Τό νόημα καί ἡ ἀξία τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς γιά τήν Ὀρθόδοξη Λατρεία.

Γράφτηκε από τον/την Πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννου Φωτοπούλου Ενεργό .

(Ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς)

1.    Ἡ Ὀρθόδοξη Λατρεία, παράδοσις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων

Χαρά καί καύχημα γιά κάθε ὀρθόδοξη ψυχή εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ὀρθόδοξη λατρεία. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε σταδιακά ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Πατέρων καί διδασκάλων. Αὐτοί οἱ εὐλογημένοι διά τοῦ φωτισμοῦ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπλούτισαν τή Λατρεία μας μέ Ψαλμούς, Εὐαγγελικά, Ἀποστολικά καί Παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα, μέ ἱερές Ἀρχιερατικές καί ἱερατικές εὐχές, μέ διακονικές αἰτήσεις μέ ὕμνους, τροπάρια καί Κανόνες. Αὐτοί διαμόρφωσαν τήν Τυπική Τάξη, ὑπήκοοι στόν Ἀπόστολο πού ἀπαιτεῖ : « Πάντα εὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω»         (Α´Κορ. 14,40). Αὐτοί διαμόρφωσαν σταδιακά τή μορφή καί τή δομή τοῦ Ὀρθοδόξου Ναοῦ, τή διάταξη τῶν ἱερῶν εἰκόνων, αὐτοί εἰσήγαγαν μέσα στή Λατρεία καί τήν ἐκκλησιαστική Μουσική.

Ἔτσι δέν μποροῦμε νά εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ὅταν ἀπουσιάζουμε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Σύναξη πού μέ τόσο προσοχή καί εὐλάβεια φρόντισαν νά τελεῖται οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας. Ἐκεῖ γινόμαστε ἕνα σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁμολογοῦμε καί ἀναπέμπουμε δεήσεις στόν Τριαδικό Θεό, προσφέρουμε σ’ αὐτόν τά δῶρα μας κι ἐκεῖνος μᾶς ἀντιπροσφέρει τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του καί μᾶς ἑνώνει μαζί Του ὑποσχόμενος νά μᾶς προσφέρει τήν πληρότητα τῆς Ζωῆς Του στήν ἔνδοξη Βασιλεία Του.

Ἀκοῦμε τόν Προφητάνακτα Δαυϊδ πού μᾶς παρακινεῖ λέγοντας : « Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τόν Θεόν»  (Ψαλμ. 67,26 ) γιατί καί ὁ ἴδιος λέγει γιά τόν ἑαυτό του γεμᾶτος θεῖο ἔρωτα: « Ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ.83, 2). Τό ἴδιο ζητεῖ ὁ Ἀπ.Παῦλος : « Μή ἐγκαταλείποντες τήν ἐπισυναγωγήν ἑαυτῶν» (Ἑβρ. 10, 25).  Ἔτσι διψασμένοι γιά τή Χάρη τοῦ Θεοῦ σπεύδουμε στό Ναό Του  γιά να συμμετάσχουμε στη Θεία Λατρεία : στό Μεσονυκτικό, στόν Ὄρθρο, στίς Ὧρες στή Θ. Λειτουργία, στόν Ἑσπερινό, πού ὅλα μαζί εἶναι μιά εἰκόνα τῆς Οὐρανίου Λατρείας καί μιά πρόγευση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

 

2.    Ἡ ἐκκλησιαστική Μουσική ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πέραν τῶν Ψαλμῶν, τῶν Ἀναγνωσμάτων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Τρισαγίου, τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν καί κάποιων ἄλλων ἀναγνώσεων, ὅλη ἡ ὑπόλοιπη Λατρεία εἶναι στολισμένη, ντυμένη μέ τήν ἐκκλησιαστική μουσική ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατενόησαν τόσο τή δύναμη πού ἔχει ἡ μουσική καί τή γοητεία πού ἀσκεῖ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ὅσο καί τήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ἐκφρασθεῖ μουσικά, νά τραγουδήσει, νά ὑμνήσει ὄχι μόνο διά τῶν λόγων, ἀλλά καί διά μέσου τῆς μουσικῆς τόν Θεό. Ἀπό τήν ἄλλη οἱ αἱρετικοί προέτρεξαν καί ἄρχισαν νά συνθέτουν ποιητικούς στίχους ἐπενδεδυμένους μέ μιά γλυκειά μουσική γιά νά διαδίδουν ἔτσι τίς πλάνες τους καί νά τίς ἐμφυτεύουν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες λοιπόν φωτισμένοι ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, βαθεῖς γνῶστες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως δέν ἀγνόησαν τίς ἀνάγκες της ἀνθρώπινης ψυχῆς, τή δυναμική της, τή δημιουργικότητά της ἀλλά ἄνοιξαν τό δρόμο γιά μιά ὁλοκληρωμένη μουσική ἔκφραση τῆς προσευχομένης Ἐκκλησίας.

Στήν ἑρμηνεία τοῦ Α´ Ψαλμοῦ ὁ Μ. Βασίλειος γράφει : «  Ἐπειδή  τ ό      Ἅ γ ι ο  Π ν ε ῦ μ α   εἶδε ὅτι δύσκολα ὁδηγεῖται τό ἀνθρώπινο γένος στήν ἀρετή καί ὅτι ἀμελοῦμε τήν ὀρθή ζωή ἐπειδή εἴμαστε ἐπιρρεπεῖς σέ ὅ,τι μᾶς προξενεῖ εὐχαρίστηση, τί ἔκανε; Τήν τερπνότητα τῆς μελωδίας τήν ἀνέμιξε μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά νά μπορέσουμε νά δεχθοῦμε ἀνεπαίσθητα χωρίς κούραση τήν ὠφέλεια τῶν πνευματικῶν λόγων μέ τήν γλυκύτητα πού προξενεῖ στήν ἀκοή μας ἡ μελωδία... Καί γι’  αὐτό τό σκοπό ἐπινοήθηκαν τά ἁρμονικά μέλη τῶν ψαλμῶν, ὥστε  ὅσοι εἶναι παιδιά στήν ἡλικία ἤ στό ἦθος νά νομίζουν ὅτι ἁπλά καί μόνο τραγουδοῦν μελωδικά ἐνῷ στήν πραγματικότητα διδάσκουν τήν ψυχή τους».

Κατανοοῦμε λοιπόν, ἀπ’  αὐτά πού λέγει ὁ φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιος Βασίλειος, ὅτι ἡ εἰσαγωγή τῆς μουσικῆς στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας δέν εἶναι κάποια καλλιτεχνική παρέμβαση ταλαντούχων μουσικῶν πού ντύνουν μέ μελωδία τούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ἀλλά εἶναι ἔ ρ γ ο  τ ο ῦ  Ἁ γ ί ο υ   Π ν ε ύ μ α τ ο ς,  τό ὁποῖο ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία « εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» ( Ἰωαν. 16, 13). Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατανοεῖ τή δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου γιά ἀφομοίωση τῶν πνευματικῶν νοημάτων καθώς καί τήν ροπή τοῦ ἀνθρώπου γιά τέρψη καί εὐχαρίστηση. Αὐτή τήν τάση τοῦ ἀνθρώπου δέν τήν καταδικάζει, ἀλλά χρησιμοποιεῖ τήν τέρψη, τή γλυκύτητα τῆς μελωδίας γιά νά μεταδώσει τήν ὠφέλεια τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας στίς ψυχές. Πρός τό σκοπό αὐτό χρησιμοποιεῖ τούς ποιητές καί μελοποιούς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει καί ἡ φράση « ἔχουν  ἐ π ι ν ο η θ ε ῖ   τά ἁρμονικά μέλη τῶν ψαλμῶν». Μ’ αὐτή ἡ φράση δηλώνεται ἡ ἀνθρώπινη συνέργεια στό ἱερό ἔργο τῆς ψαλμωδίας.

Οἱ πρῶτοι μελοποιοί ἦσαν ταυτόχρονα καί οἱ ποιητές τῶν ὕμνων. Σχεδόν ὅλοι οἱ παλαιοί Ἅγιοι Πατέρες ἄσκησαν αὐτό τό διακόνημα τοῦ ποιητοῦ- μελοποιοῦ καί τό ἐνέταξαν στήν ποιμαντική τους.

 

3.    Ἡ ποιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μελωδίας.  Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ ἱεροί Κανόνες.

 

Τώρα ἐρχόμαστε νά ἐξετάσουμε ποιά ἦταν ἡ ποιότητα τῆς ψαλμωδίας. Πρόκειται γιά τή σοβαρώτερη παράμετρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς πού καθορίζει καί τό ἦθος της καί ἑπομένως καί τήν ποιμαντική - ἐποικοδομητική της ἀξία. Ἡ καλλιεργούμενη στήν ψυχή τέρψη ἀπό τήν ψαλμωδία δέν πρέπει νά ἀναγορεύεται σέ ἀπόλυτη ἀξία καί νά εἶναι εἰς βάρος τῆς πνευματικῆς ὠφελείας πού εἶναι θησαυρισμένη στά θεῖα νοήματα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς προειδοποιοῦν : « Δέν εἶναι θέατρο ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νά ἀκοῦμε ὅσα ψάλλονται ἐκεῖ μόνο πρός εὐχαρίστηση» (Ἱερός Χρυσόστομος). «Στήν Ἐκκλησία πρέπει νά ψάλλουμε μέ σύνεση καί προσοχή»  ( Ἅγ. Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης)

Ἡ εὐχαρίστηση πού προέρχεται ἀπό τή μελωδία πρέπει νά εἶναι τόση, ὥστε νά δημιουργεῖ στήν ψυχή σώφρονα λογισμό, λέγει ὁ Μ. Βασίλειος καί προσθέτει ὅτι πρέπει νά καταβάλλουμε προσπάθεια γιά νά μή παρασυρώμαστε ἐξ αἰτίας τῆς ἡδονικῆς μελωδίας στά σαρκικά πάθη, ἐνῷ σέ μιά ὁμιλία του πού ἀπευθύνει στούς νέους διακρίνει τήν ὑγιᾶ μελωδία ἀπό τήν κακή καί βλαπτική. Ὑγιής εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στά ὑψηλά τόν ἄνθρωπο, ἐνῷ διεφθαρμένη εἶναι ἡ μουσική ἐκείνη ἡ ὁποία  γεννᾶ πάθη πού ὑποδουλώνουν καί ἐξευτελίζουν τήν ψυχή.

Ὑπῆρχαν στά πρῶτα χρόνια πού διαμορφωνόταν ἡ ἐκκλησιαστική μουσική κάποια φαινόμενα ἐκ μέρους τῶν ψαλλόντων στήν Ἐκκλησία πού δέν ταίριαζαν στό ἦθος τῆς ψαλμωδίας.  Ὁρισμένοι ψάλτες κραύγαζαν, ἔκαμαν ἄσκοπες κινήσεις μέ τά χέρια καί τά πόδια, προσπαθοῦσαν, γιά νά εὐχαριστήσουν τούς ἀκροατές, νά εἰσάγουν στό χῶρο τῆς θείας λατρείας μέλη θεατρικά καί κοσμικά. Αὐτά ὅλα τά ἔλεγξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί ἐπέτρεψαν νά ψάλλονται μέλη ἥσυχα, πνευματικά, πού φέρουν κατάνυξη στήν ψυχή καί ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στό Θεό.

Ὑπῆρχε ἀπό τούς Ἁγίους μεγάλη εὐαισθησία στήν ὑπόθεση τῆς ἐκκλ. μουσικῆς, ὅπως καί σέ ὅ, τι ἀφοροῦσε τή Λατρεία. Καταστάλαγμα τοῦ ἐνδιαφέροντός τους γιά τή μουσική εἶναι τρεῖς ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ 75ος Κανών τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ ὁποῖος λέει τά ἀκόλουθα : « Ἐπιθυμοῦμε ὅσοι ψάλλουν στήν Ἐκκλησία οὔτε ἄτακτες, πολύ δυνατές φωνές νά χρησιμοποιοῦν, οὔτε νά ἐκβιάζουν τή φυσική φωνή τους ὥστε  νά μετατρέπεται σέ κραυγή, οὔτε νά ἐπιλέγουν γιά τή λατρεία μελωδίες πού δέν ἁρμόζουν, πού εἶναι ξένες στήν Ἐκκλησία, ἀλλά νά προσφέρουν τίς κατάλληλες ψαλμωδίες στό Θεό πού βλέπει καί τίς πιό κρυφές σκέψεις μας, μέ πολλή προσοχή καί κατάνυξη».

Ὁ δεύτερος, σχετικός μέ τό θέμα μας, Κανών εἶναι ὁ 15ος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, ὁ ὁποῖος προστάσσει : « Κανείς ἄλλος νά μή ψάλλει στήν Ἐκκλησία πλήν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν πού ἀνεβαίνουν στόν ἄμβωνα (σήμερα στό ψαλτικό ἀναλόγιο) καί ψάλλουν μέσα ἀπό τά κατάλληλα βιβλία». Ὑπάρχει κι ἕνας τρίτος Κανών, ὁ 33ος τῆς Ἑκτης Οἰκ. Συνόδου, ὁποῖος ἐξηγεῖ ὅτι κανονικοί ψάλτες εἶναι ὅσοι ἔχουν χειροθεσία τοῦ ἐπισκόπου. Μέ τόν Κανόνα αὐτόν οἱ ψάλτες συγκαταλέγονται στόν Κλῆρο.

 

4.    Τό ὕφος καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς βυζαντινῆς Μουσικῆς

Μέ βάση λοιπόν τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας,  τή σχετική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τούς Ἱερούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, διαμορφώθηκε στην λατρευτική πράξη ἡ ἐκκλησιαστική μουσική. Οἱ ἐκκλησιαστικές μελωδίες, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, δέν ἔχουν μελοποιηθεῖ μέ τόν τρόπο πού συνθέτουν τίς μελωδίες τους οἱ μουσικοί τῆς κοσμικῆς μουσικῆς, οἱ ὁποῖες μοναδικό σκοπό ἔχουν τήν τέρψη τῶν ἀκροατῶν τους.

Αὐτή τή διαπίστωση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ἀλλά καί τήν συμμόρφωση μέ τίς ἐπιταγές τῶν Ἱερῶν Κανόνων γιά τό ποιόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μελωδίας μπορεῖ κανείς νά ἀνιχνεύσει μέχρι σήμερα στήν βυζαντινή ἐκκλησιαστική μουσική. Ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια σταδιακά, μέ ἀργά βήματα, μέ φόβο Θεοῦ διαμορφώθηκε ἀπό τούς μελοποιούς τῆς Ἐκκλησίας ἡ μουσική τῆς θείας Λατρείας. Ἀπομονώθηκαν τά θεατρικά μέλη, ἐπελέγησαν οἱ κατάλληλες μουσικές κλίμακες, μελοποιήθηκαν οἱ κατάλληλες γιά κάθε περίσταση μουσικές γραμμές. Σέ κάθε ἕνα ἀπό τούς ὀκτώ ἤχους ( Πρῶτος, Δεύτερος, Τρίτος, Τέταρτος, Πλάγιος Πρῶτος, Πλάγιος Δεύτερος, Βαρύς, Πλάγιος Τέταρτος) στούς ὁποίους ἔδωσε τή σφραγίδα του ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὑπάρχουν διαφορετικές μουσικές γραμμές ( «θέσεις»). Ὑπάρχουν καθιερωμένες γραμμές πιό σύντομες καί πιό ἀργές, ἀνάλογα μέ τή μελωδία. Ὑπάρχουν σύντομα μέλη δηλ. γρήγορα τροπάρια. Ὑπάρχουν ἀργοσύντομα μέλη δηλ. πού ψάλλονται κάπως πιό ἀργά, ἀφοῦ σέ κάθε συλλαβή ἀντιστοιχοῦν δύο, τρεῖς ἤ καί τέσσερεις μουσικοί φθόγγοι. Ὑπάρχουν καί ἀργά μέλη τά λεγόμενα «  παπαδικά», ὅπως εἶναι τά Χερουβικά καί τά Κοινωνικά κατάλληλα γιά τή μυστική ἀνάγνωση τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν.

Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος μουσικός πλοῦτος, πλῆθος μουσικοδιδάσκαλοι καί ψάλτες στήν βυζαντινή μουσική παράδοση. Ὅμως τά μέλη ἄν καί ὑπάρχει μιά φυσική ἐξέλιξη, δέν εἶναι αὐθαίρετα. Δέν μπορεῖ ὁ μελοποιός νά συνθέσει σύμφωνα μέ τό γοῦστο του, σύμφωνα μέ τήν ἔμπνευση τῆς στιγμῆς. Τό μέλος πού θά συνθέσει γιά νά εἶναι ἀποδεκτό ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀκολουθεῖ ὅλους τούς κανόνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὅταν εἰσερχόμαστε στήν Ἐκκλησία δέν παραξενευόμαστε διότι δέν θά ἀκούσουμε παράδοξες συνθέσεις πού θά πάρουν τό νοῦ μας ἀπό τήν προσευχή καί τά θεῖα νοήματα πού κρύβονται στά τροπάρια. Ἔτσι ὑπάρχει στήν ἐκκλησιαστική βυζαντινή μουσική μιά διαχρονική συνέχεια.

Μιλώντας μέχρις ἐδῶ γιά τήν ποιότητα τῆς μελωδίας πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι αὐτή ἡ ποιότητα ἔχει σχέση καί μέ τόν τρόπο ἐκφορᾶς τῆς φωνῆς, μέ τόν τρόπο δηλ. πού βγάζει ὁ ψάλλων τή φωνή του. Ἀκολουθώντας τήν ἐντολή τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ σωστός ψάλτης δέν ἐκβιάζει τή φωνή του, δέν κραυγάζει, δέν γεμίζει μέ τήν ὑπερβολική ἔνταση τῆς φωνῆς του τό χῶρο τοῦ Ναοῦ καί τήν καρδιά τῶν προσευχομένων μέ σύγχυση. Σέβεται τή « φύση», ὅπως λέγει ὁ Κανών πού προαναφέραμε, τή φύση τῆς φωνῆς του καί τήν ἐκφέρει, τή βγάζει μέ φυσικότητα χρησιμοποιώντας καί τή ρινική κοιλότητα -δέν τό θεωρεῖ, γιατί δέν εἶναι, ἄκοσμο. Ἀναπτύσσει τίς δυνατότητες τῆς φωνῆς του σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ὅπως δηλ. ἔκαμε καί ὁ δάσκαλός του, ὥστε τό ἄκουσμα τῆς ψαλμωδίας νά εἶναι εὐχάριστο καί κατανυκτικό.

Μιᾶς κι ἔγινε λόγος γιά δάσκαλο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς πρέπει νά ποῦμε πόσο εἶναι σημαντική ἡ θέση του στήν ὀρθή ἐκμάθηση τῆς ἐκκλησιασικῆς μουσικῆς, στή διάσωση τῶν μουσικῶν διαστημάτων, στόν τρόπο ἐκφορᾶς τῆς φωνῆς καί γενικά στή μουσική ἑρμηνεία τῶν ψαλλομένων μελῶν. Πολλά ἀπό αὐτά εἶναι δυσκολότατα καί πρέπει νά διδαχθοῦν στό μαθητή λεπτομερῶς καί νά ἀκουσθοῦν ἐκ μέρους τοῦ μαθητοῦ ψαλλόμενα ἀπό τό δάσκαλό του. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού πολλά μεγάλα καί δύσκολα μέλη ὀνομάζονται « μαθήματα».

Ὑπάρχουν καί ἄλλες παράμετροι καί ἄλλα στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ὀρθή ψαλμωδία. Πάντως καί ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν κατανοεῖ ὁ ἀναγνώστης ὅτι ἡ ὑπόθεση τῆς ψαλμωδίας εἶναι πολλή  σ ο β α ρ ή  καί ἐ π ι σ τ η μ ο ν ι κ ή   γιά νά ἀφήνεται στά χέρια αὐθαίρετων ἐρασιτεχνῶν. Εἶναι ὑπόθεση ἱ ε ρ ή   γιατί ἀφορᾶ τήν προσευχή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καί χρειάζεται φόβος Θεοῦ γιά κάθε παρέμβαση στό χῶρο της. Τέλος ἡ ψαλμωδία εἶναι μιά ὑπόθεση πού ἔχει μιά μεγάλη  ἱ σ τ ο ρ ι κ ή  σ υ ν έ χ ε ι α.  Εἶναι μιά ζωντανή, χρυσή παράδοση πού κάθε ὀρθοδοξη ψυχή πρέπει νά ἀγκαλιάζει, νά ἀξιοποιεῖ, νά τή χρησιμοποιεῖ γιά ὠφέλεια πνευματική. Σ’  αὐτήν τήν ψαλτική παράδοση, ἡ ἀνθρώπινη φωνή, «  τό ἀρχέτυπο ὄργανο», ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ Θεοδώρητος ἐπίσκοπος Κύρου, βρῆκε τήν πλήρη ἀξιοποίησή της, τήν τελειότερη ἔκφραση της, ἔγινε τό ὄντως κατάλληλο ὄργανο δοξολογίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

 

5.    Ἡ Βυζαντινή μουσική δέν ἔχει ἐθνικά ὅρια

Ἡ μουσική αὐτή δέν ἔχει ἐθνικό χαρακτῆρα. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική μουσική, ἔστω κι ἄν ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε στόν εὐρύτερο ἑλληνορθόδοξο χῶρο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ποτέ δέν σκέφθηκαν νά δημιουργήσουν ἐθνικά ὅρια στή θεία λατρεία. Γι’  αὐτό καί εἶναι κοινή στίς τοπικές ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, ἡ δομή τῶν Ναῶν, τό Τυπικό, τά ἄμφια τῶν κληρικῶν κ.λ.π.  Μήπως καί ἡ δογματική διδασκαλία καί οἱ ἱεροί Κανόνες, καί τό σύμβολο τῆς Πίστεως, καί ἡ Πατερική γραμματεία δέν διατυπώθηκαν στήν ἑλληνική γλῶσσα καί στήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου; Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τήν ἁγιογραφία καί τίς ὑπόλοιπες ἐκκλησιαστικές τέχνες. Ὅμως ὅλα αὐτά παρελήφθησαν ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, ἀπό τούς λαούς πού ἀκολούθησαν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀνάμεσα σ’  αὐτά ἦταν καί ἡ ἐκκλησιαστική μουσική πού ἔφθασε σέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους. Στή Ρωσία καί στίς ἄλλες σλαβικές χῶρες κλήθηκαν ψάλτες ἀπό τό Βυζάντιο γιά νά διδάξουν τήν ἐκκλησιαστική μουσική. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀδελφοί δέν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά παραλάβουν αὐτή, τήν διαμορφωμένη ἀπό τούς Ἁγίους, μουσική, τή δοκιμασμένη μέσα στήν Ὀρθόδοξη λατρεία. Ἐξ ἄλλου οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἁγίας βασίλισσας Ὄλγας στήν Κωνσταντινούπολη  τί θαύμασαν μέσα στήν Ἁγία Σοφία; Τή λαμπρότητα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας τῆς ὁποίας ἕνας ἀπό τούς κυριώτερους παράγοντες εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική μουσική.

 

6.    Ἡ πνευματική ζημία ἀπό τή χρήση στή Λατρεία τῆς εὐρωπαϊκῆς πολυφωνίας - ἡ ὡφέλεια τῆς κατανυκτικῆς μονοφωνικῆς Βυζ. Μουσικῆς

Στήν ὀρθόδοξη Ρωσία καί σέ ἄλλες σλαβικές χῶρες, ἀπό τά μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος εἰσάγεται στή λατρεία ἡ Εὐρωπαϊκή πολυφωνική μουσική. Κυριώτερη αἰτία γι’ αύτή τήν εἰσβολή εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ Μ. Πέτρου γιά βίαιο εὐρωπαϊκό προσανατολισμό ὅλης τῆς Ρωσίας, μέ αὐθαίρετες παρεμβάσεις σέ ὅλους τούς τομεῖς, στόν κοινωνικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό κ.λ.π. Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ μουσική αὐτή, ἡ πολυφωνική προέρχεται ἀπό τούς λατίνους. Μέσα στήν πλάνη τοῦ Παπισμοῦ ὅλα τά ἐκφραστικά μέσα, ὁτιδήποτε χρησιμοποιεῖται στή λατρεία, εἴτε μουσική, εἴτε ζωγραφική εἴτε ναοδομία ἔχει κατί τί τό νοσηρό, τό ἀρρωστημένο. Ἡ φανερή ἀπουσία τῆς Χάριτος κάμει ἀπαραίτητη στόν ἱερό χῶρο τῆς Λατρείας τήν κυριαρχία τοῦ συναισθήματος. Ὅλη αὐτή τήν ἔλλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀφήνει κενή καί διψασμένη τήν ψυχή, προσπαθοῦν οἱ παπικοί νά καλύψουν μέ μιά γλυκειά, κατά τή γνώμη τους μουσική, μιά μουσική μέ διαστήματα πού προξενοῦν μελαγχολία, μιά μουσική πού  προσπαθεῖ νά πιέσει τήν ψυχή νά νοιώσει κατάνυξη, ἡ ὁποία νοεῖται σάν κτιστή συναιασθηματική κατάσταση καί ὄχι σάν ἐπίσκεψη τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ μουσική αὐτή προσπαθεῖ νά ἐρεθίσει τό συναίσθημα καί νά δ ημ ι ο υ ρ γ ή σ ε ι κατάνυξη. Γι’ αὐτό ἐπιστρατεύει τήν πολυφωνία ἀνδρῶν, γυναικῶν καί παιδιῶν, τήν ὑψιφωνία πού «  τρυπάει»  τ’ αὐτιά, τήν βαθυφωνία (τίς μπάσσες φωνές) πού κατεβάζει τήν ψυχή στά τάρταρα. Ἐπιστρατεύει μουσικά ὄργανα καί κοσμικούς μουσικοσυνθέτες γιά νά ἐντυπωσιάσει, γιά νά δημιουργήσει κλῖμα ρομαντικό, γιά νά μεταφέρει τό νοῦ τῶν προσευχομένων σέ κόσμους φανταστικούς.

Ἡ μουσική βέβαια τῶν Δυτικῶν δέν μεταφέρθηκε στούς Ὀρθοδόξους Ρώσσους αὐτούσια. Δέν θά μποροῦσε ἡ ὀρθόδοξη ρωσική ψυχή νά δεχθεῖ αὐτή τήν τόσο φανερή κοσμικότητα. Γι’  αὐτό δέν δέχθηκε τήν εἴσοδο μουσικῶν ὀργάνων στή Λατρεία ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία. Προσπάθησε ἐπίσης τά μέλη νά εἶναι πιό ἁπλᾶ. ( Θά ἀποτελοῦσε  παράλειψη ἄν δέν τονίζαμε ἐδῶ τήν ἐπιμέλεια πού ἐπιδεικνύουν οἱ ρῶσσοι ἀδελφοί κατά τήν προετοιμασία τῶν χορῶν, γιά τή σημασία πού δίνουν στην ψαλμωδία καί γιά τήν ἀσκητική προσπάθεια τῶν πιστῶν κατά τή συμμετοχή τους στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας). Ὅμως ἡ πολυφωνία, ἡ χρήση μόνο τοῦ Ματζόρε καί τοῦ Μινόρε τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς ἡ ἀνάμιξη ἀνδρῶν καί γυναικῶν στούς χορούς, ὁ τρόπος τῆς μουσικῆς ἐκφορᾶς, δέν βοηθοῦν καί τόσο στήν προσοχή τοῦ νοός καί τήν κατάνυξη. 

Τρία εἶναι τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα ἀπό τή χρήση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας πού δυσκολεύουν τήν κατανυκτική προσευχή μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας :

α) ἡ ἔξαρση τοῦ συναισθήματος. Μιά καλλιέργεια ὡραίων «θρησκευτικῶν» συναισθημάτων, πού κάμουν τόν πιστό νά νοιώθει ὄμορφα, ἀλλά πού στήν πραγματικότητα ἀποτελοῦν μιά αἰσθητική ἀπόλαυση, παρόμοια    (ὄχι ἴδια, ἀλλά παρόμοια) μέ αὐτήν πού νοιώθουν στό χῶρο μιᾶς συναυλίας. Στήν περίπτωση αὐτή παρεμποδίζεται ἡ προσευχή, γιατί μεσολαβεῖ μιά κοσμική χαρά καί εὐχαρίστηση πού συσκοτίζει τό νοῦ καί τόν ἀποπροσανατολίζει ἀπό τόν κύριο σκοπό του, τήν ἀναφορά του στό Θεό, τήν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, τήν εὐχαριστία καί τή δοξολογία.

β) ἡ διάσπαση τῆς προσοχῆς. Οἱ πολλές διαφορετικές φωνές, ἀνδρικές καί γυναικεῖες πού δέν ψάλλουν ὅλες τό ἴδιο, διασποῦν τήν προσοχή τοῦ πιστοῦ, τήν ἐγρήγορση του ἴσως καί ὅλο τόν ἐσωτερικό κόσμο του. Δέν ἀφήνουν τήν ἀπόλυτη συγκέντρωση τοῦ νοῦ στά θεῖα λόγια πού ὠφελοῦν καί κατανύσσουν. Διαφορετική χροιά τῶν φωνῶν (ἀνδρική, γυναικεία, παιδική) ἀπό τή μιά μεριά, διαφορετικές, παράλληλες μελωδικές γραμμές ἀπό τήν ἄλλη φέρουν ἕνα τεμαχισμό στή δύναμη τοῦ νοῦ, τόν ἀποσποῦν ἀπό τό κύριο ἔργο του.

γ) ὁ μετεωρισμός. Μέ τήν πολυφωνία στήν ψαλμωδία  ὁ νοῦς μετεωρίζεται. Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὀνομάζει μετεωρισμό τήν ἄστατη περιφορά τοῦ νοός. Ὁ νοῦς θυμᾶται πότε τό ἕνα καί πότε τό ἄλλο καί ἀπό τή μιά σκέψη πηδάει στήν ἄλλη. Στήν περίπτωση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας πολλές φορές δημιουργεῖται μιά ρομαντική διάθεση πού ἁρπάζει τό νοῦ καί τόν περιφέρει ἀνικανοποίητο ἐδῶ κι ἐκεῖ. Πολλές φορές  σέ ἀκραῖες περιπτώσεις μπορεῖ νά γίνει καί κάποιος ἀνεπίτρεπτος συνδυασμός τοῦ μουσικοῦ ἀκούσματος μέ διάφορες καταστάσεις, ἀναμνήσεις καί πρόσωπα. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  μᾶς προτρέπει : « Μή μετεωρίζεσθε» (Λουκ. 12, 29). Ἄν καί αὐτή ἡ προτροπή ἀφορᾶ τήν ἀποφυγή τῆς κοσμικῆς μέριμνας καί τήν ἐμπιστοσύνη τῆς ψυχῆς στό Θεό, ἄριστα σχετίζεται καί μέ τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ στήν προσευχή, ὥστε κατά τήν ψαλμωδία ὁ νοῦς νά προσεύχεται καί νά ζητεῖ τό κυριώτερο : Τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 12, 31).

Σέ ἀντίθεση τώρα μέ τήν πολυφωνική μουσική, ἡ βυζαντινή μουσική χρησιμοποιεῖ τή μελωδική μονοφωνία.  Εἴτε ψάλλει ἕνας, εἴτε πολλοί, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «  ἡ φωνή μοιάζει νά βγαίνει ἀπό ἕνα στόμα».  Αὐτό τό ἁπλό καί ἑνιαῖο ἄκουσμα μέ τίς καθιερωμένες μουσικές «θέσεις» πού συνοδεύεται ἀπό μία εὐθεῖα μελωδική γραμμή, τό «ἰσοκράτημα», ἑνοποιεῖ καί συμμαζεύει τό νοῦ στήν προσευχή. Ἡ μελωδία τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς εἶναι εὐχάριστη καί σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων βοηθεῖ στήν κατάνυξη. Ἀλλά δέν ξεφεύγει ὁ νοῦς ὥστε νά «κολλάει» στή μελωδία, νά τή νοιώθει σάν αἰσθητική ἀπόλαυση. «Πετάει» ἡ καρδιά μας, ὅταν ψάλλομε ἤ ἀκοῦμε τά τροπάρια, χαιρόμαστε, ἀλλά αὐτό δέν μᾶς χωρίζει ἀπό τό περιεχόμενο τῶν τροπαρίων, δέν καλλιεργεῖται μιά ἄρρωστη νοσταλγία, μία ρομαντική διάθεση.  Ἡ Μουσική αὐτή δέν ἐπιτρέπει τόν μετεωρισμό.   Ἀντίθετα βοηθεῖ στό νά μαζευτεῖ ὁ νοῦς ἀπό τήν ἐξωτερική του περιπλάνηση, νά μπεῖ μέσα στήν καρδιά καί στή συνέχεια νά προσφερθεῖ μέ ὅλο τό δυναμισμό του στό Θεό. Ἔτσι ἡ προσευχή γίνεται καρποφόρος, ὠφέλιμη γιά τό Χριστιανό.

7.    Ἀναζήτηση ἀπό τό ρωσικό λαό τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς

Ὅσον ἀφορᾶ τή χρήση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας στή Ρωσική Ἐκκλησία ὑπάρχουν τά ἑξῆς ἐπιχειρήματα : α) ὅτι αὐτή ἔχει μακρά συνέχεια, ὅτι ἀποτελεῖ «παράδοση». β) ὅτι ἔχει ἀγαπηθεῖ ἀπό τό λαό, ὁ ὁποῖος ἀναπαύεται σ’ αὐτή  καί εἶναι εὐχαριστημένος. Στά ἐπιχειρήματα αὐτά θά μπορούσαμε νά ἀπαντήσουμε ὡς ἐξῆς. α)  Εἶναι ἱστορικό γεγονός ὅτι στή Ρωσία ἔχουμε μιά βίαιη εἰσβολή τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς στό χῶρο τῆς Λατρείας καί αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀληθινή παράδοση. β) Γιά τό ἄν ὁ κλῆρος καί ὁ λαός βρίσκουν ἀνάπαυση στήν πολυφωνική μουσική ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά θέσω ὑπ’  ὄψιν τῶν ἀδελφῶν Ρώσων δύο δεδομένα.

Τό πρῶτο εἶναι κάποιες παλαιότερες μαρτυρίες. Διαβάζουμε ἔτσι στό μουσικολογικό περιοδικό «Φόρμιγξ» (Μάρτιος 1908) ὅσα ἔγραψε ἐκείνη τήν ἐποχή στό περιοδικό «Ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις» πού ἦταν ὄργανο τῆς Ἁγιωτάτης Ρωσικῆς Συνόδου, ὁ καθηγητής Σοκολώφ : «Ἦταν γιά μένα ἀσυνήθιστη ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησιαστική Μουσική, μονόφωνη, ἰδιόρρυθμη στό ὕφος της. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἀκούει κάποιος αὐτή τή μουσική τόσο περισσότερο ἡχεῖ σ’ αὐτόν εὐχάριστα, τόσο ἰσχυρότερα ἐπενεργεῖ στήν ψυχή καί τή διεγείρει στήν προσευχή. Μετά ἀπό δύο - τρεῖς λειτουργίες, εγώ ὄχι μόνο  συνήθισα σ’ αὐτή τή μουσική, ἀλλά καί τήν ἀγάπησα. Καί πράγματι! Μόνο ἡ μονόφωνη μουσική εἶναι γνήσιο προϊόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Αὐτή εἶναι μιά πρώτη μαρτυρία.

Δυό ἄλλες μαρτυρίες προέρχονται ἀπό Ἁγίους Γέροντες. Ἡ πρώτη εἶναι ἀπό τόν στάρετς Βαρσανούφιο τῆς Ὄπτινα, ὁ ὁποῖος ἦταν πολύ καλός μουσικός. Γνωρίζοντας καλά τήν Εὐρωπαϊκή μουσική ἔλεγε ὅτι «  ἡ μουσική ἀποτραβάει τή σκέψη καί τήν προσοχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά λόγια καί τή στρέφει στή μουσική...Κι ἔτσι ἐμποδίζει τήν προσευχή...Ἡ ψυχή σιωπᾶ. Καί μόνο ἦχοι γλυκεῖς ἀκούγονται...Χωρίς νόημα .. Χωρίς περιεχόμενο...». Παραπονιόταν ἐπίσης γιά τίς πολυφωνικές χορωδίες πού τήν ψαλμωδία τους χαρακτήριζε «θεατρινίστικες μελωδίες». Ἡ δεύτερη μαρτυρία ἀνήκει στόν στάρετς Σαμψών, ὁ ὁποῖος συμβουλεύοντας τά πνευματικά τους τέκνα γιά τόν τρόπο προσευχῆς μέσα στήν Ἐκκλησία ἔλεγε τά ἀκόλουθα : « Ποτέ νά μή χάνετε τήν αἴσθηση ὅτι βρισκόσαστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ἡ αἴσθηση αὐτή μερικές φορές εἶναι μόνο τοῦ νοῦ, ἐνέργεια νοερή, χωρίς συμμετοχή συναισθημάτων.  Ὁ συναισθηματισμός στή θεία λατρεία εἶναι κάτι τό ξένο στήν Ὀρθοδοξία.  Νά γιατί καί ἡ χορωδιακή μας εὐρωπαϊκή μουσική συχνά μᾶς ἐμποδίζει στήν προσευχή μας !  Γιατί εἰσάγει στή ζωή μας τό στοιχεῖο τοῦ συναισθηματισμοῦ». Οἱ ἀνωτέρω μαρτυρίες νομίζω πείθουν ὅτι καί ἁπλοί πιστοί  καί Ἅγιοι ἀκόμη τῆς Ρωσίας δέν ἀναπαύονται στή χρήση τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς μέσα στή Λατρεία.

Τό δεύτερο δεδομένο ἔχει σχέση μέ τήν κατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς στή Ρωσία σήμερα. Σέ ἄλλους Ναούς ψάλλουν πολυφωνικά, σέ ἄλλους γίνεται προσπάθεια γνωριμίας καί ἐπαναφορᾶς τοῦ παλαιορωσικοῦ μονοφωνικοῦ μέλους (ζνάμενι) σέ ἄλλους τέλος ναούς καί μοναστήρια γίνεται προσπάθεια νά ψαλλεῖ κάποιο μίγμα βυζαντινοῦ καί παλαιορωσικοῦ μέλους. Τί φανερώνουν ὅλα αὐτά; Ὅτι ὑπάρχει ἀπό τόν ρωσικό λαό ἀναζήτηση τῆς γνήσιας ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, τῆς μουσικῆς πού ἀληθινά θά βοηθεῖ στήν κατανυκτική προσευχή. Ὁ τρόπος πού ψάλλεται σήμερα τό παλαιορωσικό μέλος, ὅπως λένε ὅσοι γνωρίζουν τά πράγματα, δέν φαίνεται νά φανερώνει τό ἀληθινό παλαιό μέλος. Εἶναι μᾶλλον στό στάδιο τοῦ πειραματισμοῦ γιατί μετά τή μεταρρύθμιση τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος ἔχει χαθεῖ ἡ παράδοσή καί ἡ συνέχειά του, τήν ὁποία ὄχι σωστά προσπαθοῦν νά σώσουν οἱ ρασκόλνικοι.

Ἀπό τήν ἄλλη ὑπάρχει μιά ὑπέροχη ἐκκλησιαστική μουσική, ἡ βυζαντινή μουσική, ἡ ὁποία κρατεῖ τή συνέχειά της, ψάλλεται γιά πάμπολλους αἰῶνες χωρίς διακοπή.  Ἄν καί ὅλο τόν 19ο αἰῶνα πολεμήθηκε ἀπό τούς ἕλληνες «διαφωτιστές», μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρήθηκε ἀλώβητη στή Θεία Λατρεία. Σαν μιά γάργαρη πηγή, ἤ ἄν θέλετε, σάν χείμαρρος κατανυκτικῆς ψαλμωδίας δέν ἔχει ἐθνικά ὅρια. Προσφέρεται σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους σάν δῶρο Θεοῦ, σάν ζωογόνο ὕδωρ, σάν οὐρανοδρόμος κλίμαξ γιά νά βοηθήσει τίς ψυχές στήν προσευχή, στήν ἕνωσή τους μέ τόν Τριαδικό Θεό.

η

[ΚΕΙΜΕΝΑ - ΑΡΘΡΑ]
Εκτύπωση κειμένου Αποθήκευση κειμένου σε '.pdf'

Πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννου Φωτοπούλου
Ἐφημερίου τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς

Τό νόημα καί ἡ ἀξία τῆς Βυζαντινῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς
γιά τήν Ὀρθόδοξη Λατρεία.

 

1.    Ἡ Ὀρθόδοξη Λατρεία, παράδοσις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων

Χαρά καί καύχημα γιά κάθε ὀρθόδοξη ψυχή εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ὀρθόδοξη λατρεία. Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας διαμορφώθηκε σταδιακά ὑπό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Πατέρων καί διδασκάλων. Αὐτοί οἱ εὐλογημένοι διά τοῦ φωτισμοῦ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπλούτισαν τή Λατρεία μας μέ Ψαλμούς, Εὐαγγελικά, Ἀποστολικά καί Παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα, μέ ἱερές Ἀρχιερατικές καί ἱερατικές εὐχές, μέ διακονικές αἰτήσεις μέ ὕμνους, τροπάρια καί Κανόνες. Αὐτοί διαμόρφωσαν τήν Τυπική Τάξη, ὑπήκοοι στόν Ἀπόστολο πού ἀπαιτεῖ : « Πάντα εὐσχημόνως καί κατά τάξιν γινέσθω»         (Α´Κορ. 14,40). Αὐτοί διαμόρφωσαν σταδιακά τή μορφή καί τή δομή τοῦ Ὀρθοδόξου Ναοῦ, τή διάταξη τῶν ἱερῶν εἰκόνων, αὐτοί εἰσήγαγαν μέσα στή Λατρεία καί τήν ἐκκλησιαστική Μουσική.

Ἔτσι δέν μποροῦμε νά εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ὅταν ἀπουσιάζουμε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Σύναξη πού μέ τόσο προσοχή καί εὐλάβεια φρόντισαν νά τελεῖται οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας. Ἐκεῖ γινόμαστε ἕνα σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁμολογοῦμε καί ἀναπέμπουμε δεήσεις στόν Τριαδικό Θεό, προσφέρουμε σ’ αὐτόν τά δῶρα μας κι ἐκεῖνος μᾶς ἀντιπροσφέρει τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του καί μᾶς ἑνώνει μαζί Του ὑποσχόμενος νά μᾶς προσφέρει τήν πληρότητα τῆς Ζωῆς Του στήν ἔνδοξη Βασιλεία Του.

Ἀκοῦμε τόν Προφητάνακτα Δαυϊδ πού μᾶς παρακινεῖ λέγοντας : « Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τόν Θεόν»  (Ψαλμ. 67,26 ) γιατί καί ὁ ἴδιος λέγει γιά τόν ἑαυτό του γεμᾶτος θεῖο ἔρωτα: « Ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ.83, 2). Τό ἴδιο ζητεῖ ὁ Ἀπ.Παῦλος : « Μή ἐγκαταλείποντες τήν ἐπισυναγωγήν ἑαυτῶν» (Ἑβρ. 10, 25).  Ἔτσι διψασμένοι γιά τή Χάρη τοῦ Θεοῦ σπεύδουμε στό Ναό Του  γιά να συμμετάσχουμε στη Θεία Λατρεία : στό Μεσονυκτικό, στόν Ὄρθρο, στίς Ὧρες στή Θ. Λειτουργία, στόν Ἑσπερινό, πού ὅλα μαζί εἶναι μιά εἰκόνα τῆς Οὐρανίου Λατρείας καί μιά πρόγευση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

 

2.    Ἡ ἐκκλησιαστική Μουσική ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πέραν τῶν Ψαλμῶν, τῶν Ἀναγνωσμάτων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Τρισαγίου, τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν καί κάποιων ἄλλων ἀναγνώσεων, ὅλη ἡ ὑπόλοιπη Λατρεία εἶναι στολισμένη, ντυμένη μέ τήν ἐκκλησιαστική μουσική ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατενόησαν τόσο τή δύναμη πού ἔχει ἡ μουσική καί τή γοητεία πού ἀσκεῖ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ὅσο καί τήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ἐκφρασθεῖ μουσικά, νά τραγουδήσει, νά ὑμνήσει ὄχι μόνο διά τῶν λόγων, ἀλλά καί διά μέσου τῆς μουσικῆς τόν Θεό. Ἀπό τήν ἄλλη οἱ αἱρετικοί προέτρεξαν καί ἄρχισαν νά συνθέτουν ποιητικούς στίχους ἐπενδεδυμένους μέ μιά γλυκειά μουσική γιά νά διαδίδουν ἔτσι τίς πλάνες τους καί νά τίς ἐμφυτεύουν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες λοιπόν φωτισμένοι ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, βαθεῖς γνῶστες τῆς ἀνθρώπινης φύσεως δέν ἀγνόησαν τίς ἀνάγκες της ἀνθρώπινης ψυχῆς, τή δυναμική της, τή δημιουργικότητά της ἀλλά ἄνοιξαν τό δρόμο γιά μιά ὁλοκληρωμένη μουσική ἔκφραση τῆς προσευχομένης Ἐκκλησίας.

Στήν ἑρμηνεία τοῦ Α´ Ψαλμοῦ ὁ Μ. Βασίλειος γράφει : «  Ἐπειδή  τ ό      Ἅ γ ι ο  Π ν ε ῦ μ α   εἶδε ὅτι δύσκολα ὁδηγεῖται τό ἀνθρώπινο γένος στήν ἀρετή καί ὅτι ἀμελοῦμε τήν ὀρθή ζωή ἐπειδή εἴμαστε ἐπιρρεπεῖς σέ ὅ,τι μᾶς προξενεῖ εὐχαρίστηση, τί ἔκανε; Τήν τερπνότητα τῆς μελωδίας τήν ἀνέμιξε μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά νά μπορέσουμε νά δεχθοῦμε ἀνεπαίσθητα χωρίς κούραση τήν ὠφέλεια τῶν πνευματικῶν λόγων μέ τήν γλυκύτητα πού προξενεῖ στήν ἀκοή μας ἡ μελωδία... Καί γι’  αὐτό τό σκοπό ἐπινοήθηκαν τά ἁρμονικά μέλη τῶν ψαλμῶν, ὥστε  ὅσοι εἶναι παιδιά στήν ἡλικία ἤ στό ἦθος νά νομίζουν ὅτι ἁπλά καί μόνο τραγουδοῦν μελωδικά ἐνῷ στήν πραγματικότητα διδάσκουν τήν ψυχή τους».

Κατανοοῦμε λοιπόν, ἀπ’  αὐτά πού λέγει ὁ φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιος Βασίλειος, ὅτι ἡ εἰσαγωγή τῆς μουσικῆς στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας δέν εἶναι κάποια καλλιτεχνική παρέμβαση ταλαντούχων μουσικῶν πού ντύνουν μέ μελωδία τούς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ἀλλά εἶναι ἔ ρ γ ο  τ ο ῦ  Ἁ γ ί ο υ   Π ν ε ύ μ α τ ο ς,  τό ὁποῖο ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία « εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» ( Ἰωαν. 16, 13). Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατανοεῖ τή δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου γιά ἀφομοίωση τῶν πνευματικῶν νοημάτων καθώς καί τήν ροπή τοῦ ἀνθρώπου γιά τέρψη καί εὐχαρίστηση. Αὐτή τήν τάση τοῦ ἀνθρώπου δέν τήν καταδικάζει, ἀλλά χρησιμοποιεῖ τήν τέρψη, τή γλυκύτητα τῆς μελωδίας γιά νά μεταδώσει τήν ὠφέλεια τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας στίς ψυχές. Πρός τό σκοπό αὐτό χρησιμοποιεῖ τούς ποιητές καί μελοποιούς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει καί ἡ φράση « ἔχουν  ἐ π ι ν ο η θ ε ῖ   τά ἁρμονικά μέλη τῶν ψαλμῶν». Μ’ αὐτή ἡ φράση δηλώνεται ἡ ἀνθρώπινη συνέργεια στό ἱερό ἔργο τῆς ψαλμωδίας.

Οἱ πρῶτοι μελοποιοί ἦσαν ταυτόχρονα καί οἱ ποιητές τῶν ὕμνων. Σχεδόν ὅλοι οἱ παλαιοί Ἅγιοι Πατέρες ἄσκησαν αὐτό τό διακόνημα τοῦ ποιητοῦ- μελοποιοῦ καί τό ἐνέταξαν στήν ποιμαντική τους.

 

3.    Ἡ ποιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μελωδίας.  Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ ἱεροί Κανόνες.

 

Τώρα ἐρχόμαστε νά ἐξετάσουμε ποιά ἦταν ἡ ποιότητα τῆς ψαλμωδίας. Πρόκειται γιά τή σοβαρώτερη παράμετρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς πού καθορίζει καί τό ἦθος της καί ἑπομένως καί τήν ποιμαντική - ἐποικοδομητική της ἀξία. Ἡ καλλιεργούμενη στήν ψυχή τέρψη ἀπό τήν ψαλμωδία δέν πρέπει νά ἀναγορεύεται σέ ἀπόλυτη ἀξία καί νά εἶναι εἰς βάρος τῆς πνευματικῆς ὠφελείας πού εἶναι θησαυρισμένη στά θεῖα νοήματα. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς προειδοποιοῦν : « Δέν εἶναι θέατρο ἡ Ἐκκλησία, ὥστε νά ἀκοῦμε ὅσα ψάλλονται ἐκεῖ μόνο πρός εὐχαρίστηση» (Ἱερός Χρυσόστομος). «Στήν Ἐκκλησία πρέπει νά ψάλλουμε μέ σύνεση καί προσοχή»  ( Ἅγ. Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης)

Ἡ εὐχαρίστηση πού προέρχεται ἀπό τή μελωδία πρέπει νά εἶναι τόση, ὥστε νά δημιουργεῖ στήν ψυχή σώφρονα λογισμό, λέγει ὁ Μ. Βασίλειος καί προσθέτει ὅτι πρέπει νά καταβάλλουμε προσπάθεια γιά νά μή παρασυρώμαστε ἐξ αἰτίας τῆς ἡδονικῆς μελωδίας στά σαρκικά πάθη, ἐνῷ σέ μιά ὁμιλία του πού ἀπευθύνει στούς νέους διακρίνει τήν ὑγιᾶ μελωδία ἀπό τήν κακή καί βλαπτική. Ὑγιής εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στά ὑψηλά τόν ἄνθρωπο, ἐνῷ διεφθαρμένη εἶναι ἡ μουσική ἐκείνη ἡ ὁποία  γεννᾶ πάθη πού ὑποδουλώνουν καί ἐξευτελίζουν τήν ψυχή.

Ὑπῆρχαν στά πρῶτα χρόνια πού διαμορφωνόταν ἡ ἐκκλησιαστική μουσική κάποια φαινόμενα ἐκ μέρους τῶν ψαλλόντων στήν Ἐκκλησία πού δέν ταίριαζαν στό ἦθος τῆς ψαλμωδίας.  Ὁρισμένοι ψάλτες κραύγαζαν, ἔκαμαν ἄσκοπες κινήσεις μέ τά χέρια καί τά πόδια, προσπαθοῦσαν, γιά νά εὐχαριστήσουν τούς ἀκροατές, νά εἰσάγουν στό χῶρο τῆς θείας λατρείας μέλη θεατρικά καί κοσμικά. Αὐτά ὅλα τά ἔλεγξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί ἐπέτρεψαν νά ψάλλονται μέλη ἥσυχα, πνευματικά, πού φέρουν κατάνυξη στήν ψυχή καί ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στό Θεό.

Ὑπῆρχε ἀπό τούς Ἁγίους μεγάλη εὐαισθησία στήν ὑπόθεση τῆς ἐκκλ. μουσικῆς, ὅπως καί σέ ὅ, τι ἀφοροῦσε τή Λατρεία. Καταστάλαγμα τοῦ ἐνδιαφέροντός τους γιά τή μουσική εἶναι τρεῖς ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ 75ος Κανών τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ ὁποῖος λέει τά ἀκόλουθα : « Ἐπιθυμοῦμε ὅσοι ψάλλουν στήν Ἐκκλησία οὔτε ἄτακτες, πολύ δυνατές φωνές νά χρησιμοποιοῦν, οὔτε νά ἐκβιάζουν τή φυσική φωνή τους ὥστε  νά μετατρέπεται σέ κραυγή, οὔτε νά ἐπιλέγουν γιά τή λατρεία μελωδίες πού δέν ἁρμόζουν, πού εἶναι ξένες στήν Ἐκκλησία, ἀλλά νά προσφέρουν τίς κατάλληλες ψαλμωδίες στό Θεό πού βλέπει καί τίς πιό κρυφές σκέψεις μας, μέ πολλή προσοχή καί κατάνυξη».

Ὁ δεύτερος, σχετικός μέ τό θέμα μας, Κανών εἶναι ὁ 15ος τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας, ὁ ὁποῖος προστάσσει : « Κανείς ἄλλος νά μή ψάλλει στήν Ἐκκλησία πλήν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν πού ἀνεβαίνουν στόν ἄμβωνα (σήμερα στό ψαλτικό ἀναλόγιο) καί ψάλλουν μέσα ἀπό τά κατάλληλα βιβλία». Ὑπάρχει κι ἕνας τρίτος Κανών, ὁ 33ος τῆς Ἑκτης Οἰκ. Συνόδου, ὁποῖος ἐξηγεῖ ὅτι κανονικοί ψάλτες εἶναι ὅσοι ἔχουν χειροθεσία τοῦ ἐπισκόπου. Μέ τόν Κανόνα αὐτόν οἱ ψάλτες συγκαταλέγονται στόν Κλῆρο.

 

4.    Τό ὕφος καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς βυζαντινῆς Μουσικῆς

Μέ βάση λοιπόν τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας,  τή σχετική διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τούς Ἱερούς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, διαμορφώθηκε στην λατρευτική πράξη ἡ ἐκκλησιαστική μουσική. Οἱ ἐκκλησιαστικές μελωδίες, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, δέν ἔχουν μελοποιηθεῖ μέ τόν τρόπο πού συνθέτουν τίς μελωδίες τους οἱ μουσικοί τῆς κοσμικῆς μουσικῆς, οἱ ὁποῖες μοναδικό σκοπό ἔχουν τήν τέρψη τῶν ἀκροατῶν τους.

Αὐτή τή διαπίστωση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ἀλλά καί τήν συμμόρφωση μέ τίς ἐπιταγές τῶν Ἱερῶν Κανόνων γιά τό ποιόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μελωδίας μπορεῖ κανείς νά ἀνιχνεύσει μέχρι σήμερα στήν βυζαντινή ἐκκλησιαστική μουσική. Ἀπό τά πρῶτα χριστιανικά χρόνια σταδιακά, μέ ἀργά βήματα, μέ φόβο Θεοῦ διαμορφώθηκε ἀπό τούς μελοποιούς τῆς Ἐκκλησίας ἡ μουσική τῆς θείας Λατρείας. Ἀπομονώθηκαν τά θεατρικά μέλη, ἐπελέγησαν οἱ κατάλληλες μουσικές κλίμακες, μελοποιήθηκαν οἱ κατάλληλες γιά κάθε περίσταση μουσικές γραμμές. Σέ κάθε ἕνα ἀπό τούς ὀκτώ ἤχους ( Πρῶτος, Δεύτερος, Τρίτος, Τέταρτος, Πλάγιος Πρῶτος, Πλάγιος Δεύτερος, Βαρύς, Πλάγιος Τέταρτος) στούς ὁποίους ἔδωσε τή σφραγίδα του ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὑπάρχουν διαφορετικές μουσικές γραμμές ( «θέσεις»). Ὑπάρχουν καθιερωμένες γραμμές πιό σύντομες καί πιό ἀργές, ἀνάλογα μέ τή μελωδία. Ὑπάρχουν σύντομα μέλη δηλ. γρήγορα τροπάρια. Ὑπάρχουν ἀργοσύντομα μέλη δηλ. πού ψάλλονται κάπως πιό ἀργά, ἀφοῦ σέ κάθε συλλαβή ἀντιστοιχοῦν δύο, τρεῖς ἤ καί τέσσερεις μουσικοί φθόγγοι. Ὑπάρχουν καί ἀργά μέλη τά λεγόμενα «  παπαδικά», ὅπως εἶναι τά Χερουβικά καί τά Κοινωνικά κατάλληλα γιά τή μυστική ἀνάγνωση τῶν ἱερατικῶν εὐχῶν.

Ὑπάρχει ἕνας μεγάλος μουσικός πλοῦτος, πλῆθος μουσικοδιδάσκαλοι καί ψάλτες στήν βυζαντινή μουσική παράδοση. Ὅμως τά μέλη ἄν καί ὑπάρχει μιά φυσική ἐξέλιξη, δέν εἶναι αὐθαίρετα. Δέν μπορεῖ ὁ μελοποιός νά συνθέσει σύμφωνα μέ τό γοῦστο του, σύμφωνα μέ τήν ἔμπνευση τῆς στιγμῆς. Τό μέλος πού θά συνθέσει γιά νά εἶναι ἀποδεκτό ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀκολουθεῖ ὅλους τούς κανόνες τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὅταν εἰσερχόμαστε στήν Ἐκκλησία δέν παραξενευόμαστε διότι δέν θά ἀκούσουμε παράδοξες συνθέσεις πού θά πάρουν τό νοῦ μας ἀπό τήν προσευχή καί τά θεῖα νοήματα πού κρύβονται στά τροπάρια. Ἔτσι ὑπάρχει στήν ἐκκλησιαστική βυζαντινή μουσική μιά διαχρονική συνέχεια.

Μιλώντας μέχρις ἐδῶ γιά τήν ποιότητα τῆς μελωδίας πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι αὐτή ἡ ποιότητα ἔχει σχέση καί μέ τόν τρόπο ἐκφορᾶς τῆς φωνῆς, μέ τόν τρόπο δηλ. πού βγάζει ὁ ψάλλων τή φωνή του. Ἀκολουθώντας τήν ἐντολή τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁ σωστός ψάλτης δέν ἐκβιάζει τή φωνή του, δέν κραυγάζει, δέν γεμίζει μέ τήν ὑπερβολική ἔνταση τῆς φωνῆς του τό χῶρο τοῦ Ναοῦ καί τήν καρδιά τῶν προσευχομένων μέ σύγχυση. Σέβεται τή « φύση», ὅπως λέγει ὁ Κανών πού προαναφέραμε, τή φύση τῆς φωνῆς του καί τήν ἐκφέρει, τή βγάζει μέ φυσικότητα χρησιμοποιώντας καί τή ρινική κοιλότητα -δέν τό θεωρεῖ, γιατί δέν εἶναι, ἄκοσμο. Ἀναπτύσσει τίς δυνατότητες τῆς φωνῆς του σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ὅπως δηλ. ἔκαμε καί ὁ δάσκαλός του, ὥστε τό ἄκουσμα τῆς ψαλμωδίας νά εἶναι εὐχάριστο καί κατανυκτικό.

Μιᾶς κι ἔγινε λόγος γιά δάσκαλο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς πρέπει νά ποῦμε πόσο εἶναι σημαντική ἡ θέση του στήν ὀρθή ἐκμάθηση τῆς ἐκκλησιασικῆς μουσικῆς, στή διάσωση τῶν μουσικῶν διαστημάτων, στόν τρόπο ἐκφορᾶς τῆς φωνῆς καί γενικά στή μουσική ἑρμηνεία τῶν ψαλλομένων μελῶν. Πολλά ἀπό αὐτά εἶναι δυσκολότατα καί πρέπει νά διδαχθοῦν στό μαθητή λεπτομερῶς καί νά ἀκουσθοῦν ἐκ μέρους τοῦ μαθητοῦ ψαλλόμενα ἀπό τό δάσκαλό του. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού πολλά μεγάλα καί δύσκολα μέλη ὀνομάζονται « μαθήματα».

Ὑπάρχουν καί ἄλλες παράμετροι καί ἄλλα στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιά τήν ὀρθή ψαλμωδία. Πάντως καί ἀπό ὅσα ἐλέχθησαν κατανοεῖ ὁ ἀναγνώστης ὅτι ἡ ὑπόθεση τῆς ψαλμωδίας εἶναι πολλή  σ ο β α ρ ή  καί ἐ π ι σ τ η μ ο ν ι κ ή   γιά νά ἀφήνεται στά χέρια αὐθαίρετων ἐρασιτεχνῶν. Εἶναι ὑπόθεση ἱ ε ρ ή   γιατί ἀφορᾶ τήν προσευχή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καί χρειάζεται φόβος Θεοῦ γιά κάθε παρέμβαση στό χῶρο της. Τέλος ἡ ψαλμωδία εἶναι μιά ὑπόθεση πού ἔχει μιά μεγάλη  ἱ σ τ ο ρ ι κ ή  σ υ ν έ χ ε ι α.  Εἶναι μιά ζωντανή, χρυσή παράδοση πού κάθε ὀρθοδοξη ψυχή πρέπει νά ἀγκαλιάζει, νά ἀξιοποιεῖ, νά τή χρησιμοποιεῖ γιά ὠφέλεια πνευματική. Σ’  αὐτήν τήν ψαλτική παράδοση, ἡ ἀνθρώπινη φωνή, «  τό ἀρχέτυπο ὄργανο», ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ Θεοδώρητος ἐπίσκοπος Κύρου, βρῆκε τήν πλήρη ἀξιοποίησή της, τήν τελειότερη ἔκφραση της, ἔγινε τό ὄντως κατάλληλο ὄργανο δοξολογίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

 

5.    Ἡ Βυζαντινή μουσική δέν ἔχει ἐθνικά ὅρια

Ἡ μουσική αὐτή δέν ἔχει ἐθνικό χαρακτῆρα. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἑλληνική ἐκκλησιαστική μουσική, ἔστω κι ἄν ἀναπτύχθηκε καί καλλιεργήθηκε στόν εὐρύτερο ἑλληνορθόδοξο χῶρο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ποτέ δέν σκέφθηκαν νά δημιουργήσουν ἐθνικά ὅρια στή θεία λατρεία. Γι’  αὐτό καί εἶναι κοινή στίς τοπικές ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, ἡ δομή τῶν Ναῶν, τό Τυπικό, τά ἄμφια τῶν κληρικῶν κ.λ.π.  Μήπως καί ἡ δογματική διδασκαλία καί οἱ ἱεροί Κανόνες, καί τό σύμβολο τῆς Πίστεως, καί ἡ Πατερική γραμματεία δέν διατυπώθηκαν στήν ἑλληνική γλῶσσα καί στήν περιοχή τοῦ Βυζαντίου; Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τήν ἁγιογραφία καί τίς ὑπόλοιπες ἐκκλησιαστικές τέχνες. Ὅμως ὅλα αὐτά παρελήφθησαν ἀπό ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία, ἀπό τούς λαούς πού ἀκολούθησαν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Ἀνάμεσα σ’  αὐτά ἦταν καί ἡ ἐκκλησιαστική μουσική πού ἔφθασε σέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους. Στή Ρωσία καί στίς ἄλλες σλαβικές χῶρες κλήθηκαν ψάλτες ἀπό τό Βυζάντιο γιά νά διδάξουν τήν ἐκκλησιαστική μουσική. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀδελφοί δέν ἔκαμαν τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά παραλάβουν αὐτή, τήν διαμορφωμένη ἀπό τούς Ἁγίους, μουσική, τή δοκιμασμένη μέσα στήν Ὀρθόδοξη λατρεία. Ἐξ ἄλλου οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἁγίας βασίλισσας Ὄλγας στήν Κωνσταντινούπολη  τί θαύμασαν μέσα στήν Ἁγία Σοφία; Τή λαμπρότητα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας τῆς ὁποίας ἕνας ἀπό τούς κυριώτερους παράγοντες εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική μουσική.

 

6.    Ἡ πνευματική ζημία ἀπό τή χρήση στή Λατρεία τῆς εὐρωπαϊκῆς πολυφωνίας - ἡ ὡφέλεια τῆς κατανυκτικῆς μονοφωνικῆς Βυζ. Μουσικῆς

Στήν ὀρθόδοξη Ρωσία καί σέ ἄλλες σλαβικές χῶρες, ἀπό τά μέσα τοῦ 18ου αἰῶνος εἰσάγεται στή λατρεία ἡ Εὐρωπαϊκή πολυφωνική μουσική. Κυριώτερη αἰτία γι’ αύτή τήν εἰσβολή εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ Μ. Πέτρου γιά βίαιο εὐρωπαϊκό προσανατολισμό ὅλης τῆς Ρωσίας, μέ αὐθαίρετες παρεμβάσεις σέ ὅλους τούς τομεῖς, στόν κοινωνικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό κ.λ.π. Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ μουσική αὐτή, ἡ πολυφωνική προέρχεται ἀπό τούς λατίνους. Μέσα στήν πλάνη τοῦ Παπισμοῦ ὅλα τά ἐκφραστικά μέσα, ὁτιδήποτε χρησιμοποιεῖται στή λατρεία, εἴτε μουσική, εἴτε ζωγραφική εἴτε ναοδομία ἔχει κατί τί τό νοσηρό, τό ἀρρωστημένο. Ἡ φανερή ἀπουσία τῆς Χάριτος κάμει ἀπαραίτητη στόν ἱερό χῶρο τῆς Λατρείας τήν κυριαρχία τοῦ συναισθήματος. Ὅλη αὐτή τήν ἔλλειψη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀφήνει κενή καί διψασμένη τήν ψυχή, προσπαθοῦν οἱ παπικοί νά καλύψουν μέ μιά γλυκειά, κατά τή γνώμη τους μουσική, μιά μουσική μέ διαστήματα πού προξενοῦν μελαγχολία, μιά μουσική πού  προσπαθεῖ νά πιέσει τήν ψυχή νά νοιώσει κατάνυξη, ἡ ὁποία νοεῖται σάν κτιστή συναιασθηματική κατάσταση καί ὄχι σάν ἐπίσκεψη τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ μουσική αὐτή προσπαθεῖ νά ἐρεθίσει τό συναίσθημα καί νά δ ημ ι ο υ ρ γ ή σ ε ι κατάνυξη. Γι’ αὐτό ἐπιστρατεύει τήν πολυφωνία ἀνδρῶν, γυναικῶν καί παιδιῶν, τήν ὑψιφωνία πού «  τρυπάει»  τ’ αὐτιά, τήν βαθυφωνία (τίς μπάσσες φωνές) πού κατεβάζει τήν ψυχή στά τάρταρα. Ἐπιστρατεύει μουσικά ὄργανα καί κοσμικούς μουσικοσυνθέτες γιά νά ἐντυπωσιάσει, γιά νά δημιουργήσει κλῖμα ρομαντικό, γιά νά μεταφέρει τό νοῦ τῶν προσευχομένων σέ κόσμους φανταστικούς.

Ἡ μουσική βέβαια τῶν Δυτικῶν δέν μεταφέρθηκε στούς Ὀρθοδόξους Ρώσσους αὐτούσια. Δέν θά μποροῦσε ἡ ὀρθόδοξη ρωσική ψυχή νά δεχθεῖ αὐτή τήν τόσο φανερή κοσμικότητα. Γι’  αὐτό δέν δέχθηκε τήν εἴσοδο μουσικῶν ὀργάνων στή Λατρεία ἡ Ρωσσική Ἐκκλησία. Προσπάθησε ἐπίσης τά μέλη νά εἶναι πιό ἁπλᾶ. ( Θά ἀποτελοῦσε  παράλειψη ἄν δέν τονίζαμε ἐδῶ τήν ἐπιμέλεια πού ἐπιδεικνύουν οἱ ρῶσσοι ἀδελφοί κατά τήν προετοιμασία τῶν χορῶν, γιά τή σημασία πού δίνουν στην ψαλμωδία καί γιά τήν ἀσκητική προσπάθεια τῶν πιστῶν κατά τή συμμετοχή τους στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας). Ὅμως ἡ πολυφωνία, ἡ χρήση μόνο τοῦ Ματζόρε καί τοῦ Μινόρε τῆς Εὐρωπαϊκῆς Μουσικῆς ἡ ἀνάμιξη ἀνδρῶν καί γυναικῶν στούς χορούς, ὁ τρόπος τῆς μουσικῆς ἐκφορᾶς, δέν βοηθοῦν καί τόσο στήν προσοχή τοῦ νοός καί τήν κατάνυξη. 

Τρία εἶναι τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα ἀπό τή χρήση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας πού δυσκολεύουν τήν κατανυκτική προσευχή μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας :

α) ἡ ἔξαρση τοῦ συναισθήματος. Μιά καλλιέργεια ὡραίων «θρησκευτικῶν» συναισθημάτων, πού κάμουν τόν πιστό νά νοιώθει ὄμορφα, ἀλλά πού στήν πραγματικότητα ἀποτελοῦν μιά αἰσθητική ἀπόλαυση, παρόμοια    (ὄχι ἴδια, ἀλλά παρόμοια) μέ αὐτήν πού νοιώθουν στό χῶρο μιᾶς συναυλίας. Στήν περίπτωση αὐτή παρεμποδίζεται ἡ προσευχή, γιατί μεσολαβεῖ μιά κοσμική χαρά καί εὐχαρίστηση πού συσκοτίζει τό νοῦ καί τόν ἀποπροσανατολίζει ἀπό τόν κύριο σκοπό του, τήν ἀναφορά του στό Θεό, τήν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, τήν εὐχαριστία καί τή δοξολογία.

β) ἡ διάσπαση τῆς προσοχῆς. Οἱ πολλές διαφορετικές φωνές, ἀνδρικές καί γυναικεῖες πού δέν ψάλλουν ὅλες τό ἴδιο, διασποῦν τήν προσοχή τοῦ πιστοῦ, τήν ἐγρήγορση του ἴσως καί ὅλο τόν ἐσωτερικό κόσμο του. Δέν ἀφήνουν τήν ἀπόλυτη συγκέντρωση τοῦ νοῦ στά θεῖα λόγια πού ὠφελοῦν καί κατανύσσουν. Διαφορετική χροιά τῶν φωνῶν (ἀνδρική, γυναικεία, παιδική) ἀπό τή μιά μεριά, διαφορετικές, παράλληλες μελωδικές γραμμές ἀπό τήν ἄλλη φέρουν ἕνα τεμαχισμό στή δύναμη τοῦ νοῦ, τόν ἀποσποῦν ἀπό τό κύριο ἔργο του.

γ) ὁ μετεωρισμός. Μέ τήν πολυφωνία στήν ψαλμωδία  ὁ νοῦς μετεωρίζεται. Ὁ ἱερός Θεοφύλακτος ὀνομάζει μετεωρισμό τήν ἄστατη περιφορά τοῦ νοός. Ὁ νοῦς θυμᾶται πότε τό ἕνα καί πότε τό ἄλλο καί ἀπό τή μιά σκέψη πηδάει στήν ἄλλη. Στήν περίπτωση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας πολλές φορές δημιουργεῖται μιά ρομαντική διάθεση πού ἁρπάζει τό νοῦ καί τόν περιφέρει ἀνικανοποίητο ἐδῶ κι ἐκεῖ. Πολλές φορές  σέ ἀκραῖες περιπτώσεις μπορεῖ νά γίνει καί κάποιος ἀνεπίτρεπτος συνδυασμός τοῦ μουσικοῦ ἀκούσματος μέ διάφορες καταστάσεις, ἀναμνήσεις καί πρόσωπα. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  μᾶς προτρέπει : « Μή μετεωρίζεσθε» (Λουκ. 12, 29). Ἄν καί αὐτή ἡ προτροπή ἀφορᾶ τήν ἀποφυγή τῆς κοσμικῆς μέριμνας καί τήν ἐμπιστοσύνη τῆς ψυχῆς στό Θεό, ἄριστα σχετίζεται καί μέ τήν συγκέντρωση τοῦ νοῦ στήν προσευχή, ὥστε κατά τήν ψαλμωδία ὁ νοῦς νά προσεύχεται καί νά ζητεῖ τό κυριώτερο : Τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 12, 31).

Σέ ἀντίθεση τώρα μέ τήν πολυφωνική μουσική, ἡ βυζαντινή μουσική χρησιμοποιεῖ τή μελωδική μονοφωνία.  Εἴτε ψάλλει ἕνας, εἴτε πολλοί, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «  ἡ φωνή μοιάζει νά βγαίνει ἀπό ἕνα στόμα».  Αὐτό τό ἁπλό καί ἑνιαῖο ἄκουσμα μέ τίς καθιερωμένες μουσικές «θέσεις» πού συνοδεύεται ἀπό μία εὐθεῖα μελωδική γραμμή, τό «ἰσοκράτημα», ἑνοποιεῖ καί συμμαζεύει τό νοῦ στήν προσευχή. Ἡ μελωδία τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς εἶναι εὐχάριστη καί σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων βοηθεῖ στήν κατάνυξη. Ἀλλά δέν ξεφεύγει ὁ νοῦς ὥστε νά «κολλάει» στή μελωδία, νά τή νοιώθει σάν αἰσθητική ἀπόλαυση. «Πετάει» ἡ καρδιά μας, ὅταν ψάλλομε ἤ ἀκοῦμε τά τροπάρια, χαιρόμαστε, ἀλλά αὐτό δέν μᾶς χωρίζει ἀπό τό περιεχόμενο τῶν τροπαρίων, δέν καλλιεργεῖται μιά ἄρρωστη νοσταλγία, μία ρομαντική διάθεση.  Ἡ Μουσική αὐτή δέν ἐπιτρέπει τόν μετεωρισμό.   Ἀντίθετα βοηθεῖ στό νά μαζευτεῖ ὁ νοῦς ἀπό τήν ἐξωτερική του περιπλάνηση, νά μπεῖ μέσα στήν καρδιά καί στή συνέχεια νά προσφερθεῖ μέ ὅλο τό δυναμισμό του στό Θεό. Ἔτσι ἡ προσευχή γίνεται καρποφόρος, ὠφέλιμη γιά τό Χριστιανό.

7.    Ἀναζήτηση ἀπό τό ρωσικό λαό τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς

Ὅσον ἀφορᾶ τή χρήση τῆς πολυφωνικῆς ψαλμωδίας στή Ρωσική Ἐκκλησία ὑπάρχουν τά ἑξῆς ἐπιχειρήματα : α) ὅτι αὐτή ἔχει μακρά συνέχεια, ὅτι ἀποτελεῖ «παράδοση». β) ὅτι ἔχει ἀγαπηθεῖ ἀπό τό λαό, ὁ ὁποῖος ἀναπαύεται σ’ αὐτή  καί εἶναι εὐχαριστημένος. Στά ἐπιχειρήματα αὐτά θά μπορούσαμε νά ἀπαντήσουμε ὡς ἐξῆς. α)  Εἶναι ἱστορικό γεγονός ὅτι στή Ρωσία ἔχουμε μιά βίαιη εἰσβολή τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς στό χῶρο τῆς Λατρείας καί αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει ἀληθινή παράδοση. β) Γιά τό ἄν ὁ κλῆρος καί ὁ λαός βρίσκουν ἀνάπαυση στήν πολυφωνική μουσική ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά θέσω ὑπ’  ὄψιν τῶν ἀδελφῶν Ρώσων δύο δεδομένα.

Τό πρῶτο εἶναι κάποιες παλαιότερες μαρτυρίες. Διαβάζουμε ἔτσι στό μουσικολογικό περιοδικό «Φόρμιγξ» (Μάρτιος 1908) ὅσα ἔγραψε ἐκείνη τήν ἐποχή στό περιοδικό «Ἐκκλησιαστικές εἰδήσεις» πού ἦταν ὄργανο τῆς Ἁγιωτάτης Ρωσικῆς Συνόδου, ὁ καθηγητής Σοκολώφ : «Ἦταν γιά μένα ἀσυνήθιστη ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησιαστική Μουσική, μονόφωνη, ἰδιόρρυθμη στό ὕφος της. Ἀλλά ὅσο περισσότερο ἀκούει κάποιος αὐτή τή μουσική τόσο περισσότερο ἡχεῖ σ’ αὐτόν εὐχάριστα, τόσο ἰσχυρότερα ἐπενεργεῖ στήν ψυχή καί τή διεγείρει στήν προσευχή. Μετά ἀπό δύο - τρεῖς λειτουργίες, εγώ ὄχι μόνο  συνήθισα σ’ αὐτή τή μουσική, ἀλλά καί τήν ἀγάπησα. Καί πράγματι! Μόνο ἡ μονόφωνη μουσική εἶναι γνήσιο προϊόν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Αὐτή εἶναι μιά πρώτη μαρτυρία.

Δυό ἄλλες μαρτυρίες προέρχονται ἀπό Ἁγίους Γέροντες. Ἡ πρώτη εἶναι ἀπό τόν στάρετς Βαρσανούφιο τῆς Ὄπτινα, ὁ ὁποῖος ἦταν πολύ καλός μουσικός. Γνωρίζοντας καλά τήν Εὐρωπαϊκή μουσική ἔλεγε ὅτι «  ἡ μουσική ἀποτραβάει τή σκέψη καί τήν προσοχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά λόγια καί τή στρέφει στή μουσική...Κι ἔτσι ἐμποδίζει τήν προσευχή...Ἡ ψυχή σιωπᾶ. Καί μόνο ἦχοι γλυκεῖς ἀκούγονται...Χωρίς νόημα .. Χωρίς περιεχόμενο...». Παραπονιόταν ἐπίσης γιά τίς πολυφωνικές χορωδίες πού τήν ψαλμωδία τους χαρακτήριζε «θεατρινίστικες μελωδίες». Ἡ δεύτερη μαρτυρία ἀνήκει στόν στάρετς Σαμψών, ὁ ὁποῖος συμβουλεύοντας τά πνευματικά τους τέκνα γιά τόν τρόπο προσευχῆς μέσα στήν Ἐκκλησία ἔλεγε τά ἀκόλουθα : « Ποτέ νά μή χάνετε τήν αἴσθηση ὅτι βρισκόσαστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ἡ αἴσθηση αὐτή μερικές φορές εἶναι μόνο τοῦ νοῦ, ἐνέργεια νοερή, χωρίς συμμετοχή συναισθημάτων.  Ὁ συναισθηματισμός στή θεία λατρεία εἶναι κάτι τό ξένο στήν Ὀρθοδοξία.  Νά γιατί καί ἡ χορωδιακή μας εὐρωπαϊκή μουσική συχνά μᾶς ἐμποδίζει στήν προσευχή μας !  Γιατί εἰσάγει στή ζωή μας τό στοιχεῖο τοῦ συναισθηματισμοῦ». Οἱ ἀνωτέρω μαρτυρίες νομίζω πείθουν ὅτι καί ἁπλοί πιστοί  καί Ἅγιοι ἀκόμη τῆς Ρωσίας δέν ἀναπαύονται στή χρήση τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς μέσα στή Λατρεία.

Τό δεύτερο δεδομένο ἔχει σχέση μέ τήν κατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς στή Ρωσία σήμερα. Σέ ἄλλους Ναούς ψάλλουν πολυφωνικά, σέ ἄλλους γίνεται προσπάθεια γνωριμίας καί ἐπαναφορᾶς τοῦ παλαιορωσικοῦ μονοφωνικοῦ μέλους (ζνάμενι) σέ ἄλλους τέλος ναούς καί μοναστήρια γίνεται προσπάθεια νά ψαλλεῖ κάποιο μίγμα βυζαντινοῦ καί παλαιορωσικοῦ μέλους. Τί φανερώνουν ὅλα αὐτά; Ὅτι ὑπάρχει ἀπό τόν ρωσικό λαό ἀναζήτηση τῆς γνήσιας ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, τῆς μουσικῆς πού ἀληθινά θά βοηθεῖ στήν κατανυκτική προσευχή. Ὁ τρόπος πού ψάλλεται σήμερα τό παλαιορωσικό μέλος, ὅπως λένε ὅσοι γνωρίζουν τά πράγματα, δέν φαίνεται νά φανερώνει τό ἀληθινό παλαιό μέλος. Εἶναι μᾶλλον στό στάδιο τοῦ πειραματισμοῦ γιατί μετά τή μεταρρύθμιση τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος ἔχει χαθεῖ ἡ παράδοσή καί ἡ συνέχειά του, τήν ὁποία ὄχι σωστά προσπαθοῦν νά σώσουν οἱ ρασκόλνικοι.

Ἀπό τήν ἄλλη ὑπάρχει μιά ὑπέροχη ἐκκλησιαστική μουσική, ἡ βυζαντινή μουσική, ἡ ὁποία κρατεῖ τή συνέχειά της, ψάλλεται γιά πάμπολλους αἰῶνες χωρίς διακοπή.  Ἄν καί ὅλο τόν 19ο αἰῶνα πολεμήθηκε ἀπό τούς ἕλληνες «διαφωτιστές», μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρήθηκε ἀλώβητη στή Θεία Λατρεία. Σαν μιά γάργαρη πηγή, ἤ ἄν θέλετε, σάν χείμαρρος κατανυκτικῆς ψαλμωδίας δέν ἔχει ἐθνικά ὅρια. Προσφέρεται σέ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους σάν δῶρο Θεοῦ, σάν ζωογόνο ὕδωρ, σάν οὐρανοδρόμος κλίμαξ γιά νά βοηθήσει τίς ψυχές στήν προσευχή, στήν ἕνωσή τους μέ τόν Τριαδικό Θεό.

Εκτύπωση κειμένου Αποθήκευση κειμένου σε '.pdf'
ENGLISH - Nέο 'Υλικό - Είδήσεις-Σχόλια -Κείμενα-'Άρθρα - Συναξάρι-Διηγήσεις - Βιβλικοκρισία - Πατ. Διδασκαλία
Μουσική - Συνδέσεις - Καινή Διαθήκη - Έπικοινωνία - Τεχνική Βοήθεια - 'Ερωτήσεις-΄Απαντήσεις - Κεντρική Σελίδα