Μάθημα Πρῶτο (Ἀρχαρίων) 2013-2014: Μῦθος τοῦ Αἰσώπου. Μέλισσαι και Ζεύς.

Γράφτηκε από τον/την Δέσποινας Μανδέλη, Φωτεινῆς Τούμπα Ενεργό .

(ἐπιμέλεια: Δέσποινας Μανδέλη καί Φωτεινῆς Τούμπα).

MelissaZeus

Μέλισσα μήτηρ κηρίων οὖσα ἀνελήλυθεν εἰς θεούς, φέρουσα κηροὺς καὶ μέλι. Τερφθεὶς δὲ ὁ Ζεὺς τῇ προσφορᾷ τῆς μελίσσης συνετάξατο δοῦναι αὐτῇ ὃ ἂν αἰτήσῃ. Ἡ δέ· Δός, ἔφη, τῇ σῇ θεραπαινίδι κέντρον πρὸς ἄμυναν τῶν πόνων μου καὶ εἰς φυλακήν μου. Ἀπορήσας δὲ ὁ Ζεὺς πρὸς τὰς αἰτήσεις, ἐπεὶ ἐφίλει τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος, ἔφη τῇ μελίσσῃ· Οὐχ ὡς ᾔτησας γενήσεται, ἀλλ᾿ ἐάν τις τῶν ἀνθρώπων ἥκῃ λαβεῖν μέλι, σὺ δὲ βούλῃ αὐτὸν ἀμύνασθαι, ἔχε τὸ κέντρον· πλὴν ἴσθι ὅτι, εἰ πλήξεις ἄνθρωπον, ἐμβληθέντος τοῦ κέντρου, παρευθὺς ἀποθνήξῃ· ζωὴ γάρ σοι ἐντυγχάνει τὸ κέντρον.

Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς δεήσεσιν μηδεὶς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ζητείτω κακόν. 

Λεξιλόγιο

  • ὁ κῆρος: (=κηρύθρα, τροφή μελισσῶν)
  • οὖσα: μετοχή Ένεστώτα τοῦ ῥήματος εἰμί (=εἶμαι, ὑπάρχω). Ἀρχικοί χρόνοι ΕΝΕΣ. εἰμί, ΠΡΤ. ἦ/ἦν, ΜΕΛΛ. ἒσομαι, ΑΟΡ. ἐγενόμην, ΠΡΚ. Γέγονα, ΥΠΡΣ. ἐγεγόνειν
  • ἀνελήλυθεν: γ’ἑνικό πρόσωπο Παρακειμένου, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ἀνέρχομαι (= ἀνεβαίνω, ἀνυψώνω, μεγαλώνω, αὐξάνω). Α.Χ ΕΝ. ἀνέρχομαι, ΠΡΤ. ἀνήα/ἀνήειν, ΜΕΛΛ. ἀνεῖμι, ΑΟΡ. ἀνῆλθον, ΠΡΚ. ἀνελήλυθα,  ΥΠΡΣ. ἀνεληλύθειν
  • φέρουσα: μετοχή Ἐνεστώτα τοῦ ῥήματος φέρω (=φέρνω, βαστῶ, σηκώνω, ὑποφέρω, ὑπομένω, πάσχω). Α.Χ. ΕΝ. φέρω, ΠΡΤ. ἒφερον, ΜΕΛΛ. οἲσω ΑΟΡ.ἢνεγκα/ἢνεγκον, ΠΡΚ. ἐνήνοχα, ΥΠΡΣ. ἐνηνόχειν
  • τερφθείς: μετοχή παθητικοῦ ἀορίστου Α’ τοῦ ῥήματος τέρπομαι (=εὐχαριστιέμαι, εὐφραίνομαι). Α.Χ ΕΝ. τέρπομαι, ΠΡΤ. ἐτερπόμην, ΜΕΛΛ. τέρψομαι, ΑΟΡ. ἐτερψάμην/ἐτερπόμην/ἐτέρφθην
  • δέ: (=ἀλλά) συνδετικό μόριο, συνήθως δηλώνει ἀντίθεση, ἀλλά ἐδῶ χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλώσει ἁπλή μετάβαση
  • ὁ Ζεύς: οὐσιαστικό ἀνώμαλο, μεταπλαστό, δηλαδή ἐνῶ χρησιμοποιεῖ καταλήξεις μίας ὁρισμένης κλίσης σέ ὃλες τίς πτώσεις (ἐδῶ γ’κλίσης) τό θέμα μεταβάλλεται
  • συνετάξατο: γ’ἑνικό πρόσωπο ἀορίστου, μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος συντάσσομαι ἤ συντάττομαι (=τακτοποιῶ, διοργανώνω, κανονίζω, διατάσσω, παραγγέλλω, συμφωνῶ μέ κάποιον). Α.Χ ΕΝ. τάττω,  ΠΡΤ.ἒταττον, ΜΕΛΛ.τάξω,  ΑΟΡ.ἒταξα, ΠΡΚ. τέταχα, ΥΠΡΣ. ἐτετάχειν
  • δοῦναι: ἀπαρέμφατο ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δίδωμι (=δίνω, παρέχω, προσφέρω, δωρίζω). Α.Χ ΕΝ.δίδωμι, ΠΡΤ.ἐδίδουν, ΜΕΛΛ. δώσω, ΑΟΡ. ἔδωκα ΠΡΚ. δέδωκα ΥΠΡΣ. ἐδεδώκειν. Συντάσσεται: δίδωμι τινί τί ( δοτική +αἰτιατική)
  • : οὐδέτερο γένος τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας ὃς,ἣ,ὃ
  • ἂν: ἀοριστολογικό, συντάσσεται πάντα μέ ὑποτακτική
  • αἰτήσῃ: γ’ἑνικό πρόσωπο ὑποτακτικῆς ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος αἰτέω-ῶ (=ζητῶ, ἀπαιτῶ). Α.Χ ΕΝ. αἰτέω-ῶ, ΠΡΤ. ᾒτουν, ΜΕΛΛ. αἰτήσω, ΑΟΡ. -ᾒτησα, ΠΡΚ. ᾒτηκα, ΥΠΡΣ. ᾐτήκειν
  • δός: β’ἑνικό πρόσωπο προστακτικῆς ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δίδωμι
  • ἒφη: γ’ἑνικό πρόσωπο παρατατικοῦ, ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος φημί (=λέω, συμφωνῶ, ἰσχυρίζομαι). Α.Χ ΕΝ.φημί, ΠΡΤ. ἒφην, ΜΕΛΛ. φήσω, ΑΟΡ. ἒφησα (εἶπα/εἶπον), ΠΡΚ. πέφασμαι, ΥΠΡΣ. ἐπεφάσμην
  • σή: κτητική ἀντωνυμία, β’πρόσωπο, γένος θηλυκό
  • θεραπαινίδι: (=ὑπηρέτρια) οὐσιαστικό γ’ κλίσης, ἡ θεραπαινίς
  • τό κέντρον: (=ὀξεία αἰχμή, ἀγκάθι, κεντρί μέλισσας)
  • ἡ ἂμυνα: (=ἀπόκρουση προσβολῆς, ὑπεράσπιση)
  • ὁ πόνος: (=ὁ κόπος, μόχθος, ἐπίπονη ἐργασία)
  • ἡ φυλακή: (=ἡ φύλαξη, ἐπαγρύπνηση, φρουρά)
  • ἀπορήσας: μετοχή ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος, ἀπορέω-ῶ (=βρίσκομαι σέ ἀμηχανία, δέν ξέρω τί νά κάνω, τά ἒχω χαμένα). Α.Χ. ΕΝ. ἀπορῶ, ΠΡΤ. ἠπόρουν,  ΜΕΛΛ. ἀπορήσω, ΑΟΡ. ἠπόρησα, ΠΡΚ. ἠπόρηκα, ΥΠΡΣ.ἠπορήκειν
  • ἐφίλει: γ’ἑνικό πρόσωπο, Παρατατικοῦ, ἐνεργητικῆς φωνῆς, ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος φιλέω-ῶ (=ἀγαπῶ, προτιμῶ, ἀσπάζομαι, ἀρκοῦμαι). Α.Χ ΕΝ. φιλέω-ῶ, ΠΡΤ. ἐφίλουν, ΜΕΛΛ. φιλήσω, ΑΟΡ. ἐφίλησα,  ΠΡΚ. πεφίληκα, ΥΠΡΣ. ἐπεφιλήκειν
  • ᾔτησας: β’ἑνικό πρόσωπο ἀορίστου, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος αἰτέω-ῶ
  • γενήσεται: γ’ἑνικό μέλλοντα, μέσης φωνῆς, τοῦ ῥήματος γίγνομαι (=γίνομαι, συμβαίνω, γεννιέμαι). Α.Χ. ΕΝ. γίγνομαι, ΠΡΤ. ἐγιγνόμην,  ΜΕΛΛ. γενήσομαι, ΑΟΡ. ἐγενόμην, ΠΡΚ. γέγονα/γεγένημαι, ΥΠΡΣ. ἐγεγόνειν/ἐγεγενήμην
  • ἣκῃ: ὑποτακτική ἐνεστώτα, γ’ἑνικό πρόσωπο, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ἣκω (=ἒρχομαι, ἒχω ἒρθει). Α.Χ. ΕΝ. ἣκω, ΠΡΤ. ἧκον, ΜΕΛΛ. ἣξω
  • λαβεῖν: Ἀπαρέμφατο, ἀορίστου β’, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος λαμβάνω (=παίρνω, πιάνω, συλλαμβάνω, βρίσκω, κυριεύω). Α.Χ ΕΝ.λαμβάνω,  ΠΡΤ. ἐλάμβανον,  ΜΕΛΛ. λήψομαι,  ΑΟΡ. ἒλαβον, ΠΡΚ. εἴληφα, ΥΠΡΣ. εἰλήφειν
  • σύ: προσωπική ἀντωνυμία, β’πρόσωπο
  • βούλῃ: β’ἑνικό πρόσωπο ὑποτακτικῆς ἐνεστώτα, μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος βούλομαι (=θέλω, ἐπιθυμῶ, ἐπιδιώκω, ποθῶ). Α.Χ ΕΝ. βούλομαι, ΠΡΤ. ἐβουλόμην,  ΜΕΛΛ. βουλήσομαι, ΑΟΡ.ἐ(ἠ)βουλήθην,  ΠΡΚ. βεβούλημαι, ΥΠΡΣ.ἐβεβουλήμην
  • ἀμύνασθαι: ἀπαρέμφατο ἀορίστου μέσης φωνῆς τοῦ ῥήματος ἀμύνομαι (=ἀμύνομαι, βοηθῶ, ἀποκρούω, ὑπερασπίζομαι, φυλάω, ἐκδικοῦμαι). Α.Χ ἀμύνομαι, ἠμυνόμην, ἀμυνοῦμαι, ἠμυνάμην
  • ἒχε: προστακτική, β’ἑνικό, ἐνεστώτα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἒχω(=ἒχω, κατέχω, κρατῶ, γνωρίζω, μπορῶ). Α.Χ ἒχω, εἶχον, ἓξω/σχήσω/ἒσχον, ἒσχηκα, ἐσχήκειν
  • πλήν: (=ἐκτός)
  • ἲσθι: προστακτική, β’ ἑνικό ἐνεστώτα ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος οἶδα (=γνωρίζω, ξέρω, κατέχω). Α.Χ οἶδα, ᾒδειν/ᾒδη, εἲσομαι/εἰδήσω, ἒγνων, ἒγνωκα, ἐγνώκειν
  • πλήξεις: β’ἑνικό μέλλοντα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος πλήττω(= χτυπῶ, τραυματίζω)     
  • ἐμβληθέντος: μετοχή παθητικοῦ ἀορίστου α’τοῦ ῥήματος ἐμβάλλω (=ῥίπτω μέσα εἰς…, τοποθετῶ μέσα σέ…, εἰσβάλλω). Α.Χ ἐμβάλλω, ἐνέβαλλον, ἐμβαλῶ, ἐνέβαλον, ἐμβέβληκα, ἐνεβεβλήκειν
  • παρευθύς: <παρά+εὐθύς = ἀμέσως
  • ἀποθνήξῃ: β’ ἑνικό ὁριστικῆς μέλλοντα, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἀποθνήσκω (=πεθαίνω). Α.Χ ἀποθνήσκω, ἀπέθνησκον, ἀποθανοῦμαι, ἀπέθανον, ἀποτέθνηκα, ἀποτεθνήκειν
  • ἐντυγχάνει: γ’ἑνικό ἐνεστώτα, ὁριστικῆς, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος ἐντυγχάνω( =συναντῶ κάποιον τυχαία, συμβαίνει νά εἶναι).
  • Δηλοῖ: γ’ ἑνικό ἐνεστώτα, ὁριστικῆς, ἐνεργητικῆς φωνῆς τοῦ ῥήματος δηλόω-ῶ (=κάνω κάτι φανερό, δηλώνω, φανερώνω, γνωστοποιῶ, ἀνακοινώνω)
  • ἡ δέησις: (=παράκληση, ἱκεσία)
  • μηδείς: (=κανείς)
  • ζητείτω: γ’ἑνικό, προστακτική ἐνεστώτα, ἐνεργητικῆς φωνῆς, τοῦ ῥήματος ζητέω-ῶ (=ἀναζητῶ, ἀπαιτῶ, ζητῶ, ἐπιθυμῶ).  

Σύνταξη

Μέλισσα: ὑποκείμενο, οὖσα: ἐπιθετική μετοχή,  μήτηρ: κατηγορούμενο, κηρίων: γενική κατηγορηματική,  ἀνελήλυθεν: ῥῆμα, εἰς θεούς: ἐμπρόθετος προσδιορισμός κατεύθυνσης, φέρουσα: τροπική μετοχή, κηροὺς καὶ μέλι:ἀντικείμενα.Τερφθεὶς: χρονική μετοχή, ὁ Ζεὺς: ὑποκείμενο μετοχῆς, τῇ προσφορᾷ: δοτική τῆς αἰτίας,  τῆς μελίσσης: γενική ὑποκειμενική, συνετάξατο: ῥῆμα, δοῦναι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, αὐτῇ: ἀντικείμενο τοῦ ἀπαρεμφάτου, αἰτήσῃ: ῥῆμα. Δός: ῥῆμα, <ἔφη> :κύρια παρενθετική πρόταση. Ῥῆμα, τῇ θεραπαινίδι: ἂμεσο ἀντικείμενο, σῇ: ἐπιθετικός προσδιορισμός στή λέξη «θεραπαινίδι», κέντρον: ἒμμεσο ἀντικείμενο, πρὸς ἄμυναν/ εἰς φυλακήν: ἐμπρόθετοι προσδιορισμοί τοῦ σκοποῦ, τῶν πόνων: γενική ἀντικειμενική, μου: γενική κτητική.Ἀπορήσας: χρονική μετοχή, ὁ Ζεὺς: ὑποκείμενο τῆς μετοχῆς, πρὸς τὰς αἰτήσεις:ἐμπρόθετος προσδιορισμός τῆς ἀναφορᾶς, ἐφίλει: ῥῆμα, τὸ γένος: ἀντικείμενο, τῶν ἀνθρώπων: γενική τοῦ περιεχομένου, ἔφη:ῥῆμα, τῇ μελίσσῃ: ἀντικείμενο.Οὐχ ᾔτησας /γενήσεται:ῥήματα μέ ὑποκείμενο «σύ», ἥκῃ: ῥῆμα τις: ὑποκείμενο τοῦ ῥήματος, τῶν ἀνθρώπων: γενική διαιρετική, λαβεῖν: ἀπαρέμφατο τοῦ σκοποῦ, μέλι:ἀντικείμενο ἀπαρεμφάτου, βούλῃ: ῥῆμα, σὺ:ὑποκείμενο, αὐτὸν: ἂμεσο ἀντικείμενο, ἀμύνασθαι: ἀντικείμενο καί τελικό ἀπαρέμφατο, ἔχε: ῥῆμα, τὸ κέντρον:ἀντικείμενο. ἴσθι/πλήξεις: ῥῆμα μέ ἐννοούμενο ὑποκείμενο «σύ», ἄνθρωπον: ἀντικείμενο,  ἐμβληθέντος: χρονική μετοχή, τοῦ κέντρου: ἀντικείμενο στή μετοχή, παρευθὺς: ἐπιρρηματικός προσδιορισμός τοῦ χρόνου, ἀποθνήξῃ: ῥῆμα. ἐντυγχάνει: ῥῆμα, τὸ κέντρον: ὑποκείμενο, ζωὴ: κατηγορούμενο, σοι: δοτική προσωπική.Ὁ μῦθος:ὐποκείμενο, δηλοῖ:ῥῆμα, μηδεὶς: ὑποκείμενο στό ῥῆμα ζητείτω, κακόν: ἀντικείμενο, κατὰ τῶν ἐχθρῶν: ἐμπρόθετος προσδιορισμός τῆς ἐναντίωσης,  ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς δεήσεσιν:ἑμπρόθετος προσδιορισμός κατάστασης.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ἡ μέλισσα ἡ ὁποία ἦταν μητέρα τοῦ κεριοῦ ἀνέβηκε στούς Θεούς φέρνοντας κηρῦθρες καί μέλι. Ἀφοῦ εὐχαριστήθηκε ὁ Δίας ἐξαιτίας τῆς προσφορᾶς τῆς μέλισσας, διέταξε νά δώσουν σέ αὐτήν, ὃ,τι ἄν ζητήσει. Αὐτή εἶπε. Δῶσε στήν ὑπηρέτρια σου κεντρί μέ σκοπό τήν ὑπεράσπιση τοῦ κόπου μου καί τῆς ἐπαγρύπνισής μου. Ἀφοῦ ἦρθε σέ αμηχανία ὁ Δίας ὡς πρός τά αἰτήματα, ἐπειδή ἀγαποῦσε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, εἶπε στή μέλισσα. Δέν θά γίνει, ὃπως ἐσύ ζήτησες, ἀλλά ἐάν κάποιος ἀπό τούς ἀνθρώπους ἒρθει νά πάρει μέλι καί ἐσύ θέλεις νά τόν ἐκδικηθεῖς αὐτόν, κάτεχε τό κεντρί. Ἐκτός αὐτοῦ ὃμως γνώριζε ὃτι ἂν τραυματίσεις ἂνθρωπο τοποθετώντας μέσα του τό κεντρί, ἀμέσως θά πεθάνεις. Συμβαίνει νά εἶναι ζωή γιά σένα τό κεντρί.

Ὁ μῦθος κάνει φανερό ὃτι κανείς ἂς μή ζητάει κακό στίς προσευχές καί τίς παρακλήσεις ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν.

ΣΧΟΛΙΑ

  • Για μία ἀκόμη φορά, πρωταγωνιστές στό μῦθο εἶναι ζῶα. Βέβαια ἐδῶ βλέπουμε καί τήν παρουσία ἑνός θεοῦ. Ἡ παρουσία θεῶν και ἀνθρώπων στούς μύθους τοῦ Αἰσώπου εἶναι περιορισμένη. Οἱ ἱστορίες εἶναι ἀλληγορικές και σάν ἥρωες χρησιμοποιοῦνται ζῶα μέ ἀνθρώπινες ἰδιότητες.
  • Τό ἠθικό δίδαγμα τοῦ μύθου εἶναι ὃτι δέν πρέπει νά εὐχόμαστε (νά ζητοῦμε στίς προσευχές μας ) κακό γιά τούς ἐχθρούς μας, γιατί θά τό πάθουμε ἐμεῖς στό τέλος.
  • Ὁ Αἴσωπος βάζοντας τόν Θεό (τόν Δία στή συγκεκριμένη περίπτωση) θέλει νά δείξει κάτι περισσότερο. Εἶναι γνωστό ὃτι στήν ἀρχαιότητα πίστευαν στήν ὓπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἁπλῶς ἐπειδή δέν τούς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ἀκόμα, δέν ἢξεραν ποιός εἶναι ἤ πῶς εἶναι καί εἶχαν ἐπινοήσει διάφορες θεότητες γιά νά τόν ἀπεικονίσουν. Ἀνάμεσα σέ αὐτές ἦταν καί οἱ θεοί τοῦ Ὀλύμπου στούς ὁποίους συνήθως ἀπέδιδαν θνητά χαρακτηριστικά (ἐμφανισιακά καί στό χαρακτήρα), γιά νά τούς εἶναι πιό οἰκεῖοι.
  • Ἐδώ μᾶς λέει ξεκάθαρα ὁ Αἴσωπος, μέσα ἀπό τήν ἀλληγορική αὐτή ἱστορία, ὃτι δέν πρέπει στίς προσευχές μας πρός τόν Θεό νά τόν παρακαλοῦμε νά προξενήσει κακό στόν ἐχθρό μας. Μάλιστα μέσα ἀπό τό πάθημα τῆς μέλισσας φαίνεται ὃτι ὁ Αἴσωπος πιστεύει ὃτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί στό τέλος τιμωρεῖται αὐτός πού ζήτησε κακό γιά τόν ἐχθρό του.

Ασκήσεις.

  1. Νά μεταφράσετε το κείμενο.
  2. Να κλίνετε τόν Συντελεσμένο Μέλλοντα τῶν ῥημάτων: τάττω, λαμβάνω.
  3. Νά κλίνετε τόν Ἀόριστο β΄ τῶν ῥημάτων: φέρω, ἀποθνήσκω.
  4. Νά συμπληρώσετε τόν σωστό τύπο τοῦ Ἐνεστώτα τοῦ ῥήματος εἰμί.
  5. Ἐγώ ………. ἡ ἀρχή και τό τέλος.
  6. Ἡμεῖς ………. Προγόνων ἀγαθῶν.
  7. Ὑμεῖς ………. σύμμαχοι.
  8. Ἡ πόλις ἡμῶν ἀρχαιοτάτη ………..
  9. Οἱ ἂνθρωποι θνητοί ……….
  10. Νά γραφοῦν οἱ τύποι τῆς ὁριστικῆς τοῦ ῥήματος εἰμί πού ζητοῦνται.
  11. Ἱππαρχος δέ καί Θεσσαλός ἀδελφοί ………. (γ’ πληθυντικό, παρατατικοῦ), ἐγώ μέν ………. (α’ ἑνικό, μέλλοντα) ὁ ἐξαπατηκώς εἷς ………. ( γ’ἑνικό μέλλοντα) δ’ ὁ λόγος ἐπί παραδείγματος κρείττων ………. (γ’ ἑνικό παρατατικοῦ) ὁ ἀγών μή γεγενημένος οὐ γαρ ἒτι φίλοι ………. ( γ’πληθυντικό ἐνεστώτα) ὦ Ἐρατόσθενες, εἲπερ ………. (β’ ἑνικό παρατατικοῦ) χρηστός. Οὐκ ἐν τῇ Ἑλλάδι ………. ( β’πληθυντικό ἐνεστώτα) και τότε μέν δή περί τῆς Κύρου βασιλείας ἂνδρες ………. ( β’ πληθυντικό παρατατικοῦ) ἀγαθοί. ἀσθενεῖς δ’ ………. (α’ πληθυντικό μέλλοντα) συμμάχων ἀποροῦντες καλόν δ’ ………. (γ’ ἑνικό ἐνεστώτα) και τάς ξενικάς ἀρετάς μιμεῖσθαι.
  12. Νά ἐντοπίσετε στό κείμενο ὃλα τά ὑποκείμενα τῶν ῥημάτων, τῶν μετοχῶν, καί τῶν ἀπαρεμφάτων.

«Θεός οὐδαμή οὐδαμώς ἂδικός». (μτφρ: ὁ Θεός δεν εἶναι ποτέ καθόλου ἂδικος).
Πλάτων, 427-347 π.Χ., φιλόσοφος.

«Ὃστις σκάπτει λάκκον θέλει πέσει είς αὐτόν καί ὁ λίθος θέλει ἐπιστρέψει εἰς τόν κυλίοντα αὐτόν».
Παλαιά Διαθήκη, Παροιμίαι ΚΣΤ’.