέλων στρατηγίαι, καὶ πάντων ἀνθρώπων ἡ πληθύς, καὶ πρὸ προσώπου Πάναγνε, προτρέχουσί σου σήμερον, λαμπαδηφόροι κράζουσαι, τὰ μεγαλεῖά σου ἐν οἴκῳ Θεοῦ.

Λεξιλόγιο

  • ἂμωμος: ἂ+μῶμος=ἂνευ ἐλαττώματος
  • ἐδείχθη:τοῦ ῥήματος δείκνυμαι, ἐδεικνύμην, δείξομαι/δειχθήσομαι, ἐδειξάμην/ἐδείχθην, δέδειγμαι, ἐδεδείγμην =φανερώθηκε
  • ἒρχομαι, ᾖα/ᾒειν, εἶμι, ἦλθον, ἐλήλυθα, ἐληλύθειν
  • κράζει: ἐκ τοῦ κράζω, ἒκραζον, κράξω, ἒκραξα/ἒκραγον, κέκραγα, ἐκεκράγειν
  • λαμπαδηφόροι: λαμπάς + φέρω = αὐτός πού φέρει λαμπάδες
  • νυμφοστόλος: νύμφη+στέλλω = αὐτός πού συνοδεύει τή νύμφη τοῦ γαμπροῦ
  • παστάς  = ἐσωτερικό δωμάτιο, νυμφικός θάλαμος
  • πεποικιλμένη= γεμάτη μέ ποικίλες ἀρετές
  • προεξάρχων: πρό +ἐκ +ἂρχων: διοικώντας, αὐτός που ἀπευθύνει ὓμνους
  • χορείας: α) ὁ χορός συνοδευόμενος ἀπό μουσική, ὀ θεατρικός χορός, β) κάθε κυκλική κίνηση, γ) μέλος πρός ὂρχησιν, τραγούδι τοῦ χοροῦ.

Σύνταξη

ἐδείχθη:ῥῆμα, ὁ ναός:ὑποκείμενο, τῆς Παρθένου:γενική κτητική, Νυμφοστόλoς καὶ θάλαμος:κατηγορούμενα, τερπνὸς:ἐπιθετικός προσδιορισμός στό «ναός», σήμερον: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, δεχόμενος:ἐπιθετική μετοχή, τὴν παστάδα: ἀντικείμενο στήν μετοχή «δεχόμενος», ἔμψυχον: ἐπιθετικός προσδιορισμός στό παστάδα, τὴν καθαρὰν/ἄμωμον καὶ λαμπροτέραν: ἐπιθετικοί προσδιορισμοί στήν «παστάδα», Θεοῦ: γενική κτητική, πάσης:κατηγορηματικός προσδιορισμός, κτίσεως: γενική συγκριτική.

προεξάρχων: τροπική μετοχή, Δαυΐδ:ὑποκείμενο, τῆς χορείας:γενική ἀντικειμενική, σκιρτᾷ καὶ χορεύει: ῥήματα, σὺν ἡμῖν: ἐμπρόθετος προσδιορισμός συνοδείας, κράζει:ῥῆμα μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο τό Δαυΐδ,σε: ἀντικείμενο, Βασιλίδα: κατηγορούμενο σέ μία ἐννοούμενη μετοχή «οὖσα», πεποικιλμένην/παρισταμένην: ἐπιθετικές μετοχές, ἐπιθετικοί προσδιορισμοί στην «Βασιλίδα», Ἄχραντε/πάναγνε: κλητικές προσφωνήσεις, ἐν τῷ ναῷ: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τόπου, τῷ Βασιλεῖ:δοτική ἀντικειμενική, Θεῷ:παράθεση στό «Βασιλεῖ».

προῆλθεν:ῥῆμα, ἡ παράβασις:ὑποκείμενο, ἡ πάλαι: χρονικός προσδιορισμός στή λέξη «παράβασις», τῷ γένει:δοτική ἀντιχαριστική, τῶν βροτῶν: γενική κτητική, ἐξ ἧς: ἐμπρόθετος προσδιορισμός προέλευσης, ἤνθησεν:ῥῆμα, ἡ ἀνόρθωσις καὶ ἀφθαρσία: ὑποκείμενα τοῦ ῥήματος, ἐκ ταύτης: ἐμπρόθετος προσδ. προέλευσης, προσαγομένη:ἐπιθετική μετοχή, ἡ Θεοτόκος:ὑποκείμενο, ἐν τῷ οἴκῳ:ἐμπρόθετος προσδιορισμός τόπου, Θεοῦ:γενική κτητική, σήμερον: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός χρόνου.

Σκιρτῶσιν:ῥῆμα, στρατηγίαι/ἡ πληθύς: ὑποκείμενα, Ἀγγέλων: γενική κτητική στό «στρατηγίαι», πάντων:κατηγορούμενο στό «ἀνθρώπων», ἀνθρώπων : γενική ὑποκειμενική στό «πληθύς», προτρέχουσί:ῥῆμα, ἡ πληθύς : ὑποκείμενο, λαμπαδηφόροι: ἐπιθ. προσδ. στό στρατηγίαι, σου: γεν. κτητική, κράζουσαι: τροπική μετοχή, σήμερον: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, πρὸ προσώπου:ἐμπρόθετος προσδιορισμός τοῦ τόπου, Πάναγνε:κλητική προσφώνηση, τὰ μεγαλεῖα:ἀντικείμενο στή μετοχή «κράζουσαι», σου: γενική κτητική, ἐν οἴκῳ: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τόπου, Θεοῦ: γενική κτητική.

Μτφρ

Φάνηκε σήμερα, ὁ εὐχάριστος ναός τῆς Παρθένου, σά στολισμένος μέ νύμφη καί  ὡς νυμφικό δωμάτιο, τό ὁποῖο δέχεται τή ζωντανή νύμφη (ἐννοεῖ τή Θεοτόκο) τήν καθαρή καί ἁγνή καί λαμπρότερη ἀπό ὃλη τήν κτίση.

Ὁ Δαυΐδ ἐκ τῶν προτέρων ἀπευθύνοντας ὓμνους, ἀναπηδᾶ χαρούμενος καί χορεύει μαζί μέ ἐμᾶς καί κραυγάζει σέ ἐσένα πού εἶσαι Βασίλισσα, Ἂχραντε, καί πού εἶσαι γεμάτη ἀπό ἀρετές καί βρίσκεσαι, Πάναγνε, μέσα στό Ναό τοῦ Βασιλιά καί Θεοῦ.

Ἡ παράβαση προῆλθε ἀπό αὐτήν (ἐννοεῖ τήν Εὒα) κάποτε στό γένος τῶν ἀνθρώπων καί ἀπό αὐτήν ἒλαμψε ἡ ἀνόρθωση καί ἡ ἀφθαρσία (ἐννοεῖ ἀπό τή νέα Εὒα), ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία ὁδηγεῖται σήμερα μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ. 

Ἀναπηδοῦν ἀπό χαρά οἱ στρατηγίες τῶν Ἀγγέλων και τό πλῆθος ὃλων τῶν ἀνθρώπων καί ὁ κόσμος προστρέχει σε Ἐσένα σήμερα, ἐνώπιόν σου, Πάναγνε,  αὐτοί πού φέρουν λαμπάδες, κραυγάζοντας τά θαυμάσιά σου μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ.  

Ὠδή δ’

Πύλην ἀδιόδευτον ὁ τοῦ Θεοῦ, οἶκος εἰσδεχόμενος σήμερον, ἔπαυσε Νόμου, τὴν λατρείαν καὶ σκιάν· Ὡς ἀληθῶς ἐπέφανε, κράζων τοῖς ἐν γῇ, ἡ ἀλήθεια.

Ὄρος τὸ κατάσκιον[1] , ὃ προορῶν, πάλαι Ἀββακοὺμ προεκήρυξεν, ἔνδον χωρῆσαν, τῶν ἀδύτων τοῦ ναοῦ[2], τὰς ἀρετὰς ἐξήνθησε, καὶ κατακαλύπτει τὰ πέρατα.

Ἴδωμεν παράδοξα πᾶσα ἡ γῆ, ξένα καὶ ἐξαίσια πράγματα· πῶς ἡ Παρθένος, δι’ Ἀγγέλου  τὴν τροφήν, εἰσδεχομένη σύμβολα, τῆς οἰκονομίας κομίζεται.

Ναὸς καὶ παλάτιον καὶ οὐρανός, ἔμψυχος ὀφθεῖσα Θεόνυμφε, τοῦ Βασιλέως, ἐν Ναῷ τῷ νομικῷ[3] , ἀφιεροῦσαι σήμερον,τούτῳ τηρουμένη πανάχραντε.

Λεξιλόγιο

  •          ἀδύτων: ἀ+δύω=(βυθίζω, εἰσέρχομαι). Τόπος πού δέν εἰσέρχεται ἂλλος, τό ἐσώτατον μέρος τοῦ ναοῦ, τό ἱερό,τά Ἅγια τῶν Ἁγίων.
  •          ἀληθῶς: ἀ+λήθω (= ὁ μή κεκρυμμένος, πραγματικός)· λανθάνω, ἐλάνθανον, λήσω, ἒλαθον, λέληθα, ἐλελήθειν. ΠΡΟΣΟΧΗ: Ἂληθες; = Πράγματι; Ἀληθές! = Πράγματι!
  •          ἀφιεροῦσαι: ἱερόω-ῶ (=ἁγιάζω, καθιερώνω, γίνομαι ἱερός). ἀφιεροῦμαι, ἀφιερώθην, ἀφιέρωμαι, ἀφιερώμην
  •          ἒνδον = ἐντός, ἐν + dom (domus) ἐν τῇ οἰκία
  •          ἐξήνθησε: ἐκ+ἂνθος = καλύπτω ἤ στολίζω μέ ἂνθη, χρωματίζω, ἒλαμψε
  •          ἐπέφανε: ἀπό το ῥῆμα φαίνω, ἒφαινον, φανῶ, ἒφηνα/ἒφανα/ἒφανον, πέφαγκα/πέφηνα = ἐπιδεικνύω, φωτίζω
  •          ἲδωμεν: προτρεπτική ὑποτακτική β’ἀορίστου τοῦ ῥήματος ὁράω-ῶ, ἑώρων, ὂψομαι, εἶδον, ἑώρακα/ὂπωπα, ἑωράκειν/ὠπώπειν
  •          κατάσκιον: κατά+σκιά, ἀπό παντοῦ κεκαλυμμένος
  •      κομίζεται: ἀπό τό ῥῆμα κομίζω = ἐφοδιάζω, φέρω, εἰσάγω, ὁδηγῶ. Κομίζομαι,ἐκομιζόμην,κομιοῦμαι/κομισθήσομαι,ἐκομισάμην/ἐκομίσθην, κεκόμισμαι, ἐκεκομίσμην ( ὁ ὑμνογράφος ἐννοεῖ κοινωνεῖ καί φέρει)
  •          νομικός = αὐτός πού ἀνήκει στούς νόμους, αὐτός πού στηρίζεται στό νόμο, ὁ νομομαθής
  •          ὀφθεῖσα: ὁρῶμαι, ἑωρόμην, ὀφθήσομαι, ὠψάμην/εἰδόμην/ὢφθην, ἑώραμαι = φαίνομαι, ἐμφανίζομαι
  •          πάλαι =πρό πολλοῦ, κατά τούς παλαιούς καιρούς, ἀπό παλιά
  •          προορῶν: πρό + ὁράω-ῶ=βλέπω μπροστά, προβλέπω, προνοῶ, φροντίζω
  •          τηρουμένη: ἀπό τό ῥῆμα τηροῦμαι, ἐτηρούμην, τηρήσομαι, ἐτηρήθην, τετήρημαι. Ἀπό τό τηρός (=φύλακας, ἐπιτηρητής). Ἐπιτηρῶ, φυλάττω
  •          χωρῆσαν: μετοχή οὐδέτερου γένους, χρόνου ἀορίστου, τοῦ ῥήματος χωρέω-ῶ, ἐχώρουν, χωρήσω, ἐχώρησα, κεχώρηκα, ἐκεχωρήκειν = ὑποχωρῶ, προχωρῶ, περιέχω.

Σύνταξη

ἔπαυσε:ῥῆμα, ὁ οἶκος: ὑποκείμενο, τοῦ Θεοῦ:γενική κτητική πύλην:ἀντικείμενο στό εἰσδεχόμενος, ἀδιόδευτον: ἐπιθετικός προσδιορισμός στήν «πύλην», Νόμου:γενική ἀντικειμενική, εἰσδεχόμενος:τροπική μετοχή, τὴν λατρείαν καὶ σκιάν:ἀντικείμενα στό ἔπαυσε, ἐπέφανε:ῥῆμα, ἡ ἀλήθεια: ὑποκείμενο, τοῖς ἐν γῇ (βροτοῖς):ἀντικείμενο, κράζων:τροπική μετοχή, ὡς ἀληθῶς: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ τρόπου.

προεκήρυξεν:ῥῆμα, ὁ Ἀββακοὺμ:ὑποκείμενο, ὂρος:ἀντικείμενο, τὸ κατάσκιον:ἐπιθετικός προσδιορισμός στό «ὂρος», προορῶν:τροπική μετοχή, πάλαι: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, ἔνδον:ἐπιρρηματικός τόπου, χωρῆσαν:χρονική μετοχή, τό ὄρος:ὑποκείμενο στό  χωρῆσαν, τῶν ἀδύτων: γενική αντικειμενική, τοῦ ναοῦ:γενική κτητική, ἐξήνθησε:ῥῆμα, τὰς ἀρετὰς: ἀντικείμενο, κατακαλύπτει:ῥῆμα (ἱστορικός ἐνεστώτας) μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο τό ὄρος, τὰ πέρατα:ἀντικείμενο.

Ἴδωμεν πᾶσα ἡ γῆ: σχῆμα κατά τό νοούμενο

Ἴδωμεν: ῥῆμα, πᾶσα:κατηγορηματικός προσδιορισμός στό γῆλια.

ἡ γῆ:ὑποκείμενο, πράγματα:ἀντικείμενο, παράδοξα ξένα καὶ ἐξαίσια:ἐπιθετικοί προσδιορισμοί στά «πράγματα», κομίζεται:ῥῆμα, ἡ Παρθένος:ὑποκείμενο, τὴν τροφήν:ἀντικείμενο, δι’ Ἀγγέλου:ἐμπρόθετος προσδιορισμός ποιητικοῦ αἰτίου, εἰσδεχομένη:τροπική μετοχή, σύμβολα:ἀντικείμενο, τῆς οἰκονομίας:γενική ἀντικειμενική.

Πῶς ἡ Παρθένος...κομίζεται: δευτερεύουσα πλάγια ἐρώτηση ὡς ἐπεξήγηση στά πράγματα

ὀφθεῖσα:χρονική μετοχή μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο «Σύ», Θεοτόκε:κλητική προσφώνηση, Ναὸς καὶ παλάτιον καὶ οὐρανός:κατηγορούμενα, ἔμψυχος:ἐπιθετικός προσδιορισμός στό «Ναός», τοῦ Βασιλέως:γενική κτητική, ἀφιεροῦσαι: ῥῆμα, ἐν Ναῷ: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τόπου, τῷ νομικῷ:ἐπιθετικός προσδιορισμός στό «Ναῷ»,σήμερον:ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, τηρουμένη:τροπική μετοχή, τούτῳ:ἀντικείμενο στή μετοχή, Πανάχραντε:κλητική προσφώνηση.

Μτφρ

Κατήργησε ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ τή λατρεία καί σκιά τοῦ Νόμου, καθώς δέχεται σήμερα μέσα του τήν ἀδιαπέραστη (ἀπό πειρασμούς) πύλη. Φανερώθηκε πράγματι ἡ ἀλήθεια, κραυγάζοντας σέ αὐτούς πού βρίσκονται στή γῇ.

Προβλέποντας ὁ Ἀββακούμ τό ὂρος, τό ὁποῖο ἦταν καλυμμένο ἀπό σκιά ἀπό παλιά, διεκήρυξε ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἀφοῦ προχώρησε(τό ὄρος, δηλ. ἡ Παναγία) στό ἐσώτατο μέρος τοῦ ναοῦ, τό στόλισε μέ τίς ἀρετές καί κατεκάλυψε τά πάντα.

Ἄς δοῦμε ὅλοι οἱ ἂνθρωποι τά παράξενα, ξένα καί θαυμάσια πράγματα· πῶς ἡ Παρθένος ἀφοῦ προσλαμβάνει τήν τροφή μέσῳ Ἀγγέλου κοινωνεῖ τά σύμβολα τοῦ Σχεδίου τοῦ Θεοῦ.

Ἀφοῦ φάνηκες, Θεόνυμφε, ἔμψυχος Ναός καί παλάτι καί οὐρανός τοῦ Βασιλιά, ἀφιερώνεσαι στό ναό τό νομικό σήμερα, φυλάσσοντας αὐτόν, Πανάχραντε. 

Δευτερόκλιτα (Β΄κλίση τῶν οὐσιαστικῶν)

 

Δευτερόκλιτα ἀσυναίρετα

Ἀττικά δευτερόκλιτα

 

Δευτερόκλιτα ἀσυναίρετα

Ἀττικόκλιτα

 

Ἀρσ. + Θηλ

Οὐδέτερα

Ἀρσ. + Θηλ

Οὐδέτερα

ΕΝΙΚΟΣ

ος

ον

ως

ων

ου

ου

ω

ω

ον

ον

ων

ων

ε(ος)

ον

ως

ων

 

 

ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ

οι

α

ω

ων

ων

ων

ω

οις

οις

ῳς

ῳς

ους

α

ως

ω

οι

α

ω

 

Ἀσυναιρέτων παράδειγμα: ὁ ἄνθρωπος ἡ νῆσος τό μυστήριον

1.      Στά οὐδέτερα τό α τῆς καταλήξεως εἶναι βραχύ! (τά δῶρα)

Ἄρα ΜΑ ΒΡΑ ΠΕΡΙΣΠΑΤΑΙ. Δηλ. ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχεῖα τότε ἡ μακρά παραλήγουσα περισπᾶται. ¨Μακρό πρό βραχέος περισπᾶται¨.

Συνηρημένων παράδειγμα: ὁ πλόος (πλοῦς), τό ὀστέον (ὀστοῦν)

1.      Ὅλες οἱ πτώσεις συνηρημένων τονίζονται στήν ἴδια συλλαβή πού τονίζεται καί ἡ ὀνομαστική ἑνικοῦ.

2.      ο, ε + ο => ου  (οεο ου)

ο, ε + ῳ=> ῳ    (οεω ω)

ο+οι => οι        (ολοι οι)

ε+α=> α           (ελα α)

 [Τά ἐντός τῆς παρενθέσεως ἀποτελοῦν τρόπους εὐκολότερης ἐκμαθήσεως]

Ἀττικόκλιτα (π.χ. ὁ λεώς, ἡ ἅλως, τό ἀνώγεων):

Βασικοί κανόνες:

1.      Ὑπογεγραμμένη παίρνει τό ω, ὅπου στίς ἀντίστοιχες καταλήξεις τῶν ἀσυναιρέτων καί στό ἀντίστοιχο γένος ὑπάρχει ι (ὑπογεγραμμένο ἤ προσγεγραμμένο)

2.      Ὅλες οἱ πτώσεις τονίζονται  στήν ἴδια συλλαβή πού ἔχει τόνο ἡ ὀνομαστική ἑνικοῦ.


Θεολογικά ἑρμηνευτικά σχόλια ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ,
ἀπό ΝΒ΄καί ΝΓ΄ὁμιλίες του περί τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου:

Αὐτή δέ ( ἡ θεοτόκος) πλήρης ἀπό  θεία χάρη καί τέλειο νοῦ, ἀκόμη καί σ᾿ αὐτήν τήν ἡλικία (τῶν 3 ἐτῶν) ἀντιλαμβανόταν ἀπό τότε, καί μάλιστα καλύτερα ἀπό τούς ἄλλους τά τελούμενα σ᾿ αὐτήν, καί ἔδειξε μέ ὅποιον τρόπο μποροῦσε ὅτι δέν ὁδηγεῖται, ἀλλά αὐτή μόνη της μέ ἐλεύθερη γνώμη ἔρχεται πρός τό Θεό, σά νά εἶναι ἀπό ἑαυτοῦ της πτερωμένη πρός τόν ἱερό καί θεῖο ἔρωτα...

Γι᾿ αὐτό  καί ὁ ἀρχιερέας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀντιλήφθηκε τότε ὅτι ἡ κόρη εἶχε ἔνοικη τή θεοειδῆ χάρη παραπάνω ἀπό ὅλους, ἔπρεπε νά τήν ἀξιώσει τό ἀνώτερο ἀπό ὅλους, νά τήν εἰσαγάγει στά ἅγια τῶν ἁγίων καί νά πείσει μέ τό ἴδιο τό γεγονός ὅλους τούς τότε ἀνθρώπους νά τήν ἀγαποῦν, ἀφοῦ εἶχε μάλιστα μαζί τήν ἔμπρακτη συγκατάθεση καί ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, πού τῆς ἔστελνε ἄνωθεν δι᾿ ἀγγέλου ἀπόρρητη τροφή. Μέ αὐτήν τήν τροφή δυνάμωνε καλύτερα τή φύση της καί συντηροῦσε καί τελειοποιοῦσε τόν ἑαυτό της κατά τό σῶμα, καθαρότερα καί ἀνώτερα ἀπό τούς ἀγγέλους, ἔχοντας ὑπηρέτες τούς οὐρανίους νόες, διότι δέν εἰσήχθηκε ἁπλῶς καί μόνο στά ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλά καί κατά κάποιον τρόπο παραλήφθηκε ἀπό τόν Θεό σέ συνοίκηση μέ Αὐτόν...

Καθώς δύο γένη ἐκλέχθηκαν ἀπό τόν Θεό, στό μέσο τους κάθεται ἡ Θεοτόκος, ἐξέχουσα, περίλαμπρη, σάν ἑστία καί κέντρο θείων καί ἀνθρωπίνων χαρίτων...

Τοῦ μέν πνευματικοῦ Ἰσραήλ, δηλ. τοῦ χριστωνύμου πληρώματος, αὐτή εἶναι ἡ ὑψηλότατη θεία ἀρχή, ἀφοῦ ἔγινε αἰτία τοῦ ὑπεράνω αἰτίας, διά τοῦ ὁποίου μετέθεσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τή γῆ καί τό κατέστησε  οὐράνιο, ἀναδεικνύοντάς τό πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων  ἀντί γιά τή σάρκα, κάνοντάς τους τέκνα Θεοῦ.

Τοῦ δέ σωματικοῦ Ἰσραήλ, ἀπό τόν ὁποῖο γεννήθηκε κατά σάρκα, ἀνέβασε τούς προγόνους σέ τέτοια δόξα, ὥστε νά ὀνομάζονται ἐξαιτίας της καί θεοπάτορες....Δέν μεσίτευσε σέ ἐκλεκτά γένη, ἀλλά ἀνάμεσα στό Θεό καί σ᾿ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, καθιστώντας τόν μέν Θεό υἱό ἀνθρώπου, τούς δέ ἀνθρώπους υἱούς Θεοῦ....

Γι᾿ αὐτήν ὁ Μωϋσῆς προφανῶς προβλέποντας ὅτι θά γίνει ἔμψυχος τόπος τοῦ Θεοῦ, ἔκανε ἐκείνη τή σκηνή καί χάριν αὐτῆς προετοίμασε ἐκεῖνα τά ἄδυτα καί ἀφοῦ ἔμαθε ἀπό τό Θεό ὅσα θά τῆς συμβοῦν, τά πραγματοποίησε ἀξίως μέ τά κατ᾿ ἐξοχήν ἀνώτερα λόγια· ἔτσι ἔδειξε ἀπό πρίν σέ ὅλους μέ ἔργο καί λόγο τήν ἀλλοιώτικη καί ὑπερβολική ἀπό βρεφική ἡλικία ἀξία της...

Δέν ἐκλέγει παραλόγως τόν ἥσυχο καί ἀκοινώνητο μέ ὅλους βίο. Αὐτά τά ἅγια τῶν ἁγίων εἶναι ἀθέατα ἀπό τά μάτια σχεδόν ὅλων καί ἔχουν ἀποκλεισθεῖ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους μέ διατειχίσματα καί παραπετάσματα συμπτυσσόμενα καί μέ προθυραῖα πέπλα καί παρακαλύμματα πού δέν ἀνοίγονται γιά κανέναν ἀπολύτως ἐκτός ἀπό τόν σύμφωνα μέ τό νόμο ἀρχιερέα, πού καί αὐτός μία φορά τό ἔτος ἐπιτρέπεται νά μπεῖ καί νά καταστήσει τόν Θεό εὐσπλαγχνικό πρός τόν ἑαυτό του καί πρός ὅλους ὅσους βρίσκονται ἔξω...

...Ὅσα δημιουργοῦνται μόλις κατά τίς περιόδους τῶν ὡριμοτέρων μεθηλικιώσεων στίς ψυχές τῶν ἄλλων καί αὐτῶν τῶν ἐκλεκτῶν, αὐτά τά ἔχει μέσα της ἡ Παρθένος ἀπό βρέφος κι᾿ αὐτά θά τά κατέχει τελείως περισσότερο ἀπό ὅλους...

Τό νά λέει κανείς κάτι περί Θεοῦ ἀπό τό  νά συναντᾶ τό Θεό, δέν εἶναι τό ἴδιο. Διότι ἐκεῖνο, τό νά λέει, καί λόγο χρειάζεται, τόν προφερόμενο, καί τέχνη, καί νά ξέρει νά χρησιμοποιεῖ καί νά διαδίδει τήν τέχνη· χρειάζεται ἐπίσης συλλογισμούς, ἀποδείξεις καί κοσμικά παραδείγματα...τό νά συναντηθοῦμε ὅμως πραγματικά μέ τό Θεό εἶναι ἀδύνατο, ἄν πλήν τῆς καθάρσεως δέν βγοῦμε ἔξω ἤ μᾶλλον πάνω ἀπό τούς ἑαυτούς μας, ἐγκαταλείποντας κάθε τι τό αἰσθητό μαζί μέ τήν αἴσθηση καί ὑπερυψωνόμενοι ἀπό λογισμούς καί συλλογισμούς καί κάθε γνώση καί ἀπό τήν ἴδια τή διάνοια...ἐπιτυγχάνοντας τήν ὑπεράνω τῆς γνώσεως ἄγνοια...τοῦτο λοιπόν ζητώντας ἡ Παρθένος βρίσκει χειραγωγία τήν ἱερά ἡσυχία, τή στάση τοῦ νοῦ καί τοῦ κόσμου, τή λησμονιά τῶν κάτω, τή μύηση τῶν ἄνω, τήν ἀπόθεση τῶν νοημάτων πρός τό καλύτερο· αὐτή εἶναι ἡ πραγματική πράξη, ἐπίβαση τῆς θεωρίας...διά αὐτῆς τῆς θεωρίας θεοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος, ὄχι διά τῆς στοχαστικῆς ἀναλογίας λόγων καί ὁρωμένων...



[1] Τό ὂρος τό ὁποῖο εἶναι παντοῦ κεκαλυμμένο καί εἶναι τόσο πλούσιο ἀπό ἀρετές πού ἡ σκιά τῆς ἁμαρτίας δέν τό πλησίασε κἄν, καί τό ὁποῖο δέν καλλιεργεῖται, μοιάζει μέ τήν Παναγία. Ἔτσι καί τήν Παναγία, τήν ἐπεσκίαζε τό Πνεῦμα τό Ἃγιον.

[2] Ὁ ναός τοῦ Σολομῶντα δέχεται τήν Παναγία.

[3] Ἡ Παναγία ἀφιερώθηκε μέσα στό ναό τό νομικό (πού κατασκευάστηκε καί θεσπίστηκε), ὁ ὁποῖος βρίσκεται στόν ἀντίποδα μέ τήν Παρθένο πού ἀναδείχθηκε ἁγιασμένος ναός τοῦ Θεοῦ.