ΖΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ: Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ξεσκεπάζεται.

Γράφτηκε από τον/την Πρεσβυτέρου Ἀθανασίου Μηνᾶ Ενεργό .

Σκληραίνει ὁ Κύριος τὴν καρδιά αὐτοῦ, ποὺ ἐξαιτίας τῆς προαίρεσης ὁδηγεῖται στὴν ἀπώλεια. Συμβαίνει, ὅταν βλέπει, ὡς Παντογνώστης, ὅτι ἡ σκληροκαρδία παγιώθηκε καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίδα μετανοίας. Ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ κάθε ἀμετανόητο καὶ ἀσεβῆ ἄνθρωπο διαχρονικά, πολλῷ μᾶλλον ἰσχύει γιὰ τὴ σκληρόκαρδη καὶ ἀσεβεστάτη Ἐ. Ἑ., τὴν ὁποία Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας χαρακτήρισε καὶ παρομοίασε μὲ συνοθύλευμα πολλῶν κουρελούδων ραμμένων πρόχειρα καὶ προεφήτευσε ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ξηλωθοῦν οἱ κουρελοῦδες καὶ θὰ διαλυθοῦν εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθησαν.

Καὶ ἐξηγοῦμαι: Πολλὰ χρόνια πρίν, δεκαετίες, μὲ δόλιο τρόπο διέδιδαν ψευδῆ καὶ ἀνυπόστατα μαντᾶτα. Ὅτι δηλαδὴ ἀρχικὰ ἡ Ε. Ο. Κ. καὶ στὴ συνέχεια ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀπάντηση, ἡ μόνη ἐλπίδα στὰ δῆθεν προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζε ἡ χώρα μας, ὁ λαός μας, τὰ σύνορά μας. Θὰ μᾶς ἔβγαζαν, ἔλεγαν, ἀπὸ τὴ φτώχεια, τὴν ἀπομόνωση, τὴν ἀνεργία. Θὰ τρώγαμε, τόνιζαν, μὲ χρυσᾶ κουτάλια. Τοὺς ἦταν δὲ ἀρκετὸ ἐμεῖς ὡς ἀντίδωρο νὰ μὴν ἤμασταν τόσο «φανατικοί», Ὀρθόδοξοι, πατριῶτες, ρωμιοί, οἰκογενειάρχες, μὲ προσήλωση δηλαδὴ στὴν ἁγία μας δισχιλιετῆ Παράδοση, στὴν Ὀρθοδοξία μας. Δυστυχῶς πέσαμε στὴν παγίδα τους. Ἀλοίμονον!!! Πουλήσαμε τὴν ἐλευθερία μας, τὴν ψυχή μας, τὸ σῶμα μας, τὰ ἱερὰ καὶ ὅσιά μας, ἀφοῦ δυστυχῶς πρῶτα τοὺς πιστέψαμε, τρώγωντας παράλληλα τὰ ληγμένα τοξικὰ καὶ μὲ ὁρμόνες τρόφιμά τους, ἂν καὶ μυστικὰ ἢ φανερὰ πολλῶν οἱ καρδιὲς δὲν τοὺς ἔχουν ἀποδεχτεῖ καὶ ἀντιστέκονται. Καὶ τώρα πονᾶμε χωρὶς νὰ μποροῦμε, μᾶς ψιθυρίζουν, νὰ ἀντιδράσουμε. Ἔτσι δείχνουν δῆθεν πὼς εἶναι τὰ πράγματα, ὅμως τελικὰ δὲν εἶναι. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς καὶ τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο ἐλπίζει καὶ περιμένει τὴν ἐπέμβαση Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος, στὸ Ψαλτῆρι, μᾶς ἀποκαλύπτει τὰ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον; ὅτι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐνέτειναν τόξον, ἡτοίμασαν βέλη εἰς φαρέτραν τοῦ κατατοξεῦσαι ἐν σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ. ὅτι ἃ σὺ κατηρτίσω, αὐτοὶ καθεῖλον· ὁ δὲ δίκαιος τί ἐποίησε; Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· Κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ. οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ εἰς τὸν πένητα ἐπιβλέπουσι, τὰ βλέφαρα αὐτοῦ ἐξετάζει τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Κύριος ἐξετάζει τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ, ὁ δὲ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν. ἐπιβρέξει ἐπὶ ἁμαρτωλοὺς παγίδας, πῦρ καὶ θεῖον καὶ πνεῦμα καταιγίδος ἡ μερὶς τοῦ ποτηρίου αὐτῶν. ὅτι δίκαιος Κύριος καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν, εὐθύτητας εἶδε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ.»[1] Μετάφρασις Π. Τρεμπέλα: «Ἐπὶ τοῦ παντοδυνάμου Κυρίου ἔχω στηρίξει τὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα μου. Καὶ πῶς σεῖς λέγετε εἰς ἐμέ: φεῦγε καὶ γίνε μετανάστης, πέταξε σὰν στρουθίον τρομαγμένον εἰς τὰ ὄρη, ζητῶν ἐκεῖ τὴν σωτηρίαν σου; Φεῦγε τὸ γρηγορώτερον, διότι ἰδοὺ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐτέντωσαν τὰ τόξα των, ἑτοίμασαν εἰς τὴν φαρέτραν βέλη ἀκονισμένα καὶ φαρμακερὰ διὰ νὰ τοξεύσουν μὲ λύσσαν καιροφυλακτοῦντες εἰς ἀπόκρυφα καὶ ἀθέατα καρτέρια τοὺς ἐναρέτους καὶ ἀπονηρεύτους ἀνθρώπους. Οἱ κόποι σου ἀποβαίνουν ἄσκοποι, διότι ὅσα σὺ ὁ δίκαιος μὲ κόπους πολλοὺς ἐπεμελήθης ἀρτίως καὶ τελείως νὰ οἰκοδομήσῃς, αὐτοὶ ἐν τῇ κακίᾳ καὶ τῷ φθόνῳ των τὰ κατεκρήμνισαν. Τί κατώρθωσε λοιπὸν μὲ τοὺς μόχθους αὐτοῦ ὁ δίκαιος; Αὐτὰ σεῖς, ὦ ὀλιγόπιστοι, μοῦ λέγετε. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ζῇ καὶ ὑπάρχει εἰς τὸν ἐν οὐρανοῖς ἅγιον καὶ ὑπερκόσμιον ναόν του. Ἔχει ὁ Κύριος τὸν θρόνον του εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου κανὲνα βέλος δὲν δύναται νὰ φθάσῃ. Καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὰ μάτια του βλέπουν μὲ προστατευτικὴν εὐμένειαν τὸν πτωχόν, ποὺ ἐλπίζει εἰς αὐτὸν καὶ τὰ βλέφαρά του ἐξετάζουν καὶ διακρίνουν τοὺς ἀπογόνους τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Κύριος ἐξετάζει καὶ διαχωρίζει μὲ ἀκρίβειαν καὶ χωρὶς τὴν παραμικρὰν πλάνην τὸν δίκαιον καὶ τὸν ἀσεβῆ. Ὅποιος δὲ ἀγαπᾷ τὴν ἀδικίαν καὶ οὐχὶ ἐξ ἀδυναμίας, ἀλλ’ ἀπὸ ἔρωτα πρὸς αὐτὴν ἐνεργεῖ τὸ κακόν, αὐτὸς μισεῖ καὶ βλάπτει μόνον τὸν ἑαυτόν του. Ὁ Κύριος θὰ ἐξαπολύσῃ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν σὰν βροχὴν ὀλεθρίους παγίδας ἐπὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Θὰ ρίψῃ κατ’ αὐτῶν φωτιὰ καὶ θειάφι, ποὺ δὲν σβήνει εὔκολα, καὶ ἄνεμον βίαιον καὶ σφοδρόν, διὰ νὰ τὰ ἀναφυσᾷ καὶ νά τὰ ἀναρριπίζῃ. Αὐτὰ θ’ ἀποτελοῦν τὸ καταστρεπτικὸν μερίδιον ποὺ θὰ γεμίζῃ τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ πίουν. Διότι ὁ Κύριος εἶναι δίκαιος καὶ δικαιοσύνας ἀγαπᾶ, στρέφει τὸ πρόσωπόν του ἱλαρὸν καὶ εὐμενὲς εἰς τοὺς εὐθεῖς καὶ ἀγαθούς.»

Τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν φανερώνουν ὅτι πλησιάζει ἡ ὥρα ποὺ θὰ ἐκπληρωθοῦν ὅλα ὅσα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα προφητικὰ προκαταγγέλλει.

Τὸ λοιπόν, ὑπομονή, ἀδελφοί μου Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Χρειάζεται ὡστόσο προσοχὴ καὶ προσευχή, νὰ ἐπιμείνουμε καὶ νὰ παραμείνουμε καὶ τώρα καὶ πάντοτε πιστοὶ στὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μας. Γνωρίζουμε ὅτι οἱ ἐντολὲς δὲν εἶναι βαρειὲς καὶ ἰσχύουν γιὰ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς[2]. Οἱ ἅγιοι θεοφόροι Πατέρες μας μαρτυροῦν καὶ ἐμπειρικὰ διδάσκουν ὅτι τηρώντας τὶς ἅγιες ἐντολὲς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀποκτοῦμε συνείδησιν ἀκαταίσχυντον καὶ παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[3]. Ἐπίσης ὁ ἔχων τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μὲ ταπεινὸ φρόνημα εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ προφητεύει καὶ ἐπιτελεῖ θαύματα ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου, διότι ὁ μένων στὶς ἅγιες ἐντολές, ποτὲ δὲν ἐκπίπτει. Ὁ Χριστός, ποὺ κρύπτεται μέσα στὶς ἐντολές ἀλλά καὶ ὅλος ὁ Τριαδικὸς Θεὸς κατοικοῦν μέσα στὴν ψυχή του, στὴν καρδιά του[4].

Ἔτσι προσφυέστατα εἶπε καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «ὁ μὲν τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ λόγος, ἑκάστῃ μυστικῶς ἐνυπάρχει τῶν οἰκείων ἐντολῶν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ Πατὴρ ὅλος ἐστιν ἀχώριστος ἐν ὅλῳ τῷ οἰκείῳ λόγῳ φυσικῶς· ὁ τοίνυν δεχόμενος τὴν θείαν ἐντολὴν καὶ φυλάσσων αὐτήν, τὸν ἐν αὐτῇ τοῦ Θεοῦ δέχεται λόγον, ὃν διὰ τῶν ἐντολῶν δεξάμενος δι’ Αὐτοῦ καὶ τὸν ἐν Αὐτῷ φυσικῶς ὄντα ἐδέξατο. Ἀμὴν γάρ φησι, λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει· ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων, λαμβάνει τὸν πέμψαντά με· ὁ γοῦν ἐντολὴν δεξάμενος καὶ ποιήσας αὐτὴν λαβὼν ἔχει μυστικῶς τὴν Ἁγίαν Τριάδα.»[5]

Ἐν τούτοις ἐνδεχομένως μοῦ ἀπαντήσετε μὲ πόνο καὶ πικρία τὰ ἑξῆς: «Πάτερ μου, ποῦ βλέπετε σήμερα ἐλπίδα, αἰσιοδοξία; Μᾶς ἀφῄρεσαν τὸ θρήσκευμα ἀπὸ τὶς ταυτότητες, ἐξεδίωξαν τοὺς πνευματικοὺς πατέρες ἀπὸ τὰ σχολεῖα τῶν παιδιῶν μας, ἄνοιξαν ἀνεξέλεγκτα τὰ σύνορα τῆς Πατρίδας μας καὶ ὅλοι, ξένοι ἀλλόθρησκοι, ἀλλόδοξοι, ἔχουν δικαιώματα ἐκτὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Μᾶς κλέπτουν, μᾶς ληστεύουν, μᾶς βιάζουν, μᾶς σκοτώνουν. Εἴμαστε ἀπροστάτευτοι. Μᾶς ἀρνοῦνται τὸ συνταγματικὸ δικαίωμα τῆς ἐργασίας, τῆς ἀσφάλειας, τῆς ἀπαραίτητης ἀξιοπρεποῦς σύνταξης στοὺς γέρους μας. Καταντήσαμε νὰ τοὺς ἐκλιπαροῦμε γιὰ λίγα ψίχουλα καὶ μᾶς ἀπαντοῦν μὲ περαιτέρω λιτότητα, ἐνῷ αὐτοὶ ζοῦνε σὲ χλιδὴ καὶ μὲ σπατάλη ἑτοιμάζοντας τὴν παγκόσμια δικτατορία τους. Ὄντως θηρία ἀδίστακτα οἱ Εὐρωπαῖοι ἑταῖροι μας!»

Σᾶς ἀπαντῶ: Νοῦν Χριστοῦ ἔχουμε; Διαθέτουμε πατερικὸ νοῦν; Ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ καὶ οἱ θλίψεις εἶναι μέρος τοῦ πνευματικοῦ μας κανόνα. Βλέπετε λειτουργοῦν οἱ πνευματικοὶ νόμοι. Δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἐπιπόλαια τοὺς πιστέψαμε; Ἀλήθεια εἶναι, χαλαρώσαμε λίγο, καὶ στὰ ἤθη καὶ στὰ ἔθιμα τὰ Ὀρθόδοξα. Ξεχαστήκαμε καὶ ἀπομακρυνθήκαμε λίγο ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Πατέρων μας, τῶν ἁγίων μας, κυρίως τῶν Νεομαρτύρων. Μάλιστα εἴχαμε ἀρχίσει δειλὰ δειλὰ στὴν ἀρχή, καὶ μὲ περίσσεια ἀναίδεια στὸ τέλος, νὰ τοὺς πιστεύουμε καί νὰ τοὺς δεχόμαστε σὰ σωτῆρες. Ἐν τούτοις τώρα εἶναι ἡ ὥρα, νὰ δοξάσουμε τὸν Θεὸ καὶ τὸ Σωτῆρα μας Χριστό, ποὺ τοὺς ξεσκεπάζει κάθε μέρα καὶ πιὸ φανερά. Ἂς εἴμαστε λοιπὸν χαρούμενοι καὶ μὲ ὑπομονὴ ἂς περιμένουμε, διότι πλησιάζει ἡ ἀπολύτρωσις ἡμῶν. Εἶναι ἐγγὺς ὁ καιρὸς ποὺ οἱ ἅγιες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μας θὰ γεμίζουν καὶ πάλι ἀπὸ φιλότιμους νέους, γέρους καὶ παιδιά. Ἔρχεται ὁ χρόνος ποὺ στὰ σχολεῖα μας θὰ διδάσκονται οἱ βίοι καὶ τὸ ἦθος τῶν προστατῶν τῆς παιδείας μας, ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, καθὼς καὶ τοῦ Μεγάλου ἁγίου παιδαγωγοῦ τοῦ αἰῶνος μας, Νεκταρίου, Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ἁγία Παράδοσή μας. Σᾶς παρακαλῶ, διαβάστε ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ ψαλμικὰ χωρία ποὺ σᾶς παραθέτω πιὸ πάνω σὲ κείμενο καὶ μετάφραση, ἀκόμη διαβᾶστε τὸν ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο, Β΄ Κορ. κεφ. ι΄, στ. 3 – 5: «Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα· τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων·  - λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ». Μετάφρασις Π. Τρεμπέλα: «Ἀλλ’ ὅσα λέγουν καθ’ ἡμῶν δὲν εἶναι ἀληθῆ. Διότι ἡμεῖς, μολονότι ἔχομεν σῶμα καὶ περιβαλλόμεθα ἀπὸ σάρκα, δὲν διεξάγομεν τὸν πνευματικὸν πόλεμον καὶ ἀγῶνα μας μὲ σαρκικὰ ἐλατήρια καὶ ὅπλα. Διότι τὰ ὅπλα τῆς ἐκστρατείας μας δὲν εἶναι ἀσθενῆ ἀνθρώπινα ὅπλα, ἀλλ’ εἶναι δυνατὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ κρημνίζουν ὀχυρώματα. Καὶ ὅταν λέγω ὀχυρώματα, δὲν ἐννοῶ πύργους ἢ φρούρια ὑλικά, ἀλλὰ πνευματικά. Δηλαδὴ ἀνατρέπομεν συλλογισμοὺς πονηροὺς καὶ κάθε ὑψηλοφροσύνην, ποὺ ὑψώνεται σὰν ἄλλος πύργος καὶ ἐμποδίζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Ἀκόμη μὲ τὰ ὅπλα μας κατανικῶμεν σὰν ἄλλον ἄοπλον καὶ παραδομένον αἰχμάλωτον κάθε ἀνθρωπίνην ἐπινόησιν καὶ σοφιστείαν καὶ ὁδηγοῦμεν τοὺς παραπλανωμένους ἀπὸ αὐτὰς εἰς τὸ νὰ ὑπακούσουν εἰς τὸν Χριστόν.»

Συμπέρασμα: Οἱ ἀντίχριστοι αὐτοὶ νεοεποχῖτες τῆς Ἐ. Ἑ., ποὺ ἀφηνιάζουν στὸ ἄκουσμα τῶν λέξεων Χριστός, βασιλεύς, Σωτῆρας, μὲ περισσὸ μῖσος ἔχουν βάλει στόχο τὴν Πατρίδα μας, τὴν Ἑλλάδα μας, τὴν Ὀρθοδοξία μας[6]. Τοὺς ξαναλέμε λοιπόν: Ζῇ Κύριος ὁ Θεός! Ὄχι μόνο θὰ ἀποτύχουν παταγωδῶς, ἀλλὰ καὶ σύντομα θὰ θερίσουν τοὺς καρποὺς τῆς ἀφροσύνης τους. Γένοιτο Κύριε, ἀμήν!



[1] Ψαλμ. ι΄, 1 – 7.

[2] «ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.» Ματθ. ια΄ 30. «ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω», Μάρ. ιγ΄ 37.

[3] «τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς ἐντολάς σου», Ψαλμ. ριη΄ 6· «ἐὰν ἡ καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν, παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν», Α΄ Ἰω. γ΄ 21.

[4] Βλ. Ἰω. ιδ΄ 23.

[5] Παράθεση ἀπό: ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν, ἐκδ. Ρηγοπούλου 1984, σ. 345.

[6] Περισσότερα γιὰ τὶς μεθοδεύσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τοῦ δυτικοῦ κόσμου μὲ ἐπίκεντρο τὴν Ἀμερικὴ, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν καταδολίευση ποὺ συντελεῖται γιὰ τὸ πέρασμα στὴ μετα – αμερικανικὴ ἐποχή, βλ. Λ. Ἀποσκίτη, «Ἡ κατάρρευση τῆς Δύσης καὶ ἡ μετα - ἀμερικανικὴ ἐποχή», Παρακαταθήκη 62 (Σεπτέμβριος - Ὀκτώβριος 2008), σσ. 9 – 13, 63 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2008), σσ. 12 – 15.