Εἰσήγηση π. Διαμαντοπούλου στὴν ἐκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης τοῦ βιβλίου «Σχέση Ἱερῶν Κανόνων καὶ κοσμικῶν νόμων» τοῦ π. Λάμπρου Φωτόπουλου καὶ τῆς Ἑστίας Πατερικῶν Μελετῶν (31/10/11).

Γράφτηκε από τον/την Πρεσβυτέρου Γεωργίου Διαμαντοπούλου θεολόγου-φιλολόγου, μτ. Κανονικοῦ Δικαίου. Ενεργό .

Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

ποτελεῖ γιὰ τὴν ταπεινότητά μου ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ τιμὴ ἡ πρόσκληση ποὺ μοῦ ἀπηύθυνε ἡ Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν γιὰ νὰ φθέγξομαι κάποιες σκέψεις σχετικὰ μὲ τὸ πόνημα τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Λάμπρου Φωτοπούλου «Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Κοσμικοὶ Νόμοι». Πρόκειται πράγματι γιὰ μία πρωτοπόρα προσπάθεια τοῦ συγγραφέως, ἐγνωσμένου νομικοῦ, ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν πνευματικὴ «ἀνακάθαρσιν» τῶν ἱερῶν Κανόνων.

Ἐπιτρέψτε μου νὰ χρησιμοποιήσω ἕναν ὅρο ποὺ εἰσήγαγε ἡ Μακεδονικὴ Δυναστεία, ὅταν αὐτὴ μὲ πρωτεργάτη τὸν Βασίλειο τὸν Μακεδόνα ξεκινοῦσε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ. Χ. τὴν προσπάθεια ἀπαλλαγῆς τοῦ Βυζαντινοῦ Δικαίου ἀπὸ τὸ νομοθετικὸ ἔργο τῆς δυναστείας τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων Ἰσαύρων, τὴν Ἐκλογή, διότι ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ π. Φωτοπούλου στοχεύει ἀκριβῶς στὴν ἀνακάθαρσιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς προσέγγίσεώς τους ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ποὺ ἔχουν παρεισφρύσει καὶ ἐμποδίζουν αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ κερδίσουν μέσα ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἐφαρμογή τους τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τὸ πόνημα, ἐκδόσεως τοῦ ἰδίου, μεγέθους 21 ἐπὶ 4 καὶ ἀποτελούμενο ἀπὸ 110 σελῖδες, στὶς ὁποῖες συναντοῦμε ἐνημερωμένη βιβλιογραφία, μὲ τρόπο σαφῆ, σύντομο, περιεκτικὸ καὶ προσιτὸ στοὺς ἀδαεῖς περὶ τῶν προβλημάτων τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, μᾶς εἰσάγει σὲ μία θεώρηση τοῦ χώρου αὐτοῦ τῶν ἱερῶν Κανόνων, ποὺ συνιστᾶ τελικὰ τὴν ἀναθεώρηση ὅλων τῶν ζητημάτων ὑπὸ τὸ φῶς τῶν καθαρὰ Ὀρθοδόξων κριτηρίων. Τὸ ἔργο ἀνοίγει πραγματικὰ μία διέξοδο ἀνάγκης στὸ μελετητὴ ἐμπρὸς στὰ ἀδιέξοδα ποὺ μέχρι τώρα συνήντησε προσπαθώντας νὰ ἀνιχνεύσει ἀπαντήσεις στὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα τοῦ «τὶ πρέπει νὰ πράττω» ἢ “Was soll ich tun?”, ὅπως ἐρωτοῦσε στὰ μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος ὁ θεμελιωτὴς – τουλάχιστον ὡς πρὸς τὰ ἐρωτήματα -  τῆς σύγχρονης ἠθικῆς φιλοφοσίας Immanuel Kant· καὶ εὑρίσκεται πράγματι ἐμπρὸς σὲ ἀδιέξοδα ὁ σύγχρονος μελετητὴς ποὺ γαλουχήθηκε συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα σὲ αὐτὸ ποὺ ἐπονομάζεται δυτικὸς τρόπος σκέψεως, δηλαδὴ στὸν ὀρθολογισμό.

Συνεπῶς δὲν ἔχουμε ἐδῶ νὰ κάνουμε μὲ μία συγκριτικὴ μελέτη, ὅπως θὰ φαινόταν ἐκ πρώτης ὄψεως, ποὺ ἐξετάζει διαφορὲς καὶ ὁμοιότητες μεταξὺ δύο δικαιικῶν τάξεων, τοῦ κοσμικοῦ καὶ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ἀλλά, πολὺ περισσότερο μὲ μία ἐκ βάθρων ἀναθεώρηση τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου σὲ ἀντιπαράθεση εἰδικὰ μὲ τὴ νομικὴ σκέψη τοῦ κόσμου τούτου. Ἑπομένως ἡ σύγκριση στή συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι μέσο καὶ ὄχι σκοπὸς. Σκοπός δηλαδή εἶναι αὐτὸ ποὺ προελέχθη, πνευματική «ἀνακάθαρσις».

Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναθεώρηση βασίζεται σὲ αὐτὸ ποὺ πιὸ πολὺ συζητιέται στὶς ἡμέρες μας – συνειδητὰ ἢ καὶ ἀσυνείδητα – δηλαδὴ στὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχει λοιπὸν ἀνθρωπολογικὴ βάση αὐτὴ ἡ θεώρηση, καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ τὴν κάνει ἰδιαίτερα πρωτοπόρα γιὰ τὴν ἐπιστήμη τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ὅμως καὶ μέσα στὶς ἀνθρωπολογικὲς ἀναζητήσεις κατατείνει νὰ ἀναδείξει τὴν ὀρθότερη ἢ μᾶλλον τὴ μόνη ἱκανὴ νὰ θεμελιώσει τὴν ὀρθόδοξη κανονικὴ σκέψη. Ἀναζητᾷ νὰ βρεῖ στὰ κείμενα τῶν ἱερῶν Κανόνων ὄχι νομικὲς σχέσεις μόνο, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἕνα «καλὸν κἀγαθὸν» ἄνθρωπον· ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας εἶναι ἡ τέλεια ζωγραφιὰ τοῦ τελείου ἀνθρώπου· ἀπὸ ἐκεῖ μεταδίδει φῶς στὸν κόσμο  ἀνευρίσκει τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, στὴν πραγματική, ὄχι ἰδεατή, εἰκόνα τοῦ τελείου, κι’αὐτό διότι ὁ τέλειος ἄνθρωπος δὲν σφίγγει ἀφόρητα μὲ ἀκατονόητη σκληρότητα καὶ αὐστηρότητα, τὸν πονεμένο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως γίνεται στὴν ἄτεγκτη ἐφαρμογὴ λογικοφιλοσοφικῶν, ἠθικιστικῶν καὶ δικανικῶν σχέσεων, σὰν αὐτῶν ποὺ ὑπερπερισσεύουν στὴν καθημερινότητά μας. Πάνω στὴν εἰκόνα τοῦ τελείου ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι ὁ Θεάνθρωπος, θεμελιώνεται τὸ νόημα τῶν ἱερῶν Κανόνων καὶ ὄχι σὲ ἀφηρημένες μαθηματικές νομικὲς σχέσεις, ὅπως τείνει νὰ ἐπικρατήσει σήμερα.

Εἰδικότερα, τὸ ἔργο διαρθρώνεται στὴν εἰσαγωγή, σὲ τέσσερα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὑποδιαιροῦνται σὲ ὑποκεφάλαια· σὲ κάθε σχεδὸν κεφάλαιο ἢ καὶ ὑποκεφάλαιο προτάσσεται ἁγιογραφικὸ χωρίο μὲ σκοπὸ τὴν εἰσαγωγὴ στὸ θέμα ποὺ ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ καὶ στὴν κατάδειξη ὅτι «ἁγία Γραφὴ καὶ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι δύο ἄξονες τῆς ἴδιας Θεϊκῆς Θεσμοθεσίας» (σ. 14)· τὸ ἔργο τελειώνει μὲ τὰ συμπεράσματα καὶ τὸν πίνακα τῆς βιβλιογραφίας.

Στὴν εἰσαγωγὴ τελεῖται μία πρώτη προσέγγιση τοῦ ζητήματος, ὅπου ἐπισημαίνεται ἡ «κρατικοποίηση» τῶν ἱερῶν Κανόνων, ποὺ γίνεται ἀποδεκτὴ σήμερα ἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικῶς ἐνασχολουμένους μὲ τοὺς ἱερούς Κανόνες, ἡ παραδοχὴ δηλαδὴ ὅτι ἀπὸ τὰ κανονικὰ κείμενα ἰσχύουν μόνον ὅ, τι ἐπιτρέπει ἡ Πολιτεία διὰ νόμου. Πρόκειται γιὰ τὴν παραδοχὴ τῆς συμμορφώσεως τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στὸ δίκαιο τῆς Πολιτείας καὶ μάλιστα στὸ δίκαιο τοῦ κάθε κράτους χωριστά, ὥστε ἄλλο Κανονικὸ Δίκαιο νὰ ἰσχύει στὴν Ἑλλάδα, λ. χ., καὶ ἄλλο στὴ Ρωσσία. Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι νὰ ἀνατίθεται ἡ ἐνασχόληση μὲ τὸ κανονικὸ ἀντικείμενο ὄχι στοὺς πνευματικοὺς Πατέρες, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μία ἔκφραση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, δηλαδὴ στοὺς Ἐπισκόπους· οἱ τελευταῖοι προορίζονται νὰ ἀποτελέσουν διοικητικὰ ὄργανα τῆς νόμῳ κρατούσης Πολιτείας. Συνέπεια ἐπίσης εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κοσμικῶν ἐπιστημονικῶν μεθόδων γιὰ τὸ ἄγγιγμα τῶν ἱερῶν Κανόνων.

Στὴν εἰσαγωγὴ εἶναι λοιπὸν ποὺ τίθεται τὸ κέντρο, ἡ σπονδυλικὴ στήλη τῆς ἐργασίας τοῦ π. Λάμπρου, ποὺ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς πνευματικῆς φύσης τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἡ ὑπεροχή τους καὶ ἡ ὑπερίσχυσή τους σὲ σχέση μὲ τοὺς κοσμικοὺς νόμους. Ἀπαραίτητη καὶ ἀναγκαία ἀτραπὸς ὅμως γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ ὁ στόχος εἶναι μόνο μία: ἡ συγκριτικὴ παράθεση τῶν στοιχείων ποὺ ἀπαρτίζουν τὰ δύο συστήματα, κυρίως σὲ σχέση μὲ τὰ θεμελιώδη ζητήματα τῆς σύγχρονης νομικῆς σκέψεως, ὥστε νὰ ἀναδειχθεῖ μὲ συγκριτικὸ τρόπο ἡ φύση τῶν πραγμάτων.

Μετὰ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ ἤδη στὸ πρῶτο κεφάλαιο παρουσιάζεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάσαμε ὡς προώθηση στὸ χῶρο τῆς κανονικῆς σκέψεως, ποὺ εἶναι τὸ ἀνθρωπολογικὸ στοιχεῖο, σὲ σχέση τώρα μὲ τὸ δεοντολογικὸ στοιχεῖο. Ὡς πρωταρχὴ ὅλης τῆς σκέψεως τίθεται ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ δέον εἶναι ὅρος σωτηρίας: Ἂν δὲν γνωρίζω τὶ μὲ δεῖ ποιῆσαι, τότε ἀπόλυμαι, ἀκόμη καὶ ἐὰν κατέχω τὸ δόγμα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχουν ἀσφαλῆ κριτήρια καὶ θεμέλια τοῦ δέοντος, καὶ αὐτὰ ἀναζητᾶ τὸ πρῶτο κεφάλαιο, ὄχι ὅμως ἀόριστα, ἀλλὰ στὴν ἀνθρωπολογία.

Ἔτσι, ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τοῦ αὐτεξουσίου συγκριτικὰ (ὑποκεφάλαιο 1) μεταξὺ ἀρχαιοελληνικῆς, ὀρθοδόξου, παπικῆς, προτεσταντικῆς καὶ κοσμικῆς θεωρήσεως· στὴ σύγκριση αὐτὴ ἀποδεικνύεται ὅτι μόνο ἡ ὀρθόδοξη θέση ἐκφράζει τὴν ὄντως ἐλευθερία, καθὼς τὴ θεμελιώνει στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀνενδεὴς καὶ ἔτσι ὁδηγεῖ καὶ τὸν πιστὸ στὴν ὄντως ἐλευθερία, διότι καθιστᾷ καὶ αὐτὸν ἀνενδεῆ· στὶς ἀρχαῖες θεωρήσεις ἐπικρατεῖ ἡ μοιρολατρεία, στὶς αἱρετικὲς ἀντιλήψεις εἰσέρχονται δοξασίες ποὺ ἀπάδουν μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι ἡ περὶ ἀπολύτου προορισμοῦ, ἡ παπικὴ τυραννία, ἐνῷ στὸ κοσμικὸ δίκαιο ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψη τῆς ἐλευθερίας ποὺ βασίζεται στὴν ἀρχὴ τῆς μὴ καταπατήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἄλλου, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ὁ π. Λάμπρος Φωτόπουλος καθορίζει ὡς «διαχείριση συμφερόντων»· ἐπίσης τονίζεται ὅτι ὁ κοσμικὸς νόμος ἀποδέχεται τὸν μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο ὡς τὸ φυσικὸ ἄνθρωπο.

Στὴ συνέχεια τοῦ κεφαλαίου (ὑποκεφάλαιο 2) τίθεται ἡ γενικὴ ἀρχὴ ὅτι κάθε κανόνας δικαίου προϋποθέτει μία ἀνθρωπολογία ποὺ θὰ βασίζεται στὴν ἀποδοχὴ ὅτι ὁ κοινωνὸς τοῦ δικαίου θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐφαρμόσει τὸ νόμο, ὅπως αὐτὸ φαίνεται καὶ στὸ κοσμικὸ συνταγματικό, ποινικὸ δίκαιο. Παρακάτω (ὑποκεφάλαιο 3) τονίζεται ἡ βασικὴ θέση τῆς ἐργασίας ὅτι οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶναι ἀνθρωπολογικὰ κείμενα, καὶ μάλιστα ὑπερέχουν τῶν κοσμικῶν νόμων, ποὺ ἡ ἀνθρωπολογία τους ταυτίζεται μὲ τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο, καθὼς στοὺς ἱεροὺς Κανόνες γίνεται ἀνάσυρση κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ συγγραφέως στὸν ἰδεώδη ἄνθρωπο. Ἐπιπλέον γίνεται μία εὐρύτερη συγκριτικὴ ἀνθρωπολογικὴ ἔρευνα (ὑποκεφάλαια 4 καὶ 5), ποὺ ἐξετάζει ὄχι μόνο τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ γενικότερα τοῦ ἀνθρώπου, στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, καὶ στοὺς αἱρετικοὺς παπικοὺς καὶ προτεστάντες, ὅπου διαπιστώνονται σοβαρὰ ἐλαττώματα, ὅπως ὁ ἀνθρωποκεντρισμὸς τῶν ἀρχαίων, ἡ διδασκαλία περὶ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ ἡ φυσιοκρατικὴ ἀντίληψη περὶ ἀνθρώπου τῶν προτεσταντῶν καὶ παπικῶν, ποὺ ἐπηρέασαν καίρια τὴν ἀντίληψη περὶ δικαίου. Περαιτέρω (ὑποκεφάλαιο 6) γίνεται μία ἀναφορὰ στὶς ἀνθρωπολογικὲς ἀντιλήψεις τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν, ποὺ διαποτίστηκαν ἀπὸ τὸν παπισμὸ καὶ τὸν προτεσταντισμό, ἐνῷ γίνεται διαφοροποίηση ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη κατὰ τὸ ὅτι στὴν ἐπενέργεια τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑφίσταται καμμία ἀνάγκη. Ἀπαραίτητα προστίθεται καὶ ἡ διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς περὶ ἀνθρώπου (ὑποκεφάλαιο 7) ποὺ βασίζεται στὴ διδασκαλία τῆς Γενέσεως, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται δυαρχία καὶ δυαλισμὸς μεταξὺ σώματος καὶ ψυχῆς ὅπως συμβαίνει κατά τὶς ἀντιλήψεις τῶν δυτικῶν· ἐπίσης τίθεται ὡς γενικὴ ἀρχὴ ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα Θεοῦ μὲ σκοπὸ τὸ καθ’ ὁμοίωσιν.

Στὴν ἔρευνα αὐτὴ βασικὸ μέσο κατανοήσεως τῶν σχετικῶν ἀνθρωπολογικῶν χωρίων εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Στὸ σημεῖο αὐτὸ πραγματοποιεῖ ὁ συγγραφέας τὴ σύνδεση ἀνθρωπολογίας καὶ Χριστολογίας: Ἀνθρωπολογικὸ μοντέλο δὲν εἶναι ὁ φυσικὸς μεταπτωτικὸς ἄνθρωπος τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ὁ Θεάνθρωπος. Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ δογματικοὶ χριστολογικοὶ ὅροι ἀποτελοῦν ταυτόχρονα καὶ ἀνθρωπολογικοὺς ὅρους. Μὲ βάση τὴ Χριστολογία ἀπαντῶνται ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀνθρωπολογικὰ ζητήματα.

Τὸ πρῶτο κεφάλαιο κλείνει μὲ τὴ νηπτικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου (ὑποκεφάλαιο 8) ποὺ δίνει διαστάσεις ἀσύλληπτες στὴν ἀνθρωπολογικὴ συζήτηση, καθὼς ἀποτελεῖ ἐμβάθυνση ἀσφαλῆ στὴν ἄβυσσο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, στὶς ἰδιαίτερες δυνάμεις της, στὴν ἀνώτερή της δύναμη, τὸν νοῦν, στὶς ἀσθένειες της, στὶς ἀρετές της, μὲ σκοπὸ τὸ φιλοκαλικὸ ἄνθρωπο, ποὺ προβλέπουν οἱ ἱεροὶ Κανόνες· στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ἡ ἀνάγκη νὰ προέρχονται οἱ Ἐπίσκοποι ἀπὸ τὴν τάξη τῶν Μοναχῶν, ἀκριβῶς γιὰ νὰ διασφαλίζεται ἡ διατήρηση καὶ ἡ προβολὴ τοῦ φιλοκαλικοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἡ δυνατότητα ὁ Ἐπίσκοπος νὰ ἀνασύρει στὸ κατ’ εἰκόνα τὸν πεπτωκότα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος θὰ τὸν βιώνει ἐμπειρικά.

Ἔτσι, ἀποδεικνύειται στὸ κεφάλαιο ὅτι ἡ ἀνθρωπολογία ἐπηρεάζει καὶ καθορίζει σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ τὴ δεοντολογία κάθε κοινωνίας κάθε ἐποχῆς καὶ ἀναδεικνύεται ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, ἐπειδὴ ἔχει ὡς βάση τὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία, ὡς ἡ μόνη ποὺ διασφαλίζει τὴν εὐθυγράμμιση τοῦ ἀνθρώπου στὴν τέλεια δεοντολογία.

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο εἰσερχόμεθα στὸ ἕτερον κεφαλαιῶδες ζήτημα γιὰ τὴν κατανόηση τῆς διαφορᾶς τῆς κοσμικῆς καὶ τῆς κανονικῆς τάξεως, ποὺ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν ἐξέταση τοῦ ζητήματος διαπιστώνεται (ὑποκεφάλαιο 1) ὅτι ἡ ἀντικειμενικὴ ἑρμηνεία τοῦ κοσμικοῦ δικαίου, ποὺ θέλει νὰ δώσει καὶ τελικὰ νὰ ἐπιβάλει μία ἑρμηνεία τοῦ νόμου βασισμένη σὲ ἀόριστες ἔννοιες ποὺ ἀποτελοῦν τὶς ἀξιολογικὲς κρίσεις τῆς πλειοψηφίας, χωρὶς νὰ λαμβάνει τὴν κάθε προσωπικότητα χωριστὰ ὑπόψη, εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἑρμηνευτική, στὴν ὁποία ἐπικρατεῖ τὸ πρότυπο τῆς θεώσεως, ποὺ εἶναι πραγματικὸ καὶ ἀμετάβλητο, ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομίας, ποὺ ἀναγνωρίζει στὸ κάθε πρόσωπο διαφορετικὲς δυνατότητες καὶ μπορεῖ νὰ χαλαρώσει πρόσκαιρα τὴν αὐστηρότητα τοῦ νόμου, ἐὰν αὐτὸ συμφέρει τὴν ψυχή τοῦ πιστοῦ καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.

Στὸ πλαίσιο τῆς ἑρμηνευτικῆς ἀναζητήσεως ἀπορρίπτεται στὴ συνέχεια (ὑποκεφάλαιο 2) ἡ ὀντολογία ποὺ ταυτίζει τὸ ὄν μὲ τὴ γλῶσσα, τὴ λέξη, πού, συνεπῶς, θεωρεῖ ὅτι ὅ, τι ὑπάρχει, ὑφίσταται στὴ λέξη· ἡ θέση αὐτὴ κρίνεται ἀπορριπτέα, διότι τόσο γιὰ τὸ φυσικό, ὅσο καὶ γιὰ τὸ ὑπερφυσικὸ δίκαιο (τὴ θεία Ἀποκάλυψη) γίνεται δεκτὸ ὅτι τὸ δίκαιο ὑφίσταται πρὶν τὴν ἀποτύπωσή του στὸ γράμμα, μὲ συνέπεια νὰ διδάσκεται ὅτι ὁ νόμος γνωρίζεται ὄχι μόνο μὲ τὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους τρόπους, λ. χ. τὴν εἰκόνα. Στὴν ἴδια προβληματολογία τονίζεται (ὑποκεφάλαιο 3) ὅτι τὸ ἔθιμο ἀποτελεῖ πηγὴ δικαίου γιὰ τὸ Κανονικὸ Δίκαιο, κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει γιὰ τὸ κοσμικὸ δίκαιο, ἀκριβῶς διότι δὲν ἐφαρμόζεται στοὺς ἱεροὺς Κανόνες ἡ προτεσταντικὴ ἀρχὴ ποὺ ἀποδέχεται μόνο γραπτὰ κείμενα ὡς πηγὲς τῆς ὑπερφυσικῆς Ἀποκαλύψεως.

Στὸ δεύτερο κεφάλαιο ἀφιερώνεται ἕνα ὑποκεφάλαιο, τὸ τέταρτο, στὴν κατάδειξη τῆς διαφορᾶς τῶν σκοπῶν, ἐπίσης τῆς ἀντιλήψεως περὶ τοῦ ἐγκλήματος, τῶν δύο δικαιοταξιῶν, στὸ χῶρο τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Στὸ μὲν κοσμικὸ δίκαιο γίνεται λόγος γιὰ ἔγκλημα καὶ ποινή, γιὰ πρωτεύοντες καὶ δευτερεύοντες κανόνες δικαίου, ποὺ τιμωροῦν τὴν παράβαση, ὡς κληρονομιὰ τοῦ γερμανικοῦ ἰδεαλισμοῦ, ἀφοῦ εἰσάγονται γιὰ τὴ θεώρηση τοῦ ἐγκλήματος ἐξωεμπειρικὲς ἰδεαλιστικοῦ τύπου ἔννοιες, ὅπως εἶναι τὰ ἔννομα ἀγαθὰ καὶ οἱ ἰδεατοὶ πρωτεύοντες κανόνες. Ἐπίσης, στὸ κοσμικὸ δίκαιο ἡ ποινὴ ἔχει σκοπὸ τὸ στιγματισμό, τὴν ἀποδοκιμασία, παλαιότερα τὴν ἐκδίκηση, τώρα ἀκριβέστερα τὴ γενικὴ καὶ εἰδικὴ πρόληψη, δηλαδὴ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ συνόλου ἀπὸ τὴν ἐπιτέλεση τῆς πράξεως καὶ τὴν ἀποτροπὴ τοῦ δράστη ἀπὸ τὴν ἐπανάληψή της, τέλος ἡ ποινὴ θεωρεῖται κάτι κακό.

Στὸ Κανονικὸ Δίκαιο ὅμως, τὸ ἔγκλημα ἔχει ἐμπειρικὸ περιεχόμενο, εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας, ἐπίσης προβλέπονται ἀντὶ ποινῶν ἐπιτίμια, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται κάτι κακό, καὶ ὁ σκοπός τους ἔγκειται στή θεραπεία τοῦ δράστη. Στοὺς ἱεροὺς Κανόνες δὲν ἀποδοκιμάζεται τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, κάτι ποὺ ἔχει ἀρχίσει νὰ γίνεται καὶ στὸ κοσμικὸ δίκαιο ἀποδεκτὸ ἐξ ἐπιρροῆς τῆς κανονικῆς διδασκαλίας. Στὸ ὑποκεφάλαιο γίνεται ἀναφορὰ καὶ σὲ ἁγιογραφικὰ χωρία ποὺ θεωροῦν τὴν ἁμαρτία πνευματική ἀσθένεια πού ὁδηγεῖ στόν αἰώνιο θάνατο.

Στὴν ἴδια ἑρμηνευτικὴ προβληματολογία τονίζεται (ὑποκεφάλαιο 5) ὅτι στὸ Κανονικὸ Δίκαιο γίνεται διάκριση μεταξὺ γράμματος καὶ πνεύματος μὲ βάση τὴν Χριστολογία· ἡ ἐν πνεύματι ἑρμηνεία εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Χριστό. Ἡ κοσμικὴ ἑρμηνεία ὑποτάσσεται στὸ γράμμα.

Στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου παρατίθενται ἐννέα συμπεράσματα γιὰ τὴ διαφορετικὴ προσέγγιση τῶν ἱερῶν Κανόνων καὶ τοῦ κοσμικοῦ δικαίου μὲ βάση τὶς ἀνωτέρω ἀναλύσεις.

Θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ στὴν ἐπισήμανση τοῦ π. Λάμπρου Φωτοπούλου κατὰ τὴν ὁποία βασικὴ διαφορὰ στὶς δύο τάξεις εἶναι ὅτι στὸ Κανονικὸ Δίκαιο ὁ δικαστὴς ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι ὁ ἴδιος κεκαθαρμένος ἀπὸ πάθη, ἐνῷ στὸ κοσμικὸ ἀρκεῖ ὁ δικαστὴς νὰ εἶναι μόνο καλὸς μελετητὴς τῶν νόμων, εὐφυὴς ἑρμηνευτὴς καὶ ἐφαρμοστής τους χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ ἐμπάθεια.

Μὲ τὸ δεύτερο κεφάλαιο διαπιστώνεται ὅτι ὁ τρόπος ἑρμηνείας τῶν δύο τάξεων κανόνων εἶναι σὲ πολλὰ σημεῖα πολὺ διαφορετικός, μὲ κύριο σημεῖο διαφοροποιήσεως, ἂν θὰ θέλαμε νὰ συνοψίσουμε, τὸ ὅτι στὸ Κανονικὸ Δίκαιο ὑπάρχει μία μεγαλύτερη ἐλευθερία στὰ μέσα ἑρμηνείας, ἐφ’ ὅσον αὐτὰ ὁδηγοῦν στὸ τέλειο ἀνθρωπολογικὰ μοντέλο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός.

  Τὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ συγγράμματος διαλαμβάνει γιὰ ἕνα ἀκόμη ζήτημα ποὺ ἐξετάζεται συγκριτικά, τὸ θέμα τῆς ὑπαγωγῆς, δηλαδὴ τὸ πῶς δύναται καὶ πρέπει ὁ δικαστὴς τῶν δύο δικαιοταξιῶν, ὅπως καὶ ὁ πνευματικός, νὰ ὑπαγάγει τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ μίας ὑπὸ κρίσιν πράξεως στὶς προβλέψεις τοῦ καταλλήλου νόμου κάθε φορά.

Στὸ πρῶτο ὑποκεφάλαιο γίνεται λόγος γιὰ τὰ ἄλογα στοιχεῖα ποὺ ἐπικρατοῦν τὶς περισσότερες φορὲς στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ κοσμικοῦ δικαστή, τὰ ὁποῖα τὸν παρωθοῦν στὴ λήψη συγκεκριμένης ἀποφάσεως, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ νομικὸς ἀποδεικτικὸς συλλογισμὸς νὰ ἐπέρχεται μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση, ἐνῷ κανονικὰ πρέπει νὰ συμβαίνει τὸ ἀντίθετο· μέσα ἀπὸ μία σειρὰ συλλογισμῶν ὁ ἐφαρμοστὴς τοῦ νόμου πρέπει νὰ καταλήγει στὴν ἀνεύρεση τοῦ σωστοῦ νόμου, στὸν ὁποῖο θὰ ὑπαγάγει τὴν πράξη.

Στὸ Κανονικὸ ὅμως Δίκαιο ἰσχύει ὅτι ἀποφασιστικὸς παράγοντας ποὺ καθορίζει σὲ ποιὸ Κανόνα θὰ ὑπαχθεῖ ἡ πράξη εἶναι ὁ φωτισμὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο βέβαια δὲν ἀποτελεῖ εὔκολη ὑπόθεση. Αὐτὸ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἰσχύει ἕνας κανόνας καὶ ὄχι ταυτόχρονα πολλοί, ὅπως συμβαίνει στὸ κοσμικὸ δίκαιο· στὸ τελευταῖο, ἀνάλογα μὲ τὴ βούληση τοῦ δικαστή, ἐφαρμόζονται διάφορες ἀποφάσεις, ἀρκεῖ νὰ ἔχουν ἕνα «συνεπῆ» συλλογισμό, διότι ἡ ἀρχικὴ ἀπόφαση βασίζεται κάθε φορὰ σὲ ὄχι κεκαθαρμένη διάνοια, ἀλλὰ σὲ ἐμπαθῆ, ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἄγεται καὶ νὰ φέρεται ἀπὸ τὴ διαταραγμένη πνευματικὰ κατάστασή της, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πάθη.

Ὁ συγγραφέας παραθέτει ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἐκεῖ ποὺ ἀναφέρονται οἱ πειρασμοὶ τοῦ Χριστοῦ, στοὺς ὁποίους ὁ διάβολος προσπάθησε νὰ δικαιολογήσει τὴν πράξη στὴν ὁποία παρακινοῦσε τὸν Χριστό, μὲ μία ἐντολὴ ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή· ἐπειδὴ εἶχε σκοτισμένη διάνοια προωθοῦσε κάθε φορὰ λάθος διάταξη, στὴν ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπαχθεῖ ἡ πράξη. Ὅμως ἴσχυε ἄλλη διάταξη καὶ ἐντολή·  αὐτὴ ποὺ ἐπεσήμαινε ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ὡς τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος γνώριζε ὅτι ἄλλη ἦταν ἡ διάταξη/ἐντολὴ ποὺ ἴσχυε στὸ πραγματικὸ ποὺ Τοῦ πρότεινε ὁ διάβολος κάθε φορὰ, καὶ στὴν ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον ἀποτελεῖ καὶ μία γενικὴ ἀρχὴ γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ὑπαγωγῆς στὸ Κανονικὸ Δίκαιο. Προϋπόθεση γιὰ νὰ λαμβάνει χώρα ὁ φωτισμὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ταπείνωση τοῦ ἐφαρμοστῆ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καὶ ἡ ὑπακοή του στὸ θεῖο θέλημα. Ἐπίσης ἀπαιτεῖται πολὺ καλὴ γνώση τοῦ θείου νόμου, ἀγάπη στοὺς ἱεροὺς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχουν ἀποτελέσει γιὰ τὸν ἴδιο βίωμα.

Στὸ δεύτερο ὑποκεφάλαιο τοῦ κεφαλαίου ἀναπτύσσεται περισσότερο αὐτὴ ἡ ἔννοια καὶ γιὰ αὐτὸ γίνεται λόγος γιὰ τὴν ὀρθὴ λειτουργία τοῦ λογιστικοῦ. Μὲ αὐτὸ ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχει κανεὶς γνώσεις καὶ εὐφυία γιὰ νὰ εἶναι κατὰ τὸ Κανονικὸ Δίκαιο ὀρθὸς ἑρμηνευτὴς καὶ ἐφαρμοστὴς τῶν ἱερῶν Κανόνων, ἀλλὰ νὰ ἔχει κεκαθαρμένη διάνοια, ὑπὸ τὴν ἔννοια ποὺ αὐτὸ περιγράφεται στὸν 1ο Κανόνα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, δηλαδὴ νὰ διατηρεῖ ἀκέραιη τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Μὲ βάση τὰ ἀνωτέρω δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν ὀρθόδοξη κανονικὴ σκέψη ἡ αὐτονόμηση τῆς θεωρητικῆς γνώσεως ἀπὸ τὴν ὑγιῆ λειτουργία τοῦ λογιστικοῦ.

Στὴν ἴδια συνάφεια καὶ παρακάτω (τρίτο ὑποκεφάλαιο) γίνεται πιὸ συγκεκριμένα λόγος γιὰ τὶς προϋποθέσεις ἐφαρμογῆς τοῦ θείου νόμου, ποὺ δὲν εἶναι ἡ ὑποχρεωτικὴ ἰδιότητα τοῦ νομικοῦ ἢ τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ θεολόγου, ἀλλὰ νὰ ἔχει ὁ Κληρικὸς ποὺ θὰ τοὺς ἐφαρμόσει, ἀλλὰ καὶ κάθε ὀρθόδοξος πιστός, ἀγαπητικὴ σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο.

Μὲ τὶς ἀνωτέρω ἐπισημάνσεις τοῦ τρίτου κεφαλαίου δίδει ὁ συγγραφέας μία πολὺ σαφῆ καὶ πλήρη εἰκόνα τῶν διαφορῶν μεταξύ τῶν δύο δικαιοταξιῶν στὸ ζήτημα τῆς ὑπαγωγῆς, ποὺ μᾶς βοηθᾷ νὰ καταλάβουμε ἀκόμη καλλίτερα τὸ πρόβλημα τῆς συγχύσεώς τους, ἢ ἀκόμη χειρότερα τὴν πλήρη ὑποταγὴ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου στὸ κοσμικὸ δίκαιο, ποὺ δυστυχῶς ἐπικρατεῖ σήμερα στὴν πράξη.

Τὸ τέταρτο κεφάλαιο τῆς ἐργασίας ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐφαρμογὲς τῶν ἀνωτέρω ἀναλύσεων στὴν πρακτικὴ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἱερῶν Κανόνων.

Ἔτσι διαβάζουμε (πρῶτο ὑποκεφάλαιο) γιὰ τὴν ἁρμονία ποὺ κατὰ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, ἐπειδὴ κατ’Αὐτὴν ἔχουν κοινὴ πηγή: τὸν Τριαδικὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ ἰσορροπία ἐντοπίζεται ἱστορικὰ στὸ Βυζαντινὸ Δίκαιο, μὲ κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τὴν 131η νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ, ποὺ ἐξύψωσε τοὺς ἱεροὺς Κανόνες σὲ καθεστὼς ὁμοταξίας μὲ τοὺς πολιτικοὺς νόμους, τοὺς ἔδωσε δηλαδὴ ἰσχὺ νόμου τοῦ Κράτους.

Γίνεται ἐπιπλέον λόγος (δεύτερο ὑποκεφάλαιο) γιὰ τὸ ζήτημα τῆς συμπληρωματικῆς ἐφαρμογῆς κοσμικῶν, εἰδικὰ ποινικῶν, νόμων στὰ λεγόμενα «κενὰ» τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Σύμφωνα μὲ τὸ συγγραφέα, αὐτὸ συνέβαινε καί ἦταν ἐφικτό σὲ παλαιοτέρους χρόνους, ὅταν ὁ πολιτικὸς νομοθέτης ἤθελε νὰ συμπλέει μὲ τὸ Κανονικὸ Δίκαιο, , σήμερα ὅμως ποὺ ἰσχύει τὸ ἀντίθετο, δέν συμβαίνει τό ἴδιο. Στὸ κείμενο παρατίθεται σωρεία ἐπιχειρημάτων ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος θετοῦ κοσμικοῦ δικαίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαμβάνει χώρα στὰ κενὰ τῶν ἱερῶν Κανόνων. Τό κυριώτερο ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι κατὰ τὴ χρήση τῶν κοσμικῶν νόμων ἐφαρμόζονται μέθοδοι νομοτεχνικοί, καθαρὰ ὀρθολογιστικοί, ποὺ ὁδηγοῦν σὲ μία ἀμφισβήτηση τοῦ ἐπισκοπικοῦ δικαστικοῦ χαρίσματος ἢ καὶ τοῦ πνευματικοῦ καὶ υἱοθετοῦν τελικὰ ἕνα βαρλααμισμό.

Ἐπιπλέον εἰσαγόμαστε στὴν προβληματολογία τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ κοσμικὰ δικαστήρια καί τῆς εὐρύτερης παρεμβάσεως τοῦ Κράτους στά τῆς Ἐκκλησίας θέματα (τρίτο ὑποκεφάλαιο), ποὺ ὁδηγεῖ τελικὰ σὲ μία «ἀπολυταρχία», σύμφωνα μὲ τὸν ὅρο τοῦ συγγραφέως, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπό τό Κράτος πρός τή ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι α) ἡ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας βασίζεται σέ νόμους τοῦ κράτους, β) τό Συμβούλιο Ἐπικρατείας ἀλλά καί τά διοικητικά ἐφετεῖα, ἔχουν τό δικαίωμα νά ἀκυρώνουν ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως στὶς περιπτώσεις αὐτόματης καθαιρέσεως Ἐπισκόπων ποὺ προβλέπει ὁ ν. 5383/1932 ἄρθρο 169, σὲ περιπτώσεις καταδίκης τους ἀπὸ κοσμικὰ ποινικὰ δικαστήρια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτελεῖ αὐτὴ ἡ καθαίρεση μία ἁπλῆ διαπιστωτικὴ πράξη, στὴν ὁποία δὲν ἔχει λόγο ἐπὶ τῆς οὐσίας ἡ Ἐκκλησία· ἐπιπλέον γ) τό Κράτος παρεμβαίνει ἐπιβάλλοντας ὡς ὑποχρεωτικὸ προσὸν τό πτυχίο πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως ποὺ ἀπαιτεῖ ὁ ν. 590/1977 ἄρθρο 12 ἑξ. προκειμένου νὰ χειροτονηθεῖ κάποιος Ἐπίσκοπος καὶ τέλος δ) ἐπιτρέπει τήν παρουσία κοσμικῶν δικηγόρων στὶς ἐκκλησιαστικὲς δίκες ἀκόμη καί ἀλλοθρήσκων. (ν. 1700/1987)

Δίδεται ὅμως καὶ ἡ ἰδεώδης σχέση (ὑποκεφάλαιο 4) μεταξὺ τῶν δύο δικαιοταξιῶν, ὅπως αὐτὴ περιγράφεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη στὸ Πηδάλιον, ὅπου ὁ κάθε λειτουργὸς μένει στὰ ὅριά του μὲ ἀντίθετες προοπτικές, οὐράνιες καὶ ἐπίγειες ἀντίστοιχα.

Στὸ τέλος τοῦ κεφαλαίου (πέμπτο ὑποκεφάλαιο), ποὺ εἶναι ὅπως ἀνέφερα, οὐσιαστικὰ ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τῆς ὅλης προβληματολογίας, παρατίθεται ἡ παραδοσιακὴ μέθοδος μελέτης τῶν ἱερῶν Κανόνων. Γιὰ τὴν παρουσίασή της γίνεται ἀναδρομὴ στὴν ἰουστινιάνεια περίοδο (527 – 565 μ. Χ.), ὅπου τὸ ζήτημα βρίσκει τὴν καλλίτερη δυνατὴ ἐπίλυσή του μὲ τὴν κωδικοποίηση τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ποὺ ὁδήγησε στὴν ἀπαγόρευση ἑρμηνευτικῶν ὑπομνημάτων, καὶ μὲ τὴν πλήρη διαμόρφωση τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας καὶ Χριστολογίας. Σέ αὐτό τό σημεῖο ἐμφανίζεται μία ἐνδιαφέρουσα θέση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀκολούθησαν τὴν ἀπαγόρευση ἑρμηνευτικῶν ὑπομνημάτων τοῦ νόμου, καὶ ἔτσι, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν ἁγιορείτη, συγγράφοντας γιὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, δὲν τοὺς ἑρμήνευσαν κατὰ πλάτος, δηλαδὴ μὲ πλατειὲς ἀναλύσεις, ἀλλὰ παρεῖχαν μόνο κατὰ λέξη μετάφραση, πίνακες μὲ ὁμοειδεῖς κανόνες καὶ τὴ συμφωνία τῶν Κανόνων γιὰ τὸ κάθε ζήτημα, δηλαδὴ ἀναφορὲς σὲ ἄλλους Κανόνες καὶ νόμους ποὺ συμφωνοῦν μὲ τὸν Κανόνα, αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ περίπου ἐπέτρεψε καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς γιὰ τὴν κοσμικὴ νομοθεσία.

Στὸ τέλος τῆς ἐργασίας ἀκολουθοῦν τὰ συμπεράσματα.

Ἡ ὅλη ἐργασία διακρίνεται γιὰ τὴ βαθειὰ γνώση τῶν θεμάτων ἀπὸ τὸ συγγραφέα καὶ μάλιστα τὴν ἐμπειρικὴ τριβή του μὲ τὰ ζητήματα σὲ καθαρὰ πρακτικὸ ἐπίπεδο, καθώς, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει, ὑπῆρξε μέλος πολλὲς φορὲς σὲ ἐκκλησιαστικὰ δικαστήρια. Αὐτὸ δίνει ἕνα μεγάλο πλεονέκτημα στὸ σύγγραμμα, ὥστε ὁ ἀναγνώστης νὰ διεισδύει σὲ πτυχὲς τοῦ θέματος ἀπροσπέλαστες κατὰ τὰ ἄλλα σὲ αὐτόν, καθὼς ἡ ἰδιότητα μέλους ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου εἶναι ἀρκετὰ σπάνια. Ἐπίσης, ὅπως ἀνέφερα στὴν ἀρχή, ἀνοίγει μία ὁδὸ γιὰ τὴν ὀρθὴ θεώρηση τῶν ἱερῶν Κανόνων, ποὺ ἔχοντας ὡς θεμέλιο τὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία τὴν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ὑποδούλωσή τους στὸ κοσμικὸ δίκαιο καὶ στὴ νομικὴ σκέψη, ἀναδεικνύοντας τὸν πνευματικό τους θησαυρό, ποὺ εἶναι τελικὰ αὐτὸς ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ποὺ κρύπτεται μυστικὰ πίσω ἀπὸ τὰ κείμενά τους.

Ἀδίστακτα λοιπὸν ἐκφράζουμε τὶς εὐχαριστίες μας πρὸς τὸν π. Λάμπρο Φωτόπουλο εὐχόμενοι νὰ ἐκπονήσει καὶ ἄλλες παρόμοιες μελέτες πρὸς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ.